ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ και ΔΑΣΙΚΟΙ ΧΑΡΤΕΣ

αναπτυξιακά εργαλεία υπέρ ή εις βάρος της δηµόσιας γης;

PHOTO-8Ένα απ’ τα προβλήµατα βάσης για τα ζητήµατα της προστασίας και της ανάπτυξης του χώρου στην Ελλάδα είναι η χρόνια έλλειψη Εθνικού Κτηµατολογίου. Η έλλειψη αυτή λειτουργεί επιβαρυντικά κυρίως για την οριοθέτηση και προστασία της δηµόσιας ακίνητης περιουσίας.

Το ζήτηµα της ακίνητης περιουσίας του Ελληνικού Δηµοσίου είναι εξαιρετικά πολύπλοκο παρ’ όλο που πρακτικά το ιστορικό βάθος χρόνου που µπορεί κανείς να εξετάσει συνεκτικά το ελληνικό κράτος κι εποµένως την περιουσία του δεν είναι ούτε καν δύο αιώνες. Η πολυπλοκότητα ξεκινά κι απ’ το πώς, κατά τα επιµέρους στάδια ανεξαρτητοποίησης και ενσωµάτωσης σε ενιαίο κράτος, περιήλθε γη στο ελληνικό δηµόσιο. Στην περιουσία αυτή περιλαµβάνονται αδιαφοροποίητα από δάση, αιγιαλοί και ποτάµια µέχρι αστικά ακίνητα. Αν κάτι συνέχει ιστορικά την στάση του ελληνικού κράτους έναντι της περιουσίας του είναι µάλλον η ανοχή στις καταπατήσεις, κυρίως σε αυτές που προέρχονται από ισχυρά συµφέροντα και µεγαλοϊδιοκτήτες, και οι δωρεάν παραχωρήσεις, πάντα σε συνάρτηση µε τις σχέσεις εξουσίας κάθε περιόδου και τα πελατειακά κοµµατικά συµφέροντα (λ.χ. κατά καιρούς σε σηµαίνοντα πολιτικά πρόσωπα, σε µεγαλοεπενδυτές, σε επιµέρους ΝΠΔΔ ή ΔΕΚΟ που αποκτούν κατά καιρούς πολιτική «προτεραιότητα» και, πολύ λιγότερο για κοινωνικούς σκοπούς, όπως π.χ. σε ακτήµονες).

Η προστασία της δηµόσιας ακίνητης περιουσίας ως προς το ιδιοκτησιακό της καθεστώς βασίστηκε ιστορικά σε νοµοθετήµατα που την όριζαν ως «εκτός συναλλαγής» (εµπορικής δηλαδή), σε νοµοθετήµατα που αφορούσαν τις προστατευτέες εκτάσεις µε όρους απόλυτης προστασίας και στο περίφηµο «τεκµήριο κυριότητας υπέρ του Δηµοσίου» για τις «αδέσποτες» και ιδιαίτερα για τις δασικές εκτάσεις.

Από την άλλη µεριά, η µη-προστασία της δηµόσιας ακίνητης περιουσίας βασίστηκε: α) στη συστηµατική απουσία Δασολογίου και δασικών χαρτών, β) στις παλινωδίες της νοµοθεσίας σχετικά µε τον ορισµό του δάσους, γ) στην µέχρι το 1986 απουσία πρόβλεψης καν για σύνταξη Κτηµατολογίου και στην έκτοτε (και µέχρι σήµερα) ανικανότητα κατάρτισής του παρ’ όλα τα διαχειριστικά πειράµατα και τον πακτωλό χρηµατοδοτικής στήριξης, δ) στην µέχρι και σήµερα µη οριστικοποιηµένη οριοθέτηση της γραµµής αιγιαλού, ε) αλλά και σε άλλες παράλληλες βολικές «ασάφειες» όπως αυτή του καθεστώτος χρήσεων γης, προστασίας κλπ. Γενικά, η µη-προστασία βασίστηκε στην µη-καταγραφή και στον µη-χαρακτηρισµό, στο πιο βολικό άλλοθι δηλαδή για την κατά τα λοιπά απαγορευµένη «συναλλαγή». Το Ελληνικό Δηµόσιο δεν επεδίωξε στην πραγµατικότητα να καταγράψει την περιουσία του.

«Επίσπευση» του Κτηµατολογίου και των Δασικών Χαρτών.
Υπέρ τίνος;

Με την εισδοχή της χώρας επισήµως στην «κρίση χρέους» από το 2010, το ίδιο το «χρέος» ανάγεται στην κύρια νοµιµοποιητική ιδεολογική βάση για ένα πρωτοφανούς έκτασης εγχείρηµα «αξιοποίησης» ή ξεπουλήµατος κυρίως της δηµόσιας ακίνητης περιουσίας. Τώρα λοιπόν, επισήµως, και στο όνοµα της εξυπηρέτησης του χρέους µε έσοδα, είναι αυτή ακριβώς η δηµόσια περιουσία που βρίσκεται στην αιχµή της «συναλλαγής» και µάλιστα µε καθ’ όλα εµπορικούς όρους (και ασύµφορους για το Δηµόσιο). Τώρα λοιπόν, κινητοποιείται εκ νέου και η διαδικασία άρον-άρον καταγραφής της. Καταρχήν, µε το ΤΑΙΠΕΔ που «ξεκαθαρίζει» το καθεστώς, κωδικοποιεί και εκπλειστηριάζει τα ιδιωτικά ακίνητα του Δηµοσίου και, κατά δεύτερον, για όλα τα υπόλοιπα ακίνητα, µε σπασµωδικές νοµοθετικές κινήσεις ελεγχόµενης συνταγµατικότητας υπό την στενή καθοδήγηση της Task Force.

Η διαφορά αυτής της προσδοκίας «συναλλαγής» σε σχέση µε την παραδοσιακή τακτική των «παραχωρήσεων» ή της αδιαφορίας στις καταπατήσεις σε καθεστώς βολικής «άγνοιας» ή «ασάφειας», είναι ότι το ενδιαφέρον των συναλλασσόµενων ξεπερνά την εγχώρια πελατεία – αγορά σπεκουλαδόρων και εγκατεστηµένων καταπατητών. Και οι εκτός Ελλάδας «επενδυτές» θέλουν τίτλους και συµβόλαια. Εξ ου και κινητοποιείται όλος ο νοµοθετικός µηχανισµός µε γοργά και συστηµατικά βήµατα µε βασικότερο άξονα την ολοκλήρωση του Κτηµατολογίου και των Δασικών Χαρτών.

Ένα από τα βασικότερα προβλήµατα στη σύνταξη του Κτηµατολογίου ήταν και είναι η µη προηγούµενη ύπαρξη Δασικών Χαρτών, η έλλειψη οριοθέτησης πληθώρας οικισµών, η µη καταγραφή της γραµµής αιγιαλού κλπ (οριοθετήσεις αναγκαίες αν µη τι άλλο για να «κλείνουν» και οι τίτλοι των ιδιωτικών ακινήτων).

Για το χρονικό µη κατάρτισης Κτηµατολογίου από το 1986 (ν. 1647) µέχρι το 2013 (ν. 4164), µπορούν να αναζητηθούν ευθύνες και να σχολιαστούν πολλά. Γεγονός πάντως είναι πως η διαδικασία καθυστέρησε σε σηµαντικό βαθµό από προσφυγές και ενστάσεις στις αναρτήσεις των δικαιωµάτων. Σε όλη αυτή την περίοδο, το Δηµόσιο διατήρησε αν µη τι άλλο το δικαίωµα να µην υποβάλλει εγγραπτέα δικαιώµατα στην κτηµατογράφηση, στο βαθµό που τα δηµόσια κτήµατα προστατεύονταν από το τεκµήριο κυριότητας υπέρ του Δηµοσίου.

Εν όψει του πρόσφατου νόµου για το Κτηµατολόγιο η βασική αιτιολογική συζήτηση για την αναγκαιότητά του ήταν η «επίσπευση», δηλαδή η άρση των «εµποδίων» που δηµιουργούν καθυστερήσεις. Ένα τέτοιο «εµπόδιο» ήταν η ανυπαρξία των Δασικών Χαρτών. Είναι φυσικά απορίας άξιο το γιατί πληθώρα Δασικών Χαρτών που έχουν προ πολλού ολοκληρωθεί (και αφορούν το 30% των δασικών µελετών ενώ καλύπτουν το 60% των δασικών οικοσυστηµάτων) δεν αναρτώνται τόσα χρόνια, ούτε επικυρώνονται. Κι ενώ κανείς θα περίµενε, στο όνοµα της επίσπευσης, την επιτέλους κατά προτεραιότητα κατάρτιση, θεώρηση και ανάρτηση των Δασικών Χαρτών από τις αρµόδιες δασικές υπηρεσίες -που αν δεν επαρκούσαν θα υποστηρίζονταν για τον «εθνικό» αυτό σκοπό-, η στρατηγική που ακολουθήθηκε ήταν άλλη, κραυγαλέα αντιφατική αλλά και αποκαλυπτική.

Επιλέχθηκε, αυτή την κρίσιµη στιγµή της «επίσπευσης», να περιοριστεί ο ρόλος των δασικών υπηρεσιών αποκλειστικά στη «θεώρηση» των χαρτών, µε ακόµα κι αυτή την αρµοδιότητα υπονοµευµένη τόσο δια νόµου (µε τις απαράδεκτα περιορισµένες προθεσµίες χωρίς εγγυήσεις παράτασης σε περιπτώσεις λαθών ή παραλείψεων των µελετητών), όσο και πρακτικά, λόγω της γενικευµένης αποψίλωσης των υπηρεσιών από προσωπικό στο πλαίσιο της γενικότερης «εξυγίανσης» του δηµόσιου τοµέα. Τυχόν «αδυναµία θεώρησης» των χαρτών απ’ αυτές τις αποδυναµωµένες υπηρεσίες, δεν συνιστά άλλωστε πρόβληµα, αφού προβλέπεται οι χάρτες να αναρτώνται υποχρεωτικά κι όποιος θέλει και προφταίνει ας υποβάλλει ένσταση.

Ο ρόλος των δασικών υπηρεσιών όµως υπονοµεύτηκε και απ’ το ότι ξαφνικά επιφορτίστηκαν µε την υποχρέωση να δηλώνουν εξ ονόµατος του δηµοσίου εγγραπτέα δικαιώµατα για κάθε δηµόσια γωνιά της Ελλάδας (εκατοµµύρια δικαιώµατα δηλαδή σε µια επικράτεια για την οποία στο 99% της έκτασης δεν υπάρχουν έως σήµερα κυρωµένοι δασικοί χάρτες). Και φυσικά να αντιδικούν επί πολλών επ’ αυτών στα δικαστήρια µε τυχόν «ενδιαφερόµενους», αν και εφόσον ενηµερωθούν έγκαιρα.

Στην πράξη δε, και παρ’ όλο που οι δασικές υπηρεσίες υποβάλλουν εγγραπτέα δικαιώµατα ήδη πριν την ψήφιση αυτής της υποχρέωσης δια του ν. 4164/2013, ειδικά σε «διακεκαυµένες ζώνες» όπως οι δασικές περιοχές της Αττικής, βάσει σχετικής εγκυκλίου της ΕΚΧΑ Α.Ε. τα δικαιώµατα αυτά καταγράφονται ως δηµόσια γη µόνο στις περιπτώσεις που υπάρχει δασικός χάρτης (!) και όπου δεν εµφανίζεται άλλος ιδιοκτήτης! Για να δώσουµε ένα παράδειγµα του πως διακυβεύονται έτσι στα «βουβά» τα δικαιώµατα του δηµοσίου ας αναλογιστούµε τέτοιες περιοχές χωρίς δασικούς χάρτες όπως π.χ. Αγ. Στέφανος, Εκάλη, Ν. Ερυθραία, Σταµάτα, Διόνυσος, Ροδόπολη, Ανοιξη, Ανθούσα, Ραφήνα, Ν. Μάκρη, Πικέρµι και Παλλήνη (δηλαδή η µισή Πεντέλη).

Παράλληλη νοµοθεσία

Στην ίδια γραµµή άρον-άρον «τακτοποίησης» των τίτλων ανά την επικράτεια και δη εις βάρος του δηµοσίου ακολούθησαν : α) ο, εξίσου αντισυνταγµατικός µε τον προηγούµενο ν.4014/2011, νέος νόµος «τακτοποίησης» των αυθαιρέτων ν. 4178/2013, ένας νόµος-τιµοκατάλογος µε τιµές, εκπτώσεις, δόσεις και µοναδικά κριτήρια αξιολόγησης επί της ουσίας την κλίµακα και την «παλαιότητα», συν µια ασύστατη αοριστολογία περί «αναγκαιότητας σχεδιασµού» και Τράπεζας Γης για τα προσχήµατα της συνταγµατικότητας, β) το νοµοσχέδιο για τα «δασικά οικοσυστήµατα» που διαπραγµατεύεται κυρίως το πώς ο δασικός χαρακτήρας µπορεί να µεταβληθεί ή απολεσθεί (ρύθµιση που εξασφαλίζει a priori µαζικούς αποχαρακτηρισµούς, που θα διευκολύνουν προφανώς και την µαζική κτηµατογράφηση και µαζική κατάρτιση των δασικών χαρτών), µέχρι (κυρίως) τις «επιτρεπτές επεµβάσεις» στις δασικές εκτάσεις (σε όσες διασωθούν), γ) το νοµοσχέδιο για την ιδιωτική πολεοδόµηση, τους οικοδοµικούς συνεταιρισµούς (βασικούς «ενδιαφερόµενους» περί τις δασικές εκτάσεις) και την αναθεώρηση της κωδικοποίησης χρήσεων γης, δ) το νοµοσχέδιο για την κατάργηση των Οργανισµών Ρυθµιστικού Σχεδίου τη στιγµή που εκκρεµούν και τα ρυθµιστικά σχέδια και πολυάριθµες εγκρίσεις γενικών πολεοδοµικών σχεδίων, ε) την ταυτόχρονη ένταξη στο σχέδιο χιλιάδων στρεµµάτων σε περιοχές αυθαιρέτων και παραθεριστικής κατοικίας, παρέχοντας έτσι -προεκλογικά- στους ιδιοκτήτες αυθαιρέτων όχι µόνο έκπτωση στο πρόστιµο (ως εντός σχεδίου πια) αλλά πιθανόν και περιθώριο για επιπλέον δόµηση -ως αποζηµίωση ίσως για την ψυχική τους οδύνη. Κι η σειρά αυτών των ρυθµίσεων, πιθανόν, δεν έχει τέλος.

Η συστηµατική αυτή νοµοθεσία περί την γη δεν στέκει µόνη της. Αρχής γενοµένης από τον Εφαρµοστικό νόµο του Μεσοπρόθεσµου ν. 3986/2011, πλαισιώνεται από πληθώρα ρυθµίσεων που διασφαλίζουν την «κατ’ εξαίρεση» και «κατά παρέκκλιση» των ισχυόντων (σχεδιασµών, όρων δόµησης, καθεστώτων προστασίας) εκµετάλλευση της γης, στο όνοµα συγκεκριµένων επενδύσεων, κλίµακας κυρίως.

Προτεραιότητα η υπεράσπιση της δηµόσιας γης

Οι υποδείξεις της Task Force µέχρι στιγµής για άρον-άρον «µικρό» Κτηµατολόγιο (minimum cadastre) µε χρονικό ορίζοντα το 2020, παράκαµψη των δασικών υπηρεσιών (minimum δηµόσιος έλεγχος) και «τακτοποίηση» µε οικονοµικό αντάλλαγµα καταπατήσεων και αυθαιρέτων, υιοθετούνται κατά γράµµα. Στο βωµό αυτής της «ανάπτυξης» θα θυσιαστούν και ως ιδιοκτησία και ως χαρακτήρας όσες δηµόσιες εκτάσεις χρειαστεί µάλλον. Το «κατ’ εξαίρεση» δεν φαίνεται να έχει όριο.

Την αναπτυξιακή σκοπιµότητα και αναγκαιότητα του Κτηµατολογίου δεν την αµφισβητεί κανείς. Την προστασία της δηµόσιας γης και των φυσικών πόρων την αµφισβητούν όµως αρκετοί. Κατεξοχήν την αµφισβητεί το νεοφιλελεύθερο µοντέλο ανάπτυξης που εγκαθιστά πλέον όρους και ρυθµίσεις στην εξαρτηµένη χώρα µας. Η αντίσταση σ’ αυτό µέσα απ’ την υπό όρους διαφάνειας και κοινωνικού ελέγχου υπεράσπιση του ρόλου, των δικαιωµάτων και της δηµόσιας γης είναι τόσο επίκαιρη, όσο και επιτακτικά αναγκαία.

ΜΑΡΙΑ ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

Advertisements