η σηµασία της αποτελεσµατικής εφαρµογής της νοµοθεσίας της Ε.Ε.

για την προηγούµενη εκτίµηση των επιπτώσεων των έργων και δραστηριοτήτων στο περιβάλλον και τα νέα ευρωπαϊκά δεδοµένα

PHOTO-6Ι. Η προστασία του περιβάλλοντος στην ΕΕ. Το περιβάλλον αποτελεί έναν από τους τοµείς στους οποίους η Ένωση έχει από κοινού αρµοδιότητα µε τα κράτη µέλη. Όταν η Ένωση παρεµβαίνει στον τοµέα αυτόν, πρέπει να συνεισφέρει στην επίτευξη ξεκάθαρων στόχων: διαφύλαξη, προστασία και βελτίωση της ποιότητας του περιβάλλοντος, προστασία της ανθρώπινης υγείας, προώθηση της συνετής και ορθολογικής χρήσης των φυσικών πόρων και προώθηση, σε διεθνές επίπεδο, µέτρων για την αντιµετώπιση περιφερειακών ή παγκόσµιων περιβαλλοντικών προβληµάτων. Σύµφωνα µε το άρθρο 3 της Συνθήκης ΕΕ, η Ένωση .. «Εργάζεται για την αειφόρο ανάπτυξη της Ευρώπης … µε στόχο .. το υψηλό επίπεδο προστασίας και βελτίωσης της ποιότητας του περιβάλλοντος…» Προσθέτως, το άρθρο 37 του Χάρτη των Θεµελιωδών Δικαιωµάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προβλέπει : «Το υψηλό επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος και η βελτίωση της ποιότητάς του πρέπει να ενσωµατώνονται στις πολιτικές της Ένωσης και να διασφαλίζονται σύµφωνα µε την αρχή της αειφόρου ανάπτυξης», το οποίο ισχύει από κοινού µε το άρθρο 3, παράγραφος 3 της Συνθήκης ΕΕ, και τα άρθρα 11 και 191-193 της Συνθήκης ΛΕΕ.

ΙΙ. Η Οδηγία 85/337/ΕΟΚ για την εκτίµηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων (ΕΠΕ). Η οδηγία 85/337/ΕΟΚ θεσπίστηκε το έτος 1985. Η οδηγία, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, εντάσσεται στο πλαίσιο των προγραµµάτων δράσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τοµέα του περιβάλλοντος, σύµφωνα µε τα οποία σηµασία έχει να αποφεύγεται εξ αρχής η δηµιουργία ρυπάνσεων ή οχλήσεων και όχι η καταπολέµηση των επιδράσεών τους εκ των υστέρων. Η εν λόγω οδηγία ως σκοπό έχει να επιτευχθεί η χορήγηση άδειας για σχέδια δηµοσίων ή ιδιωτικών έργων που µπορεί λόγω της φύσης, του µεγέθους ή της θέσης τους, να έχουν σηµαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, µόνο µετά από προηγούµενη εκτίµηση των σηµαντικών επιπτώσεων που ενδέχεται να έχουν σε αυτό. Σκοπό έχει επίσης, η εκτίµηση αυτή να γίνεται µε βάση τις κατάλληλες πληροφορίες που παρέχει ο κύριος του έργου και ενδεχοµένως να συµπληρώνεται από τις αρχές και το κοινό που µπορεί να αφορά το σχέδιο. Η οδηγία θεσπίζει ελάχιστες απαιτήσεις, ιδίως όσον αφορά τον τύπο των έργων τα οποία υπόκεινται σε εκτίµηση, τις κύριες υποχρεώσεις των κυρίων του έργου, το περιεχόµενο της εκτίµησης και τη συµµετοχή των αρµόδιων αρχών και του κοινού. Η οδηγία τροποποιήθηκε µε τις οδηγίες 97/11, 2003/35 και 2009/31/ΕΚ και τελικά κωδικοποιήθηκε µε την οδηγία 2011/92/ΕΕ.

Κατά την εκτίµηση της Επιτροπής, οι αρχές της περιβαλλοντικής εκτίµησης έχουν εναρµονισθεί σε όλη την ΕΕ. Το πρόβληµα ωστόσο που παραµένει, όπως άλλωστε γενικά για την περιβαλλοντική νοµοθεσία, είναι η ορθή εφαρµογή της.

ΙΙΙ. Πρόταση τροποποίησης της οδηγίας. Στις 26.10.2012, η Επιτροπή της ΕΕ πρότεινε την τροποποίηση της οδηγίας 2011/92/ΕΕ καθώς κρίθηκε απαραίτητο να βελτιωθεί η εκτίµηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων σε εθνικό επίπεδο και να εξασφαλισθεί η εφαρµογή της. Ο γενικός στόχος της πρότασης είναι να προσαρµοσθούν οι διατάξεις της κωδικοποιηµένης οδηγίας ώστε να αποκατασταθούν οι ελλείψεις και να ενσωµατωθούν οι επιτελούµενες περιβαλλοντικές και κοινωνικοοικονοµικές µεταβολές και προσκλήσεις. Ιδιαίτερα αναφορικά µε τις ελλείψεις η Επιτροπή επισηµαίνει ότι αφορούν τη διαδικασία ελέγχου, την ποιότητα και την ανάλυση της ΕΠΕ και τους κινδύνους ανακολουθιών στην ίδια διαδικασία και σε σχέση µε άλλα νοµοθετήµατα. Σε αυτά τα σηµεία η Επιτροπή εστιάζεται και στην πρότασή της (COM 2012 628 final), ενώ ιδιαίτερη µνεία γίνεται, µεταξύ άλλων, στη σηµασία της πληροφόρησης του κοινού καθώς πλέον απαιτείται στις πληροφορίες που του παρέχονται να προστίθενται περιγραφή των ρυθµίσεων παρακολούθησης. Αξίζει επίσης να σηµειωθεί ότι στην πρόταση οδηγίας αξιοποιείται η συναφής νοµολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η διαδικασία ψήφισης της τροποποιηµένης οδηγίας βρίσκεται σε τελικό στάδιο καθώς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει ήδη υποβάλλει από τον Οκτώβριο του 2013 τροπολογίες στην πρόταση της Επιτροπής και αναµένεται η ψήφισή της εντός µηνός Μαρτίου.

ΙV. Η εφαρµογή της οδηγίας στην Ελλάδα. Η διαδικασία της προηγούµενης εκτίµησης των επιπτώσεων των έργων και δραστηριοτήτων στο περιβάλλον αποτελεί την πιο σηµαντική έκφραση των αρχών της πρόληψης και της προφύλαξης που έχει καθιερώσει εδώ και τριάντα (30) σχεδόν χρόνια ο νοµοθέτης της Ένωσης και έχει ενισχύσει τόσο ο δικαστής του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και ο εθνικός δικαστής, δηµιουργώντας µια πάγια νοµολογία προκειµένου να εξασφαλίζεται η προστασία του περιβάλλοντος και της ανθρώπινης υγείας. Στην Ελλάδα, η εφαρµογή της οδηγίας έχει απασχολήσει ήδη από πολύ νωρίς το Συµβούλιο της Επικρατείας, το οποίο µε σειρά αποφάσεών του έχει επισηµάνει εδώ και χρόνια τα προβλήµατα της Διοίκησης όπως αποτυπώνονται στις αποφάσεις εγκρίσεων περιβαλλοντικών όρων για έργα και δραστηριότητες, χωρίς όµως η Διοίκηση να συµµορφώνεται καθώς ο νοµοθέτης έρχεται σε «δεύτερο» χρόνο να θεσπίσει µια νοµοθεσία που ανατρέπει τις ακυρωτικές αποφάσεις. Μια τέτοια χαρακτηριστική περίπτωση είναι η νοµοθεσία για τις κεραίες κινητής τηλεφωνίας, µε την οποία συστηµατικά παραβιάζονται οι αρχές της πρόληψης και της προφύλαξης καθώς επιτρέπεται η λειτουργία των κεραιών χωρίς την τήρηση της διαδικασίας ΕΠΕ και προβλέπεται η εκ των υστέρων «περιβαλλοντική» νοµιµοποίησή τους. Οι συνεχείς παρατάσεις που δόθηκαν από τον νοµοθέτη για την περιβαλλοντική αδειοδότηση – νοµιµοποίηση των κεραιών κινητής τηλεφωνίας, µετά τη θέσπιση του ν.3431/2006 ως αποτέλεσµα είχαν τελικά οι κεραίες να λειτουργούν χωρίς εγκρίσεις περιβαλλοντικών όρων σε βάρος του περιβάλλοντος και της ανθρώπινης υγείας, κατά παράβαση της νοµολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης που απαιτεί όταν σηµειώνεται µια παρανοµία – εν προκειµένω η παραβίαση της οδηγίας 85/337/ΕΟΚ – εκ µέρους του κράτους, να θεραπεύεται το συντοµότερο δυνατό (απόφαση ΔΕΕ, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, C-215/2008). Οι νεότερες δε ρυθµίσεις, όπως ο νόµος 4070/12 και η ΚΥΑ 198015/ΕΥΠΕ/ΥΠΕΚΑ/2012 για τον τρόπο καθιέρωσης των Πρότυπων Περιβαλλοντικών Δεσµεύσεων για τους σταθµούς βάσης κινητής τηλεφωνίας, που απαιτεί ως µόνη προϋπόθεση την άκρως περιεκτική ως ανύπαρκτη δήλωση της κάθε ενδιαφερόµενης εταιρείας για περιβαλλοντικές δεσµεύσεις που δεν προσδιορίζονται καν, χωρίς την απαίτηση για προηγούµενη εξέταση εναλλακτικών λύσεων, χωρίς δηµοσιότητα και χωρίς τη συµµετοχή του κοινού στη λήψη των αποφάσεων αδειοδότησης, σε συνδυασµό µε την άµεση εγκατάσταση και λειτουργία των κεραιών µε µόνη τη χορήγηση του πιστοποιητικού Πληρότητας του φακέλου αίτησης χορήγησης άδειας κατασκευής από την ΕΕΤΤ, τελικά αναιρούν τον προληπτικό έλεγχο, που επιτυγχάνεται µόνο µε την εκ των προτέρων αξιολόγηση των απειλών στο περιβάλλον και την ανθρώπινη υγεία και παραβιάζουν τη νοµοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την προηγούµενη εκτίµηση των έργων και των δραστηριοτήτων. Προσθέτως, για µια ακόµη φορά ο νοµοθέτης φαίνεται να «παρεµβαίνει» ανεπίτρεπτα στο έργο της δικαστικής εξουσίας αφού τελικά ανατρέπει µε νοµοθετικές ρυθµίσεις τόσο την 1264/2005 απόφαση της Ολοµέλειας, που για πρώτη φορά έθεσε το ζήτηµα της απαίτησης της έγκρισης περιβαλλοντικών όρων ως προϋπόθεση για τη νόµιµη εγκατάσταση και λειτουργία των κεραιών κινητής τηλεφωνίας, όσο και τη νοµολογία που ακολούθησε παγίως µέχρι και σήµερα (ενδεικτικά ΣτΕ 2004/2013, 1056/12, 1718/12, 4638/2011), µε αποτέλεσµα να δηµιουργούνται προβλήµατα στον τοµέα των σχέσεων της δικαστικής µε τη νοµοθετική και την εκτελεστική εξουσία, η διάκριση των οποίων αποτελεί θεµέλιο της λειτουργίας του πολιτεύµατος και του κράτους δικαίου.

ΙΩΑΝΝΑ ΚΟΥΦΑΚΗ, Δρ. Νοµικής

Advertisements