ΓΕΝΝΑΙΕΣ ΕΠΙΔΟΤΗΣΕΙΣ ΣΕ ΟΡΥΚΤΑ ΚΑΥΣΙΜΑ (για ένα µη βιώσιµο ενεργειακό σύστηµα)

Είναι γενικά δύσκολο να εξακριβωθεί το ακριβές κόστος των παγκόσµιων επιδοτήσεων στα ορυκτά καύσιµα. Δεν υπάρχουν κοινοί ορισµοί για τις επιδοτήσεις ή για το πώς θα πρέπει να υπολογίζονται, µε αποτέλεσµα οι εκτιµήσεις για την παγκόσµια υποστήριξη των ορυκτών καυσίµων µέσω επιδοτήσεων να διαφέρουν πολύ.

Σύµφωνα µε µία νέα µελέτη του Ινστιτούτου Worldwatch, αυτές οι εκτιµήσεις κυµαίνονται από 523 δισ. δολάρια σε πάνω από 1,9 τρισεκατοµύρια, ανάλογα µε το τι θεωρείται επιδοτήση και πώς ακριβώς υπολογίζονται. Σύµφωνα µε τον ερευνητή του Ινστιτούτου Worldwatch Philipp Tagwerker [1], παρά τις διαφορές στους τρόπους υπολογισµού, είναι φανερό ότι οι επιδοτήσεις των ορυκτών καυσίµων µειώθηκαν το 2009, αυξήθηκαν το 2010 και το 2011 έφτασαν στο ίδιο περίπου επίπεδο µε το 2008. Η µείωση στις επιδοτήσεις οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά στις διακυµάνσεις των τιµών των καυσίµων παρά σε αλλαγές πολιτικής.

Η δυσκολία στον υπολογισµό των επιδοτήσεων οφείλεται σε αρκετούς παράγοντες. Καταρχάς υπάρχουν δύο βασικές κατηγορίες: επιδοτήσεις στην παραγωγή και στην κατανάλωση. Οι επιδοτήσεις παραγωγής περιλαµβάνουν οτιδήποτε µειώνει το κόστος παραγωγής ενέργειας  όπως για παράδειγµα τα ειδικά ποσοστά στη φορολόγηση εταιρειών πετρελαίου ή χορηγίες ή εγγυήσεις δανείων για προγράµµατα «καθαρού άνθρακα».

Οι επιδοτήσεις στην κατανάλωση αφορούν σε οποιονδήποτε χρηµατοδοτικό µηχανισµό µειώνει το κόστος της ενέργειας για τους καταναλωτές (π.χ. επίδοµα για πετρέλαιο θέρµανσης). Οι επιδοτήσεις στην κατανάλωση προτιµούνται στις αναπτυσσόµενες χώρες προκειµένου να µειωθεί το κόστος των φτωχών νοικοκυριών, που δίνουν ένα µεγάλο µέρος του εισοδήµατός τους για την αγορά προϊόντων ορυκτών καυσίµων.

Το κάτω όριο στο εύρος των παγκόσµιων επιδοτήσεων των ορυκτών καυσίµων (523 δισεκατοµµύρια δολάρια) αφορά µόνο τις επιδοτήσεις στην κατανάλωση για κάρβουνο, ηλεκτρισµό, πετρέλαιο και φυσικό αέριο σε 38 αναπτυσσόµενες χώρες, όπως εκτιµάται από το Διεθνή Οργανισµό Ενέργειας (International Energy Agency, IEA).

Στις αναπτυσσόµενες χώρες, περίπου 285 δισ. δολάρια (πάνω από 50% όλων των επιδοτήσεων για κατανάλωση ορυκτών καυσίµων) πήγαν στο πετρέλαιο το 2011, ενώ η κατανάλωση του φυσικού αέριου επιδοτήθηκε µε 104 δισ. δολάρια (βλ. Σχήµα 1). Το κάρβουνο έλαβε µόνο 3 δισ. σε απευθείας επιδοτήσεις κατανάλωσης σε αυτές τις χώρες, όµως άλλα 131 δισ. πήγαν σε µείωση της τιµής της ηλεκτικής ενέργειας, µεγάλο ποσοστό της οποίας παράγεται καίγοντας κάρβουνο.

PHOTO-22Η συνολική ενίσχυση των ανανεώσιµων είναι ακόµα σχετικά µικρή (88 δισ. το 2011, µε βάση εκτιµήσεις από ΙΕΑ και ΟΟΣΑ). Αυξήθηκε όµως κατά 33% το 2011, ενώ οι επιδοτήσεις για τα ορυκτά καύσιµα αυξήθηκαν κατά 28%. Από τα 88 δισ. για τις ανανεώσιµες, τα δύο τρίτα πήγαν στην ηλεκτρική ενέργεια και το ένα τρίτο στα βιοκαύσιµα.

Επίσης, υπάρχει το θέµα του εξωτερικού κόστους. Όπως υποστηρίζει και ο Tagwerker, εξωτερικά κόστη, όπως αυτά που σχετίζονται µε την σπανιότητα των πόρων, την υποβάθµιση του περιβάλλοντος και την ανθρώπινη υγεία, θα έπρεπε να υπολογίζονται στους υπολογισµούς των επιδοτήσεων, καθώς η απουσία τους µειώνει τεχνητά το πραγµατικό κόστος της ενέργειας από ορυκτά καύσιµα.

«Χωρίς να συνυπολογίζονται τέτοιοι παράγοντες, το κόστος επιδότησης των ανανεώσιµων είναι µεταξύ 1,7 – 15 ¢/kWh (σεντς δολαρίου/κιλοβατώρα), υψηλότερο δηλαδή από τα 0,1 – 0, 7 ¢/kWh για τα ορυκτά καύσιµα» γράφει ο Tagwerker. «Αν συµπεριλαµβάνονταν όµως τα εξωτερικά κόστη, εκτιµάται ότι το επιπλέον κόστος για τα ορυκτά καύσιµα θα ήταν 23,8 ¢/kWh, ενώ για τις ανανεώσιµες θα ήταν 0,5 ¢/kWh».

Τέλος, σε σχέση µε τις εκποµπές αερίων θερµοκηπίου αναφέρει ότι «15% των παγκόσµιων εκποµπών διοξειδίου του άνθρακα λαµβάνει ενισχύσεις 110 δισ. δολάρια ανά τόνο, ενώ µόνο 8% ύποκειται σε τιµή στο πλαίσιο της εµπορίας ρύπων, µε αποτέλεσµα να ακυρώνεται ουσιαστικά η συνεισφοράς της εµπορίας ρύπων ως µέτρο για τη µείωση των εκποµπών».

ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΣΟΥΡΑΚΗΣ

[1] http://www.worldwatch.org/hefty-subsidies-prop-unsustainable-energy-system-0

Advertisements