ΜΑΧΗ ΓΙΓΑΝΤΩΝ ΣΕ ΕΠΙΠΕΔΟ ΕΥΡΩΠΗΣ- ο ενεργειακός τοµέας σε συνθήκες οικονοµικής και πολιτικής σύγκρουσης

PHOTO-30Το 2014 µπορεί, εκτός από χρονιά συνεχιζόµενης ύφεσης και λιτότητας για τους Ευρωπαϊκούς λαούς, να σηµατοδοτήσει επιπλέον µια ριζική υποχώρηση ως προς το ρόλο της Ευρώπης στις διεθνείς εξελίξεις σχετικά µε τις µειώσεις ρύπων και την αλλαγή του ενεργειακού µείγµατος. Πλησιάζοντας προς το 2020, έτος λήξης του προγράµµατος 20-20-20 για µείωση ρύπων του θερµοκηπίου, αύξηση της διείσδυσης των ΑΠΕ και εξοικονόµησης ενέργειας, οι διαπραγµατεύσεις στο εσωτερικό της ΕΕ για την επόµενη σειρά δεσµευτικών στόχων αναδεικνύουν ένα σύνθετο περιβάλλον εσωτερικών αντιφάσεων και συγκρούσεων µεταξύ οικονοµικών και πολιτικών δυνάµεων που ενδέχεται να αδρανοποιήσουν, αν όχι να καταστείλουν σηµαντικά, το ρόλο που είχε µέχρι σήµερα η Ευρώπη στο παγκόσµιο χάρτη ως προς την πρόθεση ανάληψης πρωτοβουλιών για την αντιµετώπιση της κλιµατικής αλλαγής. Οι αντιφάσεις αυτές παίρνουν προς το παρόν τη µορφή σύγκρουσης ανάµεσα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχετικά µε τους στόχους για το 2030.

Πριν λίγο καιρό, οκτώ υπουργοί περιβάλλοντος και ενέργειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (συµπεριλαµβανοµένων των υπουργών περιβάλλοντος Γερµανίας και Γαλλίας) ζήτησαν µε επιστολή τους προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή1 την επιβολή αυστηρών δεσµευτικών στόχων για το 2030 σχετικά µε τη διείσδυση των ανανεώσιµων πηγών ενέργειας στο ενεργειακό µείγµα των ευρωπαϊκών χωρών2. Σε κοινή συνάντηση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και επιτροπών βιοµηχανίας στηρίχθηκε η πρόταση µείωσης κατά 40% των εκποµπών αερίων του θερµοκηπίου και αύξησης κατά 30% για τις ανανεώσιµες έως το 2030. Τις ίδιες µέρες που λαµβανόταν η παραπάνω πρωτοβουλία, ο (σοσιαλδηµοκράτης) Γερµανός υπουργός Οικονοµικών και Ενέργειας Σίγκµαρ Γκάµπριελ υποστήριζε σε δηλώσεις του ότι η ανταγωνιστικότητα της γερµανικής βιοµηχανίας τίθεται εν αµφιβόλω εξαιτίας του αυξηµένου κόστος της ενίσχυσης των ΑΠΕ στο ενεργειακό µείγµα της χώρας3.

Οι αντιφάσεις που εκφράζονται σε κεντρικό ευρωπαϊκό επίπεδο αντικατοπτρίζουν µε τη σειρά τους τις εσωτερικές συγκρούσεις που διεξάγονται στα κράτη-µέλη ανάµεσα σε διαφορετικές οµάδες συµφερόντων όπως για παράδειγµα λόµπι ενεργοβόρων βιοµηχανιών, βιοµηχανίες συµβατικών µορφών ενέργειας, βιοµηχανίες ΑΠΕ κ.ο.κ. µε πλέον χαρακτηριστικό παράδειγµα την περίπτωση της Γερµανίας όπου έχει εδώ και καιρό ξεκινήσει ο πόλεµος ανάµεσα στο πράσινο υπουργείο περιβάλλοντος από τη µία και το συµµαχικό προς τη βιοµηχανία υπουργείο ενέργειας από την άλλη. Η ένταση στο εσωτερικό της Γερµανικής κυβέρνησης συνασπισµού έχει µεταφερθεί πλέον στις Βρυξέλλες συγκροτώντας αντίστοιχα στρατόπεδα πολιτικής.

Αντιµετώπιση της κλιµατικής αλλαγής και το φάντασµα της ανταγωνιστικότητας

Η οικονοµική κρίση που ξεκίνησε το 2008 έχει επαναφέρει ουσιαστικά στο τραπέζι της διαπραγµάτευσης το σύνολο των πολιτικών που µέχρι σήµερα εφαρµόζονταν σε Ευρωπαϊκό επίπεδο και οι ρευστές συµµαχίες οικονοµικών και πολιτικών δυνάµεων ανασυγκροτούνται µέσα ένα διαρκές περιβάλλον οικονοµικής ύφεσης για την πλειοψηφία των κρατών-µελών της ΕΕ. Οι επιµέρους οµαδοποιήσεις των ενεργειακών παικτών επανατοποθετούνται ως προς τις πολιτικές σε διακρατικό επίπεδο, σε επιµέρους ατζέντες διαλόγου όχι µόνο ως προς τους στόχους µείωσης αερίων του θερµοκηπίου, αλλά και ευρύτερα σε θέµατα ενεργειακής πολιτικής4, όπως για παράδειγµα συµµετοχή των ΑΠΕ στο ενεργειακό µείγµα, συµβατικά καύσιµα και νέες εξορύξεις, αναβίωση της συζήτησης για την πυρηνική ενέργεια, πολιτικές ιδιωτικοποιήσεων και απόπειρες επαναδηµοτικοποίησης συστηµάτων διανοµής ηλεκτρικής ενέργειας κ.ο.κ.

Τον περασµένο Μάιο το Ευρωπαϊκό Συµβούλιο που είχε ως πρώτο θέµα στην ατζέντα την ενεργειακή πολιτική, έθεσε ως κεντρική προτεραιότητα τη µείωση του ενεργειακού κόστους για να διατηρηθεί η ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονοµίας έναντι τρίτων5. Σηµαντικό ρόλο στην ατζέντα της ανταγωνιστικότητας έχει παίξει η ραγδαία µείωση της τιµής Φυσικού Αερίου στις ΗΠΑ µετά την ανάδειξη του σχιστολιθικού αερίου ως βασικό πόρο για την άλλη πλευρά του Ατλαντικού – µείωση έως και στο 1/4 της τιµής του ΦΑ στην Ευρώπη – µε αποτέλεσµα οι κινήσεις στο ενεργειακό πολιτικό πεδίο να θεωρούν ως πρωταρχικό στόχο τα ζητήµατα ανταγωνισµού µεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ. Μετά το τέλος της δεκαετίας του 1980 η εισαγωγή φθηνού ΦΑ στην Ευρώπη αποτέλεσε άλλωστε και το οικονοµικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο σχεδιάστηκε η λεγόµενη απελευθέρωση των αγορών ηλεκτρικής ενέργειας και η είσοδος πολυεθνικών κολοσσών στις εσωτερικές αγορές των κρατών-µελών.

Η ιστορία του σχιστολιθικού αερίου κερδίζει σηµαντικό έδαφος και στην πλευρά της Ευρώπης, µε την Πολωνία να παρουσιάζεται ως προνοµιακή περίπτωση σηµαντικών αποθεµάτων. Η γενικότερη περιοχή της Ανατ. Ευρώπης, µετά τις τελευταίες εξελίξεις στην Ουκρανία και λόγω της σηµασίας της ως προς τον ενδιάµεσο κρίκο µεταξύ κεντρικής Ευρώπης και Ρωσίας στους τοµείς προµήθειας ΦΑ, αναµένεται να διαδραµατίσει σηµαντικό ρόλο στο κατά πόσο το λόµπι των συµβατικών καυσίµων ΦΑ και πετρελαίου θα επιχειρήσουν µια αντεπίθεση σε επίπεδο κεντρικών ευρωπαϊκών πολιτικών. Η ρευστότητα του συσχετισµού δυνάµεων – τόσο µεταξύ διαφορετικών κρατικών σχηµατισµών, µεταξύ διαφορετικών οµάδων συµφερόντων στο ενεργειακό πεδίο αλλά και µεταξύ διαφορετικών πολιτικών σχεδίων σε εθνικό και διεθνές επίπεδο – δηµιουργεί µια αυξανόµενη αβεβαιότητα για τη δυνατότητα της Ευρώπης να αναλάβει πρωταγωνιστικό ρόλο στην ανάληψη πρωτοβουλιών για την αντιµετώπιση της κλιµατικής αλλαγής.

Όπως άλλωστε προκύπτει από τη λίστα των 250 έργων Κοινού Ενδιαφέροντος (PCI) που ανακοίνωσε πρόσφατα η Ε.Ε.6, η έµφαση δίνεται σε επενδυτικά έργα διασυνδέσεων φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας που δεν απαντούν στις επείγουσες ανάγκες περιβαλλοντικής και κλιµατικής πολιτικής. Την ίδια στιγµή, σύµφωνα µε τα επίσηµα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής7, οι δαπάνες της ΕΕ για εισαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου έχουν αυξηθεί κατακόρυφα τα τελευταία χρόνια, φτάνοντας το 2011 στα 406 δις. ευρώ που ισοδυναµεί µε το 3,2% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ.

Επιπλέον, η κατάρρευση του ευρωπαϊκού µηχανισµού εµπορίας ρύπων (ETS) αναδεικνύει τα δοµικά αδιέξοδα ενός συστήµατος που στο επίκεντρό του έχει τη χρηµατιστηριακή αξιοποίηση της κλιµατικής αλλαγής και όχι την προώθηση ουσιαστικών πολιτικών ανάσχεσής της.

Μαζί µε τις πολιτικές για µία οικονοµία ‘χωρίς άνθρακα’ συµβαδίζει πλέον η ‘στήριξη της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής βιοµηχανίας’. Αυτό σηµαίνει ότι οι ‘πράσινες πολιτικές’ δεν αποτελούν πλέον µονόδροµο και ότι πιθανόν τα ορυκτά καύσιµα να αυξήσουν την συµµετοχή τους στο Ευρωπαϊκό ισοζύγιο.

Η ελληνική προεδρία

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι ενεργειακές προτεραιότητες που θέτει η Ελληνική προεδρία του Συµβουλίου της ΕΕ αντικατοπτρίζουν πλήρως τις κυρίαρχες επιλογές8:

α) Ολοκλήρωση της ενιαιοποίησης της Εσωτερικής Αγοράς Ενέργειας το 2014 (target model), σύµφωνα µε τις προβλέψεις του Τρίτου Ενεργειακού Πακέτου της ΕΕ9. Οι ρυθµοί εντατικοποίησης των πολιτικών ενίσχυσης του ανταγωνισµού µεταξύ των αγορών ενέργειας αυξάνονται και οι ιδιωτικοποιήσεις υποδοµών ενέργειας παρουσιάζονται στο πλαίσιο αυτό ως εργαλείο µείωσης του ενεργειακού κόστους για τους καταναλωτές και τις βιοµηχανίες την ίδια στιγµή που η εµπειρία σε διεθνές αλλά και ευρωπαϊκό επίπεδο συνηγορούν για το αντίθετο10.

β) Άρση αποκλεισµού κρατών-µελών από διευρωπαϊκά δίκτυα ηλεκτρισµού και φυσικού αερίου – ενίσχυση των σχεδίων διασύνδεσης µεταξύ κρατών αλλά και στο εσωτερικό των κρατών-µελών µε σκοπό τη δηµιουργία ενός ευρωπαϊκού χώρου εµπορίας και προµήθειας ενέργειας.

Η ελληνική κυβέρνηση στο πλαίσιο της προεδρίας εµφανίζεται ως τυπικός ρυθµιστής ενός διαλόγου που διεξάγεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο χωρίς να µπορεί να αναλάβει σηµαντικές πρωτοβουλίες – σε συζητήσεις αυτής της περιόδου για την ενέργεια η ελληνική κυβέρνηση φαίνεται ότι έχει αναλάβει το ρόλο διαµεσολαβητή για τις «επενδυτικές ευκαιρίες» που ανοίγονται στο διεθνές κεφάλαιο µέσω της ιδιωτικοποίησης των ενεργειακών υποδοµών (ΑΔΜΗΕ, «µικρή ΔΕΗ», κ.ο.κ.) και προπαγανδιστή µαγικών ευκαιριών στον ευρωπαϊκό Νότο για τις πολυεθνικές εξορύξεων (υδρογονάνθρακες στο Αιγαίο, διασυνδέσεις µε Ισραήλ και Κύπρο κ.ο.κ.).

Η στάση της Αριστεράς

Σε ένα τέτοιο εθνικό και διεθνές περιβάλλον, ο ρόλος της Αριστεράς στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, εν όψει των επερχόµενων Ευρωεκλογών που αναµένεται να εγκαινιάσουν µια νέα περίοδο για την Ευρωπαϊκή Αριστερά, είναι να αντιστρέψει την ατζέντα, να συσπειρώσεις κοινωνικές δυνάµεις που σχετίζονται µε τις διεργασίες στον ενεργειακό κλάδο (κινήµατα στο χώρο της ενέργειας, εργαζόµενοι σε επιχειρήσεις προς ιδιωτικοποίηση, άνεργοι και φτωχοποιηµένα στρώµατα χωρίς πρόσβαση στο αγαθό της ενέργειας κ.ο.κ) και να ιεραρχήσει τις προτεραιότητες όσον αφορά τους τρεις πυλώνες που καθορίζουν την ενεργειακή πολιτική: οικονοµία και ταξικές διαστάσεις του ενεργειακού τοµέα, ανάληψη πρωτοβουλιών για την πολιτική της κλιµατικής αλλαγής και ασφάλεια ενεργειακού εφοδιασµού.

Από την άλλη πλευρά, ενδεχόµενες αντιφάσεις στο εσωτερικό των κυρίαρχων πολιτικών και οικονοµικών κέντρων εξουσίας θα πρέπει να είναι αντικείµενο ανάλυσης για κάθε αριστερό κόµµα που επιδιώκει την ανατροπή στο πολιτικό επίπεδο, χωρίς αυτό να σηµαίνει όµως υιοθέτηση των εργαλείων πολιτικής του αντιπάλου: η στρατηγική για την Αριστερά δεν πρέπει να βασίζεται στη λογική της «ενεργειακής διπλωµατίας». Αυτό είναι το σχέδιο της κυβέρνησης, επικοινωνιακά τουλάχιστον, γύρω από το οποίο προσπαθεί να χτίσει το success story (Helios, διακρατικοί αγωγοί, εξορύξεις υδρογονανθράκων). Αυτή η στρατηγική είναι όχι µόνο αδιέξοδη πολιτικά αλλά ενδεχοµένως και επικίνδυνη. Το ιδεολόγηµα περί αυτόµατης αναβάθµισης της γεωστρατηγικής/ενεργειακής θέσης της χώρας µε τη συµµετοχή σε διακρατικά, γεωστρατηγικού χαρακτήρα ενεργειακά έργα πρέπει να επερωτηθεί, καθώς ενδεχοµένως να µην αναβαθµίζεται αλλά αντιθέτως να εγκλωβίζεται η χώρα σε πολύ συγκεκριµένες γεωστρατηγικές, τεχνολογικές και αναπτυξιακές επιλογές. Η πρόσφατη κρίση στην Ουκρανία, που σε µεγάλο βαθµό συνδέεται µε τον ρόλο της χώρας στον ενεργειακό χάρτη της περιοχής, αποτελεί την καλύτερη απόδειξη του παραπάνω επιχειρήµατος.

Συµπέρασµα – Στόχος

Η νεοφιλελεύθερη πολιτική της Ε.Ε. στην ενέργεια δεν παροξύνει µόνο την ενεργειακή φτώχεια στις χώρες της Ε.Ε. αλλά επιπλέον δεν ανταποκρίνεται στις πιεστικές ανάγκες για την αποτελεσµατική αντιµετώπιση της κλιµατικής αλλαγής.

Αντιλαµβανόµενοι τις έντονες ταξικές διαστάσεις που ενυπάρχουν σε κάθε επιµέρους ζήτηµα της συζήτησης για την ενεργειακή πολιτική, η ριζοσπαστική πολιτική από την πλευρά της αριστεράς καλείται να διαµορφώσει τους βασικούς στόχους για το σχέδιο για την παραγωγική ανασυγκρότηση µε όρους κοινωνικής δικαιοσύνης και συµµετοχής της κοινωνίας σε οποιοδήποτε επίπεδο σχεδιασµού.

Αναγνωρίζοντας τη µάχη κατά της κλιµατικής αλλαγής και το µετασχηµατισµό της παραγωγικής διαδικασίας µε κοινωνικο-οικολογικά χαρακτηριστικά ως συµπληρωµατικές όψεις του ίδιου πολιτικού σχεδίου, η προοπτική αριστερής κυβέρνησης στην Ελλάδα θα µπορούσε να λειτουργήσει ως καταλύτης για µια διαφορετική πολιτική για την ενέργεια και την κλιµατική αλλαγή σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η αλλαγή του παραγωγικού υποδείγµατος στην Ελλάδα µπορεί να αποτελέσει την απαρχή ευρύτερων διεργασιών σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Ένας λόγος παραπάνω για να αποτελεί κεντρική προτεραιότητα για την κυβέρνηση της αριστεράς.

Αλέξης Χαρίτσης
Γιάννης Μάργαρης

1. http://goo.gl/Qg1Xhd

2. Σ.σ. Σύµφωνα µε τα µέχρι τώρα δεδοµένα, από τους τρεις στόχους για το 2020 σχετικά µε την κλιµατική αλλαγή και την ενεργειακή πολιτική (περιορισµός εκποµπών ρύπων, εξοικονόµηση ενέργειας και προώθηση ΑΠΕ), οι σχεδιασµοί της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το 2030 περιορίζουν τους δεσµευτικούς στόχους µόνο στη µείωση των εκποµπών αερίων του θερµοκηπίου.

3. http://goo.gl/sjmV99

4. http://bit.ly/1fgnlBv και http://bit.ly/1le2GGo

5. http://www.consilium.europa.eu/uedocs/cms_Data/docs/pressdata/en/ec/137197.pdf

6. http://ec.europa.eu/energy/infrastructure/pci/doc/2013_pci_projects_country.pdf

7. http://ec.europa.eu/europe2020/pdf/energy2_en.pdf

8. http://gr2014.eu/sites/default/files/PROGRAMME%28EN%2928012014.pdf

9. http://ec.europa.eu/energy/gas_electricity/legislation/third_legislative_package_en.htm

10. Steve Thomas, “Recent evidence on the impact of electricity liberalisation on consumer prices”, PSIRU, 2006, http://bit.ly/1cGD3t1

Advertisements