Η ΔΙΑΡΚΗΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

PHOTO-5Γιατί (πάλι) µεταρρύθµιση;

Αν όπως ισχυρίζεται ο µηχανισµός της Επιτροπής, η Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ) είναι µια κατά βάση επιτυχηµένη πολιτική, γιατί πρέπει να υφίσταται ο αγροτικός κόσµος τη διαδικασία επάλληλων αναθεωρήσεων εδώ και πάνω από 20 χρόνια;

Η «απονοµιµοποίηση» της ΚΑΠ στα µάτια πρώτα των πολιτικών, των λόµπυ και των ΜΜΕ αλλά τώρα πια και των πολιτών της ΕΕ, έχει πολλές αιτίες και οι επικρίσεις προέρχονται από πολλές πλευρές. Οι πιέσεις για ολοσχερή κατάργησή της (εκτός γραφικών περιπτώσεων) προέρχονται από πλευρές που θεωρούν ότι οποιαδήποτε παρέµβαση στην αγορά είναι µακροπρόθεσµα βλαπτική. Γι’ αυτούς, η ΚΑΠ αποτελεί αναχρονισµό, αντιπαραγωγική διαδικασία και προκαλεί στρεβλή κατανοµή των περιορισµένων δηµόσιων πόρων. Η δε αποδέσµευση των πόρων και µεταφορά τους στη στήριξη της καινοτοµίας αλλά και η απελευθέρωση(!!!) εργατικού δυναµικού από τον αντιπαραγωγικό τελικά γεωργικό τοµέα προς άλλους παραγωγικότερους, θα επέφερε τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της ΕΕ.

Η πίεση αυτή που βαίνει αυξανόµενη κάθε φορά που συζητείται αναθεώρηση, ήταν σηµαντική στην πολύπλοκη και πρωτόγνωρη διαδικασία συναπόφασης όπου εµπλέκονταν η Επιτροπή, το Συµβούλιο Υπουργών και το Ευρωκοινοβούλιο. Στη διαπραγµάτευση παρενέβαιναν διαρκώς οι εθνικές/περιφερειακές διοικήσεις, αλλά και λόµπυ όπως γεωργικά (ποικίλων χρωµάτων και προελεύσεων), εταιρειών εφοδίων, περιβαλλοντικές οργανώσεις κ.α. Στη τρίχρονη διάρκεια της διαπραγµάτευσης οι συµµαχίες άλλαξαν, οι θέσεις µετατοπίστηκαν αλλά το κύριο επιχείρηµα για τη συνέχιση της ΚΑΠ ήταν η παραγωγή δηµοσίων αγαθών (κυρίως περιβαλλοντικών) µέσω της γεωργικής δραστηριότητας. Αν ήθελε να συνοψίσει κάποιος την όλη διαδικασία, η φράση του Τανκρέντι στον Γατόπαρδο, «για να διατηρηθούν τα πράγµατα όπως είναι, πρέπει να αλλάξουν τα πάντα» νοµίζω είναι η κατάλληλη.

Η επιλογή της συµβολής της γεωργίας στην προστασία του περιβάλλοντος ως του νέου νοµιµοποιητικού στοιχείου της ΚΑΠ, ίσως εξηγεί και την απορριπτική στάση της συντριπτικής πλειοψηφίας των περιβαλλοντικών οργανώσεων. Θεωρούν ότι το «πρασίνισµα» της ΚΑΠ ήταν προσχηµατικό για να έχουν οι προτάσεις της Επιτροπής µια ευνοϊκή αρχική υποδοχή, στη δύσκολη αυτή διαδικασία. Σύµφωνα µε τις περιβαλλοντικές ΜΚΟ, όταν το επικοινωνιακό παιχνίδι της Επιτροπής πέτυχε το στόχο του, η «πράσινη» εξαγγελία αφυδατώθηκε κυνικά µέσα από συνεχείς αµβλύνσεις και εξαιρέσεις, για να καταλήξει ένα χλωµό απείκασµα των αρχικών προτάσεων.

Μια συνοπτική περιγραφή της νέας ΚΑΠ

Για να γίνουν κατανοητές οι µεταβολές είναι χρήσιµο να θυµηθούµε ότι η ΚΑΠ αποτελείται από δυο σκέλη (πυλώνες στη σχετική αργκό). Ο πρώτος πυλώνας αφορά στις άµεσες ενισχύσεις στους γεωργούς και σε µικρότερο βαθµό τη στήριξη των αγορών. Το δεύτερο σκέλος, αυτό της ανάπτυξης των αγροτικών περιοχών, περιλαµβάνει µέτρα προστασίας του περιβάλλοντος, βελτίωσης παραγωγικών διαρθρώσεων και της ποιότητας ζωής. Η σχέση µεταξύ των δύο πυλώνων, ως προς τα ποσά που διατίθενται, 3/1 εις βάρος του δεύτερου πυλώνα, παραµένει εξαιρετικά άνιση παρά την εµφατική υποστήριξή του. Χαρακτηριστικό είναι το ότι ενώ οι περικοπές στην πρόταση της Επιτροπής ήταν 1,8% για τον πρώτο, για τον δεύτερο πυλώνα ήταν 7,6%. Συνολικά υπήρξε µια µικρή µείωση για την ΚΑΠ που απορροφά όµως και στην επόµενη περίοδο το σηµαντικότερο τµήµα (37,8%) του συνολικού προϋπολογισµού της ΕΕ.

Η ενσωµάτωση του γεωργικού τοµέα στην αγορά προωθείται και για τη νέα περίοδο µε την ελαχιστοποίηση των επιδοτήσεων που συνδέονται µε την παραγωγή και τη σταδιακή κατάργηση των περιορισµών που αποµένουν. Από τον αυξανόµενο βαθµό ενσωµάτωσης στην αγορά όµως αναµένεται να δηµιουργηθούν νέα προβλήµατα. Όπως απότοµες αυξοµειώσεις των τιµών, που συνδυαζόµενες µε την αβεβαιότητα στην παραγωγή, προκαλούν βίαιες µεταβολές των εισοδηµάτων των παραγωγών. Γι’ αυτόν το λόγο προβλέπονται µηχανισµοί αυτασφάλισης. Ενώ για την έκθεση της παραγωγής σε αγορές µε ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο συγκέντρωσης (π.χ. στη λιανική πώληση τροφίµων όπου οι µεγάλες αλυσίδες κατέχουν δεσπόζουσα θέση και οι τιµές παραγωγού συµπιέζονται διαρκώς) δίνονται θεσµικά και οικονοµικά κίνητρα για τη δηµιουργία συλλογικών οργανώσεων των παραγωγών. Τέλος για κάποια προϊόντα ή κλάδους που θα κρίνονταν ως κρίσιµοι από τα Κράτη Μέλη, επιτρέπεται η σύνδεση των ενισχύσεων µε την παραγωγή.

Το κυριότερο όµως χαρακτηριστικό της νέας ΚΑΠ είναι ότι ο πρώτος πυλώνας µπολιάζεται µε στοιχεία αναδιανοµής, προώθησης περιφερειακής συνοχής αλλά και προστασίας του περιβάλλοντος. Στα πρώτα περιλαµβάνονται οι απλοποιηµένες διαδικασίες και η απαλλαγή από συγκεκριµένες υποχρεώσεις για τους µικρούς παραγωγούς, η δυνατότητα αναδιανοµής µέρους των µεταβιβάσεων προς όφελος των µικρών και µεσαίων παραγωγών, η αυξηµένη άµεση ενίσχυση για τους νέους γεωργούς αλλά και για τους παραγωγούς σε περιοχές µε φυσικούς περιορισµούς. Μέτρα όµως που συνοδεύονται µε τον υποχρεωτικό αποκλεισµό από τις επιδοτήσεις των πολύ µικρών παραγωγών, λόγω «διοικητικού κόστους». Σηµαντικότερη όµως (και συµβολική όπως είδαµε) όλων των αλλαγών είναι η εισαγωγή µιας πράσινης συνιστώσας (και εδώ!!!) στον πρώτο πυλώνα. Πέραν της ισχύουσας υποχρέωσης των παραγωγών να τηρούν κανόνες προστασίας του περιβάλλοντος, της δηµόσιας υγείας και της ευηµερίας των ζώων, ένα 30% της συνολικής επιδότησης συναρτάται µε την εφαρµογή φιλοπεριβαλλοντικών µεθόδων. Βέβαια, µετά τη διαπραγµάτευση, πρέπει να ψάξει κάποιος για να βρει τέτοιες περιπτώσεις. Οι εξαιρέσεις και οι αναβολές αφθονούν.

Ως προς τα µέτρα αγροτικής ανάπτυξης, θετικό αλλά όχι νέο στοιχείο θεωρείται το βάρος που δίνεται σε µέτρα προστασίας του περιβάλλοντος όπως τα αγροπεριβαλλοντικά, η βιολογική γεωργία, η ενίσχυση παραγωγών που δραστηριοποιούνται σε περιοχές µε φυσικούς περιορισµούς, που υφίστανται τις επιπτώσεις της εφαρµογής της οδηγίας πλαίσιο για τα νερά ή των προστατευόµενων περιοχών του δικτύου Natura, για τη δασοκοµία αλλά και για επενδύσεις µε στόχο την προστασία του περιβάλλοντος και την αντιµετώπιση της κλιµατικής αλλαγής. Είναι σίγουρα θετική η αύξηση του τµήµατος που υποχρεωτικά προορίζεται για σχετικές δράσεις, όπως και η έµφαση που δίνεται στην παροχή συµβουλών στους γεωργούς και στη συνεργασία µεταξύ των παραγωγών και των άλλων εµπλεκοµένων.

Τα επίδικα στην Ελλάδα

Στην Ελλάδα, ο κάθε παραγωγός εισπράττει επιδότηση βάσει του τι εισέπραττε πριν τη µεταρρύθµιση του 2003, όταν το 20% των ελλήνων παραγωγών εισέπραττε το 80% των επιδοτήσεων. Επελέγη το ιστορικό µοντέλο στην κατανοµή των επιδοτήσεων δηλαδή, και έτσι παγιώθηκαν οι ανισότητες µεταξύ κλάδων και περιοχών, συνεχίστηκε η ενίσχυση εντατικών, υδροβόρων και επιβαρυντικών για το περιβάλλον καλλιεργειών και των περιοχών που αυτές κυριαρχούν. Επιβραβεύτηκαν ταυτόχρονα µε «τακτοποίηση» πασίγνωστες αλλά ανοµολόγητες (σε ποιους;) λαθροχειρίες.

Άλλα, παράπλευρα, αποτελέσµατα αυτής της επιλογής ήταν η χώρα να τεθεί στο στόχαστρο γιατί, βοηθούντων και των λανθασµένων στατιστικών στοιχείων, δινόταν η εντύπωση ότι εισπράττεται η µεγαλύτερη ανά εκτάριο ενίσχυση (υπερπενταπλάσια από τη Λεττονία) αλλά και οι αυξηµένοι καταλογισµοί (πρόστιµα δηλαδή) αφού η, µετά από χρονοτριβή, υποχρεωτική εφαρµογή των διαθέσιµων τεχνολογιών κατέστησε αδύνατη τη συνέχιση της «τακτοποίησης».

Η διακριτική ευχέρεια των εθνικών/περιφερειακών διοικήσεων αυξάνεται µε την νέα ΚΑΠ. Ξεκινάει από τις κρίσιµες επιλογές που καλούνται να κάνουν και φτάνει ως τη δυνατότητα µεταφοράς πόρων ως 15% ή και 25% από τον ένα πυλώνα στον άλλο. Ποιες είναι οι κρίσιµες επιλογές; Κατά πρώτον, ενώ είναι υποχρεωτική η εφαρµογή του περιφερειακού µοντέλου, η ισόρροπη, δηλαδή, κατανοµή των επιδοτήσεων εντός µιας περιφέρειας ανεξαρτήτως του τι εισέπραττε µέχρι τώρα ο κάθε παραγωγός, αφήνεται στην εθνική διακριτική ευχέρεια η οριοθέτηση των περιφερειών. Και αυτό ορίζει ουσιαστικά και το πρώτο µεγάλο ζήτηµα για την Ελλάδα. Η απόφαση που θα ληφθεί µπορεί να συµβάλει στην άµβλυνση των ανισοτήτων, ενισχύοντας δραστηριότητες όπως π.χ. εκτατική κτηνοτροφία, επικεντρώνοντας στις περιοχές µε φυσικά µειονεκτήµατα (ορεινές, νησιωτικές) που συνήθως είναι λιγότερο εντατικές και ιδιαίτερα σηµαντικές τόσο κοινωνικά όσο και περιβαλλοντικά. Εξίσου όµως δυνατόν είναι, να επιλέξει η κυβέρνηση την επίταση των ενδοαγροτικών αλλά και χωρικών ανισοτήτων µε την συνέχιση της εύνοιας προς εντατικές και περιβαλλοντικά επιβαρυντικές καλλιέργειες και τις αντίστοιχες περιοχές.

Το δεύτερο επίδικο, εδώ κυριολεκτικά, είναι το ζήτηµα των βοσκοτόπων. Η έλλειψη κτηµατολογίου και η έλλειψη πολιτικής χρήσεων γης δηµιούργησαν εδώ και πολλά χρόνια ένα πρόβληµα το οποίο παρέµενε άλυτο αφού δεν δηµιουργούσε σηµαντικό πολιτικό πρόβληµα. Τώρα όµως που απειλείται µε αποκλεισµό από τις επιδοτήσεις, µεγάλο µέρος της κτηνοτροφίας, ενός από τους πιο πιεσµένους αλλά και «αδικηµένους» κλάδους και οι λιγότερο ευνοηµένες περιοχές, τα ηµίµετρα και ο στρουθοκαµηλισµός δεν είναι πια λύση. Αυτό που επιβαρύνει την κατάσταση είναι ότι η απόπειρα να ρυθµιστεί το πρόβληµα, στο νοµοσχέδιο του ΥΠΕΚΑ, συνδέθηκε (τυχαία;) µε άλλες στοχεύσεις όπως την παράδοση µεγάλων περιοχών στην οικοδόµηση, µε αποτέλεσµα να είναι ιδιαίτερα αµφίβολη η λύση του.

Στον πρώτο πυλώνα η διεύρυνση της διακριτικής ευχέρειας δηµιουργεί αυξηµένες υποχρεώσεις στη δηµόσια διοίκηση, σε µια περίοδο που δεν έχει βρει ακόµα το βηµατισµό της µετά από τη µεταρρύθµιση του 2010, ενώ η συµµετοχή και η διαφάνεια στο σχεδιασµό, εφαρµογή, παρακολούθηση αλλά και αξιολόγηση, πέραν του ότι αποτελεί προαπαιτούµενο βάσει των κανονισµών που διέπουν το δεύτερο πυλώνα, συντελεί καθοριστικά στην αποτελεσµατική και τελικά επωφελή για τη χώρα εφαρµογή της πολιτικής.

Το στοίχηµα, τέλος, για τους γεωργούς και τις οργανώσεις τους έγκειται κυρίως στην επιτυχία των συλλογικών τους προσπαθειών αλλά και η διαχείριση της µεγάλης ευκαιρίας που συνιστά το σύστηµα των γεωργικών συµβουλών.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΛΑΧΟΣ

Επ. Καθηγητής, Τµήµα Αγροτικής Οικονοµίας και Ανάπτυξης
Γεωπονικό Πανεπιστήµιο Αθηνών

Advertisements