ΟΡΙΣΤΙΚΟ ΤΕΛΟΣ ΣΤΗΝ ΕΚΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΑΧΕΛΩΟΥ από το ΣτΕ

PHOTO-12Η απόφαση 26/2014 του ΣτΕ για την εκτροπή του Αχελώου είναι η σηµαντικότερη από όλες όσες προηγήθηκαν µέχρι σήµερα, και ήταν ήδη έξι. Είναι απόφαση σταθµός. Κυρίως γιατί για πρώτη φορά το Συµβούλιο µπαίνει στην ουσία της υπόθεσης, δηλαδή αποφαίνεται τόσο για τη σκοπιµότητα του έργου όσο και για τις οικονοµικές και περιβαλλοντικές του διαστάσεις.

Μελετώντας µε προσοχή την απόφαση γίνεται φανερό ότι η διοίκηση δεν έχει περιθώρια να επαναφέρει τη συζήτηση για την ολοκλήρωση της καταστροφικής αυτής ιδέας η οποία για δεκαετίες κατασπαταλά τεράστιους οικονοµικούς πόρους, τραυµατίζει το περιβάλλον και απειλεί µε αφανισµό χωριά, οικισµούς και ένα ποτάµιο οικοσύστηµα, τροφοδοτεί τη διαπλοκή και αναπαράγει το τοπικό πολιτικό προσωπικό στη Θεσσαλία.

Η απόφαση 26/2014 της Ολοµέλειας του ΣτΕ αποδέχεται όλους τους λόγους ένστασης που είχαν προβάλει οι περιβαλλοντικές οργανώσεις και οι φορείς που αντιτίθενται στην εκτροπή του Αχελώου, λόγω των παραβιάσεων

• του αρθ. 24 του Συντάγµατος για την προστασία του περιβάλλοντος

• της κοινοτικής Οδηγίας 2000/60/ΕΚ για τα ύδατα

• της Οδηγίας 85/337/ΕΟΚ για την εκτίµηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων

• της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ για τους οικοτόπους και τα είδη

• της Σύµβασης της Γρανάδας για την προστασία της πολιτιστικής κληρονοµιάς

Και συνεπώς αποφαίνεται ότι τα έργα της εκτροπής του ποταµού δεν είναι συµβατά µε την αρχή της βιώσιµης ανάπτυξης. Αυτή δε η σαφής θέση είναι και η φράση κλειδί που καθιστά την απόφαση αυτή καθαυτή, ιστορική. Παίρνει όµως θέση και στα µελλοντικά σχέδια της διοίκησης και αυτό έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Γνωρίζουµε όλοι µας ότι η εκτροπή αφορούσε αρχικά 1,1 δις κυβικά µέτρα νερού, στη συνέχεια και µετά από ακυρωτικές αποφάσεις του ΣτΕ, περάσαµε στη «µικρή εκτροπή» των 600 εκ. κυβικών µέτρων, ενώ σήµερα µε τα υπό έγκριση σχέδια διαχείρισης υδάτων Δυτικής Στερεάς Ελλάδας και Θεσσαλίας, προβλέπονται 250 εκ. κυβικών µέτρων. Παρόλο που η διοίκηση µε τα υπό έγκριση σχέδια επιχειρεί να παρακάµψει τις αποφάσεις του ΣτΕ, το δικαστήριο ήδη µε την απόφαση 16/2014 θέτει σοβαρά ζητήµατα νοµιµότητας των σχεδίων αυτών. Κυρίως αµφισβητεί τη δυνατότητα της, εκ των υστέρων «νοµιµοποίησης» περιβαλλοντικών όρων, προσαρµογής δηλαδή των σχεδίων διαχείρισης στα ήδη προγραµµατισµένα και κατασκευασµένα έργα της εκτροπής. Δεν µπορεί δηλαδή το έργο να διολισθαίνει από αρδευτικό σε ενεργειακό, και από εκεί σε υδρευτικό περιβαλλοντικό. Και όλα αυτά τη στιγµή που όλα τα τεχνικά χαρακτηριστικά του σχεδίου παραµένουν αναλλοίωτα, δηλαδή τα ύψη φραγµάτων, διατοµές σηράγγων κ.λπ. είναι στα µεγέθη της εκτροπής 1,1 δις κυβ µέτρων νερού! Η απόφαση παίρνει επίσης θέση και στη µελλοντική απεµπλοκή –µέσω των σχεδίων διαχείρισης νερών– του φράγµατος Μεσοχώρας και της λειτουργίας του ως αµιγώς ενεργειακού έργου (παρ 14, σελ. 31,32 ), ακυρώνοντας επί της ουσίας αυτή την προοπτική.

Ας δούµε όµως µια σειρά από πολιτικές πλευρές αυτού του έργου, έτσι όπως επισηµαίνονται και στην απόφαση του ΣτΕ. Κατ’ αρχήν επιβεβαιώνεται πανηγυρικά η άποψη του κινήµατος, των περιβαλλοντικών οργανώσεων και του πολιτικού µας χώρου, το γεγονός ότι τόσο για την περιβαλλοντική υποβάθµιση –λειψυδρία, υπεράντληση υδάτινων αποθεµάτων–, όσο και για τα προβλήµατα της αγροτικής παραγωγής, κύρια ευθύνη έχει η διοίκηση και οι κυβερνήσεις οι οποίες προσηλωµένες δογµατικά στο ατελέσφορο και καταστροφικό έργο της εκτροπής, δεν αναζήτησαν εναλλακτικές λύσεις συµβατές περιβαλλοντικά και οικονοµικά. Σαν να µην έφτανε µόνον αυτό. Χρησιµοποιούν αυτόν το λάθος σχεδιασµό ως βασικό επιχείρηµα για τη συνέχιση των έργων, για την ολοκλήρωση δηλαδή του λάθους και της καταστροφής. Επικαλούνται κυρίως τους τεράστιους οικονοµικούς πόρους που δαπανήθηκαν µέχρι σήµερα για να «πιέσουν» να δαπανηθούν αναποτελεσµατικά ακόµη περισσότεροι! Αυτό αποκαλύπτει µε τον πιο διάφανο τρόπο και το βασικό σκοπό του έργου. Να τροφοδοτήσει µε δηµόσια κεφάλαια το εργολαβικό κατεστηµένο µέσω του οποίου αναπαράγεται και το πολιτικό προσωπικό της Θεσσαλίας. Ένα πολιτικό προσωπικό που είναι έτοιµο να δώσει ακόµη µια προεκλογική µάχη βασισµένη στο «µύθο» της εκτροπής εξαργυρώνοντας τα γραµµάτιά της.

Οφείλουν όµως πριν απ’ αυτό να απαντήσουν σε µερικά πολύ κρίσιµα ερωτήµατα: Πόσο κόστισε µέχρι σήµερα το παράνοµο αυτό σχέδιο; Ποιος ευθύνεται για τις τεράστιες υπερβάσεις στους προϋπολογισµούς των έργων; Γιατί µέχρι σήµερα δεν µελετήθηκε και δεν υλοποιήθηκε καµία εναλλακτική λύση; Γιατί λειτουργούν ακόµη ανεξέλεγκτα χιλιάδες νόµιµες και παράνοµες γεωτρήσεις στη Θεσσαλία; Γιατί ακόµη το σύστηµα και οι τεχνικές άρδευσης σπαταλούν το µεγαλύτερο µέρος –κάποιες µελέτες το ανεβάζουν στο 80% και πλέον– του διαθέσιµου νερού άρδευσης; Ποιος θα πληρώσει το περίπου 1 δις ευρώ που απαιτείται για την κατασκευή του αρδευτικού συστήµατος στην Θεσσαλία; ( Ευρωπαϊκή οδηγία προβλέπει ρητά ότι αυτό το κόστος αφορά τους αγρότες. Τους το είπε κανείς;).

Είναι σαφές ότι στη Θεσσαλία έχουµε σοβαρό πρόβληµα λειψυδρίας αλλά και γενικότερης περιβαλλοντικής υποβάθµισης. Πρόβληµα που προκλήθηκε και εντάθηκε από τις δράσεις και τις παραλείψεις διαχρονικά των κυβερνήσεων. Από ένα στρεβλό µοντέλο ανάπτυξης και αγροτικής παραγωγής που δεν έπαιρνε υπόψη του ούτε τις συνθήκες και τις δυνατότητες καλλιέργειας της περιοχής αλλά ούτε και τις πραγµατικές ανάγκες των τοπικών κοινωνιών και της χώρας. Από ένα µοντέλο που εφάρµοζε µε στρεβλό τρόπο τις έτσι κι αλλιώς λάθος πολιτικές της ΕΕ στον αγροτικό τοµέα.

Εκεί ακριβώς βρίσκεται και η λύση του προβλήµατος. Ο πολιτικός µας χώρος, έγκαιρα και διαχρονικά, χωρίς να υπολογίζει το κακώς νοούµενο πολιτικό κόστος στη Θεσσαλία, πρότεινε µαζί µε το περιβαλλοντικό κίνηµα την ακύρωση των έργων εκτροπής και την ταυτόχρονη υλοποίηση βιώσιµων εναλλακτικών λύσεων, τόσο στο ζήτηµα της αγροτικής παραγωγής όσο και στο θέµα της διαχείρισης των διαθέσιµων υδατικών πόρων. Η πρότασή µας είναι σαφής: Παραγωγικό µοντέλο συµβατό µε τις δυνατότητες της Θεσσαλίας και µε στόχευση την εξασφάλιση διατροφικής επάρκειας των κατοίκων της περιοχής και της χώρας. Αναδιάρθρωση των καλλιεργειών που εκτός από την παραπάνω βασική στόχευση θα παίρνει υπόψη της τα υδατικά διαθέσιµα της Θεσσαλίας και θα τα διαχειρίζεται από την πλευρά της προσφοράς και όχι από τη σκοπιά της ζήτησης. Μοντέλο αγροτικής και κτηνοτροφικής δραστηριότητας, βιώσιµο οικονοµικά, κοινωνικά αποδεκτό, µε αυτάρκεια και αξιοπρέπεια.

Άρα, µικρά τεχνικά έργα (φράγµατα, λιµνοδεξαµενές, εµπλουτισµός υδροφορέων και άλλα.. ) που θα αποθηκεύουν τα πραγµατικά υδατικά διαθέσιµα και πλεονάσµατα της περιοχής, θα προστατεύουν καλλιεργήσιµες γαίες από πληµµυρικά φαινόµενα και θα εξασφαλίζουν βιώσιµη διαχείριση των αποθεµάτων τόσο του νερού όσο και του περιβάλλοντος συνολικότερα. Η βαθιά οικονοµική κρίση της περιόδου κάνει την πρότασή µας ακόµη πιο επιτακτική, γιατί εξοικονοµεί και οικονοµικούς πόρους οι οποίοι µπορούν να διοχετευθούν στις µεγάλες ανάγκες των πολλών, αντί να καταλήγουν στις τσέπες των λίγων µεγαλοκατασκευαστών.

Η αναλυτική µας πρόταση για την παραγωγική ανασυγκρότηση που θα καταθέσουµε εν όψει των δηµοτικών και περιφερειακών εκλογών αλλά και ως κυβερνητική πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ, ΔΕΝ χωράει φαραωνικών διαστάσεων σχέδια όπως η εκτροπή του Αχελώου, αλλά ούτε και φράγµατα τεραστίου ύψους (150µ.), όπως είναι της Μεσοχώρας και της Συκιάς. Με την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ θα γυρίσουµε σελίδα και στα ζητήµατα προστασίας του περιβάλλοντος και των φυσικών πόρων, προτάσσοντας την αρχή της βιωσιµότητας και όχι της υπερεκµετάλλευσης των φυσικών πόρων η οποία δεν παίρνει υπόψη της ούτε την περιβαλλοντική ισορροπία αλλά ούτε τις µελλοντικές ανάγκες των κοινωνιών.

ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΧΟΝΔΡΟΣ

Συντονιστής τµήµατος Οικολογίας και Περιβάλλοντος ΣΥΡΙΖΑ, Πρόεδρος Τ. Κοινότητας Μεσοχώρας

Advertisements