θεσπίζοντας ευρωπαϊκούς κανόνες για την προστασία του περιβάλλοντος

PHOTO-4Η θέση σε εφαρµογή της Συνθήκης της Λισσαβώνας µε την συνεπαγόµενη αύξηση των συναφών αρµοδιοτήτων του Ευρωπαικού Κοινοβουλίου και την αναδιάταξη των περιβαλλοντικών και άλλων κοινωνικών ρητρών θεωρήθηκε από πολλούς ως ο προάγγελος καινοτόµων πρωτοβουλιών που θα σηµατοδοτούσαν µία επωφελή για τις ευρωπαικές κοινωνίες αλλαγή παραδείγµατος στον τρόπο θέσπισης αλλά και στο το ίδιο το περιεχόµενο των παραγόµενων νοµικών ρυθµίσεων.

Έχοντας συµπληρώσει µια πενταετία σχεδόν από την θέσπιση του νέου καταστατικού χάρτη της Ευρωπαικής Ένωσης και καθώς οδεύουµε προς την ολοκλήρωση της θητείας των νυν µελών τόσο του Ευρωπαικού Κοινοβουλίου όσο και του Κολεγίου Επιτρόπων, οι προσδοκίες που δηµιουργήθηκαν για την ενίσχυση της περιβαλλοντικής διάστασης των ενωσιακών πολιτικών έχουν προ πολλού διαψευσθεί ενώ τα νοµικά απότυπώµατα των κατα καιρούς συµφωνιών ανάµεσα στην Ευρωπαική Επιτροπή, το Ευρωπαικό Κοινοβούλιο και το Συµβούλιο Υπουργών µε όρους πραγµατικής αναβάθµισης και προστασίας των δηµόσιων περιβαλλοντικών και πλουτοπαραγωγικών αγαθών είναι ισχνά και ιδιαιτέρως αναιµικά. Οι πολυδαίδαλες διαδικασίες υιοθέτησης και σε εναν δεύτερο βαθµό εξειδίκευσης των κανόνων εκείνων που καθορίζουν ή επηρεάζουν το ευρωπαικό πλάισιο διαχείρισης του περιβαλλοντικού και ενεργειακού πλούτου της Ευρώπης πολλές φορές συνθλιβουν και περιθωριοποιηθούν κάθε εναλλακτική και µη επιδεχόµενη κοστολόγησης και οικονοµικού προσδιορισµού µορφή επιχειρηµατολογίας.

Σκοπός της παρούσας παρέµβασης δεν είναι η περιγραφή και ανάλυση των επιµέρους νοµοθετηµάτων που θεσπίστηκαν σε ενωσιακό επίπεδο τα τελευταία χρόνια αλλά η προβολή και ανάδειξη των σύγχρονων εκείνων τάσεων που έχουν αποβεί καθοριστικές για τον τρόπο που θεσπίζεται και διαµορφώνεται το περιεχόµενο Οδηγιών και Κανονισµών περιβαλλοντικού χαρακτήρα.  Η σηµαντικότερη τάση αναφέρεται κυρίως στον ολοένα και πιο σηµαντικό ρόλο που διαδραµατίζουν οι επιστηµονικές µελετες καθώς και στην τεράστια επιρροή και άκριτη χρήση οικονοµικών εργαλείων και πρακτικών στο πλαίσιο της διαµόρφωσης των ευρωπαικών κανόνων προστασίας και διαχείρισης του φυσικού και ανθρωπογενούς περιβάλλοντος, των όρων κοινωνικά βιώσιµης αξιοποίησης των ενεργειακών πόρων και αποθεµάτων και των προτύπων διατροφικής ασφάλειας.

Η θεµελίωση και τεκµηρίωση των προτάσεων και νοµοθετικών πρωτοβουλιών της Επιτροπής επί κανονιστικά «κατασκευασµένων» και πολλές φορές θεσµικά προκαθορισµένων επιστηµονικών ισχυρισµών εχει καταστεί τα τελευταία χρόνια µια κοινώς αποδεκτή πολιτική πρακτική προκειµένου να διασφαλίσει κατά κάποιο τρόπο οτι η νοµοθεσία που θα προκύψει θα είναι συµβατή µε το σύστηµα κανόνων του Παγκόσµιου Οργανισµού Εµπορίου που αποδίδουν ιδιαίτερη έµφαση στην στην ποσοτικοποιηµένη προσέγγιση των εννοιών του κινδύνου και της επικινδυνότητας και στην µεταφορά του βάρους της απόδειξης στο πλαίσιο της επίκλησης της αρχής της προφύλαξης. Αυτή ακριβώς η προσέγγιση έχει µάλιστα οδηγήσει στην καταδίκη της Ευρωπαικής Ένωσης από τον ΠΟΕ σε µια σειρά θεµατικών πεδίων όπως η καλλιέργεια και εµπορία γενετικά τροποποιηµένων προιόντων και σε µια σειρά αντίστοιχων αποφάσεων του Δικαστηρίου της Ευρωπαικής Ένωσης που καταδεικνύουν µια έντονη τεχνοκρατική στροφή που εντάσσεται στο πλαίσιο της επίτευξης του στόχου της πλήρους εναρµόνισης της αγοράς προιόντων αµφιβόλου ποιότητας και διατροφικλης ασφάλειας που στερούνται θετικό κοινωνικό πρόσηµο και αποδοχή.

Η θεσµική ανάγκη για µελέτες που θα µπορούσαν να χρησιµοποιηθούν για την ενίσχυση της γνωσιολογικής βάσης των νοµοθετικών προτάσεων της Επιτροπής σε συνδυασµό µε την αδυναµία των ίδιων των κοινοτικών υπηρεσιών να δηµιουργήσουν επιστηµονική πρώτη ύλη και να προβούν σε ενδελεχεις αξιολογήσεις των πιθανων κοινωνικών και περιβαλλοντικών επιπτώσεων έχουν οδηγήσει στην αναζήτηση και χρηµατοδότηση ιδιωτικών φορέων για την παραγωγή εξωτερικών µελετών. Οι φορείς αυτοί συντάσσουν τεχνοκρατικά κέιµενα και αναλύσεις οι οποίες µε την σειρά τους αδυνατουν να εκφύγουν µιας ρασιοναλιστικής και επιστηµολογικά θετικιστικής προσέγγισης τόσο της διαχείρισης της τεχνολογικής επικινδυνότητας όσο και των ίδιων των περιβαλλοντικά επώδυνων και πολλές φορές µη αναστρέψιµων επιπτώσεων των ανθρωπογενών δραστηριοτήτων.

Στην πλειονότητά τους οι µελέτες αυτές αναπαράγουν και αντανακλούν µια οικονοµικοκεντρική θεώρηση των περιβαλλοντικών αγαθών και κοινόχρηστων πόρων και τα όποια πορίσµατα τους είναι µεταπρατικής φύσεως και αποτέλεσµα παβλοφικών αντανακλαστικών. Η ολοένα και πιο συχνή προσφυγή της Επιτροπής σε µελέτες τεχνικοοικονοµικού χαρακτήρα που διακρίνονται από µια έντονη ρασιοναλιστική και καθαρά «τεχνική» ανάγνωση της περιβαλλοντικής πραγµατικότητας έχει περιθωριοποιήσει και στην ουσία ακυρώσει κάθε προσπάθεια να ληφθούν και να συνυπολογιστούν οι σχετικές ηθικοκοινωνικές διαστάσεις και ενστάσεις ειδικά στο πεδίο εφαρµογής νέων και ανερχόµενων τεχνολογιών που δύνανται να επιφέρουν µη αναστρέψιµες βλάβες στο φυσικό περιβάλλον και στην ανθρώπινη υγεία.

Κατ’ επέκταση, η µαζική καταφυγή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην άντληση επιχειρηµάτων και στοιχείων για την θεµελίωση και επένδυση των νοµοθετικών και εν γένει πολιτικών προτάσεων και πρωτοβουλιών της σε επιστηµονικοφανείς µελέτες προκαθορισµένης στόχευσης και υποκειµενικών ορίων που διέπονται και αναπαραγούν ακραίες µορφές τεχνολογικού ντετερµινισµού έχει οδηγήσει εν τοις πράγµασι στην δηµιουργία ενός νέου παράκεντρου γνωσιολογικής εξουσίας που εκφεύγει κάθε µορφής κοινωνικού ελέγχου και δηµοκρατικής νοµιµοποίησης και στην απονοµιµοποίηση κάθε «ανάγνωσης» που διαφοροποιείται από την θεώρηση του ενωσιακού εγχειρήµατος ως φορέα υλοποίησης στόχων διεθνούς ανταγωνιστικότητας και απορρύθµισης ολιγοπωλιακών κατα βάση τοµεακών αγορών. Ο ραγδαίος ρυθµός µε τον οποίο η Επιτροπή συστήνει αυτόνοµες αρχές σε µια σειρά θεµατικών πεδίων και η θεσµική ενδυνάµωση της στο πεδίο της εκπόνησης λεπτοµερών κανόνων εφαρµογής του ενωσιακού συστήµατος κανόνων έχουν ενισχύσει τον συγκεντρωτισµό και εγκιβωτισµό της παραγόµενης «ειδικής γνώσης» και την επιλεκτική χρήση της για την ενδυνάµωση του αφηγήµατος µιας Ευρώπης που προτάσσει την επίτευξη δηµοσιονοµικών στόχων έναντι οποιουδήποτε κοινωνικού τιµήµατος.

Η οικονοµοκεντρική λογική που διαπνέει τον τρόπο θεσµικής προστασίας και νοµικής διαχείρισης δηµοσίων αγαθών όπως ο αέρας, οι υδάτινοι πόροι και η βιοποικιλότητα λειτουργεί πολλές φορές εις βάρος ακόµα και των αποτελεσµάτων των σχετικών δηµοσίων διαβουλεύσεων καθώς οι µελέτες πιθανών επιπτώσεων που συνοδεύουν πλέον κάθε νοµοθετική πρόταση της Επιτροπής επικεντρώνονται σε µια ποσοτικοποιηµένη και κοστολογηµένη προσέγγιση µιας πλειάδας στοιχείων του περιβάλλοντος και των φυσικών οικοσυστηµάτων. Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται επίσης µια έντονη ρυθµιστική κόπωση σε ότι αφορά την διαµόρφωση ή την θέσπιση νέων νοµοθετικών προτάσεων και µια στροφή στην απλοποίηση, κωδικοποίηση και ενίσχυση της εφαρµοσιµότητας του ισχύοντος νοµοθετικού πλαισίου. Οι εξωδικαστικές και δικαστικές προσπάθειες της Επιτροπής να υποχρεώσει τα κράτη µέλη σε απόλυτη συµµόρφωση µε την υπάρχουσα κοινοτική νοµοθεσία στον τοµέα της διατροφικής ασφάλειας, ενεργειακής ασφάλειας και διαµόρφωσης ενός θετικού περιβαλλοντικού ισοζυγίου έχει πέσει εν πολλοίς στο κενό καθώς η οικονοµική κρίση έχει οδηγήσει σε αδυναµία καταβολής των σχετικών προστίµων και κατ’ επέκταση σε συµβιβασµούς, αναβολές και υπαναχωρήσεις.

Η θεµατική αποδυνάµωση της Γενικής Διεύθυνσης Περιβάλλοντος της Ευρωπαικής Επιτροπής αλλά και εν γένει της Επιτροπής και οι εγγενείς δυσκολίες που παρουσιάζει η επεξεργασία και εφαρµογή νοµοθετηµάτων όπως η Οδηγία NATURA για τους βιοτόπους, η Οδηγία-Πλαίσιο για τους Υδάτινους Πόρους και το νοµοθετικό πλαίσιο για την εύρυθµη λειτουργία του Συστήµατος Εµπορίας Αερίων Ρύπων έχουν µε την σειρά τους συντελέσει σε µια σταδιακή υποχώρηση των περιβαλλοντικών θεµάτων στην νοµοθετική ατζέντα τόσο του Συµβουλίου Υπουργών όσο και της Επιτροπής. Άχρωµες προσεγγίσεις, µονοτοµεακες αναγνώσεις και πολλές φορές ανεδαφικές στοχεύσεις υπονοµεύουν διαρκώς την περίφηµη ενσωµάτωση της περιβαλλοντικής διάστασης στις υπόλοιπες τοµεακές πολιτικές.

Υπό το φώς αυτών των νέων αυτών δεδοµένων και της γενικότερης προσήλωσης της ευρωπαϊκής θεσµικής αρχιτεκτονικής σε ζητήµατα που άπτονται της οικονοµικής κρίσης, το 2014 αποτελεί µια κρίσιµη χρονιά για την κλιµάκωση των προσπαθειών για την ενίσχυση των προσπαθειών συγκεκριµενοποίησης και ενδυνάµωσης της εφαρµοσιµότητας και της κοινωνικής διάστασης της ενωσιακής περιβαλλοντικής πολιτικής. Απαιτούνται ριζικές τοµές στον τρόπο προσέγγισης των σύγχρονων περιβαλλοντικών προβληµάτων και µια ευρύτερη αλλαγή παραδείγµατος που θα επικαιροποίησει τις πράσινες πολιτικές και θα τις αποδεσµεύσει από την υπέρµετρη προσήλωση στην τεχνοκρατική λογική της εκτίµησης των επιπτώσεων επί της αγοράς και των κρατικών δαπανών που ενδεχοµένως να προκύψουν από την υιοθέτηση περιβαλλοντικών µέτρων.

Αυτες ειναι ταυτόχρονα και οι προκλήσεις που αναµένεται να αντιµετωπίσει τόσο η νέα Επιτροπή όσο και το νεο Κοινοβούλιο στους επόµενους µήνες. Το διακύβευµα ειναι εξαιρετικά κρίσιµο τόσο γιατι η ανάγκη για να περάσουµε απο την παρούσα µηχανιστική και λογιστική διαχείριση των περιβαλλοντικών πόρων και αγαθών σε φιλόδοξες και στοχοθετηµένες στρατηγικές ανάδειξης του δηµόσιου χαρακτήρα τους είναι πλεόν αδήριτη όσο και γιατί η άκριτη ενσωµάτωση της περιβαλλοντικής διάστασης σε πολλές τοµεακές πολιτικές της Ευρωπαικής ένωσης έχει αποδειχθεί εν τοις πράγµασι γράµµα κενό. Εν έτει 2014, το κοινοτικό οικοδόµηµα βρίσκεται αντιµέτωπο µε την χειρότερη θεσµική, πολιτική και οικονοµική κρίση της βραχύβιας ιστορίας του που απειλεί να το αποδυναµώσει, να ενισχύσει διχαστικές και εσωστρεφείς λογικές και να το οδηγήσει σε κεντρόφυγες και σπασµωδικές λύσεις. Ταυτόχρονα όµως, η συγκεκριµένη ιστορική συγκυρία αποτελεί µία πρώτης τάξεως θεσµική ευκαιρία συσπείρωσης και συστράτευσης των κοινωνικών και πολιτικών εκείνων δυνάµεων που θεωρούν το υπάρχον ενωσιακό εγχείρηµα ως ένα εν δυνάµει πολυεπίπεδο εργαλείο εµπεδωσης των βασικών αρχών ευρωπαικής αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας και δηµιουργίας ενός πλεονασµατικού περιβαλλοντικού και κοινωνικού ισοζυγίου υπερεθνικού χαρακτήρα.

Οι ευρωπαίοι πολίτες θα κληθούν σε λιγότερες απο 100 µέρες όχι µόνο να επιλέξουν συγκεκριµένα πρόσωπα και πολιτικές δυνάµεις που θα τους εκπροσωπήσουν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αλλά και να καθορίσουν τους συσχετισµούς εκείνους που θα καταστήσουν το ευρωπαϊκό θεσµικό οπλοστάσιο είτε ένα εξωστρεφές µέσο διαµόρφωσης και εµπέδωσης κοινωνικά αποδεκτών περιβαλλοντικών πολιτικών είτε θα το βυθίσουν ακόµα περισσότερο στην έντονα εσωστρεφή γραφειοκρατική αναζήτηση µαγικών λύσεων και οραµάτων για πράσινη ανάπτυξη που εν τέλει αποδεικνύονται στερούµενα εσωτερικής συγκρότησης και κοινωνικής λογικής.

Μια τέτοια διαπίστωση δεν αποτελεί αναπαράγωγή µανιχαιστικών προτύπων ούτε αποσκοπεί στο να θέσει τεχνητά διλήµµατα, το αντίθετο µάλιστα: σκοπό έχει να τονίσει τον πολυδιάστατο χαρακτήρα των τάσεων και προκλήσεων που θα κλήθει να αντιµετωπίσει τόσο το νέο Ευρωπαϊκό Κοινοβουλιο όσο και η νέα Ευρωπαϊκή Επιτροπη. Οι θεσµικοί αυτοί φορείς πολύ σύντοµα θα κληθούν να απαντήσουν σε θεµελιώδη και κρίσιµα για την ίδια την βιωσιµότητα του ενωσιακού εγχειρήµατος ερώτηµατα που αναφέρονται στο ποσο περιβαλλοντικά βιώσιµο είναι το παρόν παραγωγικό µοντέλο στην Ευρώπη, στον ακριβή ρόλο του κράτους στην νέα εποχή στο πως θα διαµορφωθούν νέες κοινωνικές συµµαχίες και συνέργειες αλλά και πως οι πρόσπαθειες αναζωογόνησης της ασθµαίνουσας ευρωπαικής οικονοµίας δεν θα αποβούν µοίραιες για την επίτευξη κοινωνικά αποδεκτών όρων βιώσιµης ανάπτυξης.

Λαµβάνοντας υπόψη οτι τα προγράµµατα δηµοσιονοµικής προσαρµογής που ακολουθούνται σε αρκετές χώρες δεν καλύπτονται από την νοµοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά µε τη στρατηγική και περιβαλλοντική εκτίµηση των επιπτώσεών τους, την αδυναµία του υπάρχοντος πολιτικού προσωπικού να προσδώσει την δυναµική εκείνη που είναι απαραίτητη για να καταστεί η οικολογική καινοτοµία εργαλείο αντιµετώπισης της δηµοσιονοµικής κρίσης καθώς και τα χρόνια προβλήµατα εφαρµογής των ενωσιακών περιβαλλοντικών κανόνων που απειλούν να αποδοµήσουν το υπάρχον ευρωπαϊκό κοινωνικό και περιβαλλοντικό κεκτηµένο, οι επερχόµενες θεσµικές αλλαγές αποτελούν ιστορική ευκαιρία ριζοσπαστικής αλλαγής πολιτικών συσχετισµών και πρακτικών. Ως εκ τούτου, οι επερχόµενες εκλογικές διαδικασίες συνιστούν µια ιστορική µορφή αναδιάταξης του παραδοσικού πολιτικού µωσαικού και ανάδειξης του ευρωπαίου πολίτη σε βασικού υποκειµένου της ευρωπαικής ολοκλήρωσης και άµεσου παραλήπτη των ωφεληµάτων που προκύπτουν απο την αδιάλλειπτη διαθεσµική διαβούλευση και την συνεπαγόµενη παραγωγή κανόνων και νοµικά δεσµευτικών προτύπων κυρίως στο πεδίο των δηµόσιων κοινωνικών πολιτικών.

Δρ. ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΡΗΤΙΚΟΣ

Λέκτορας Ευρωπαϊκού Δικαίου και Project Leader στο European Institute of Public Administration-EIPA και Προϊστάµενος της Μονάδας Δικαίου Περιβάλλοντος, Διατροφικής Ασφάλειας και Διαχείρισης Κρίσεων στο Global Governance Institute.

email: mihail.kritikos@gmail.com

Advertisements