κίνημα Χωρίς Μεσάζοντες: προκλήσεις και προοπτικές

Νέες συνθήκες

PHOTO-15Η χώρα µας, τις τελευταίες δεκαετίες ακολούθησε µε γοργούς ρυθµούς τα µοντέλα οργάνωσης των δικτύων διάθεσης και εµπορίας τροφίµων των ανεπτυγµένων βιοµηχανικών χωρών. Παρότι οι κάτοικοι των αστικών κέντρων εξακολουθούν να διατηρούν κάποιους δεσµούς µε την πρωτογενή αγροτική παραγωγή (µέσω π.χ. συγγενών στην επαρχία ή απλώς επειδή υπάρχει κάποιο χωράφι στο χωριό), ο µεγάλος όγκος των αναγκών καλύπτεται από προϊόντα που «φυτρώνουν» στα ράφια των σουπερµάρκετ (ή έστω στους πάγκους της λαϊκής) και τα οποία, έχουν περάσει από µια σύνθετη διαδροµή µέχρι να φτάσουν στο πιάτο µας (συγκέντρωση, µεταφορά από µακρινούς τόπους, αποθήκευση, διατήρηση κ.λπ.). Μια διαδροµή που αποκόπτοντας τους καταναλωτές από βασικές µέχρι πρότινος γνώσεις για το πώς παράγονται τα αγροτικά προϊόντα (πόσοι π.χ. γνωρίζουν σήµερα ποια είναι εκτός εποχής ή τι είδους επεξεργασία έχει απαιτηθεί για τη διατήρησή τους;) τα έχει µετατρέψει σε ένα ακόµη «τεχνητό» εµπόρευµα και έχει γιγαντώσει το ρόλο των χονδρεµπόρων και των µεσαζόντων.

Στην Ελλάδα της οικονοµικής κρίσης η παγιωµένη αυτή προσέγγιση της παραγωγής, της εµπορίας και της κατανάλωσης τροφίµων φαίνεται πως έχει ταρακουνηθεί και υπό προϋποθέσεις µπορεί να ταρακουνηθεί ακόµα περισσότερο. Η δεινή οικονοµική κατάσταση της πλειονότητας των πολιτών, η αργοπορία αποπληρωµής των παραγωγών από τους χονδρέµπορους και η πίεση των τιµών προς τα κάτω (µε αφορµή την πραγµατική ή τεχνητή έλλειψη ρευστότητας), η µεγάλη αύξηση των τιµών των γεωργικών φαρµάκων και η διάθεση αυτοοργάνωσης του κόσµου οδήγησαν στην ανάδυση του κινήµατος «χωρίς µεσάζοντες». Σύντοµα το κίνηµα αυτό, που περιλαµβάνει οµάδες µε διαφορετικές αντιλήψεις, οι οποίες ακολουθούν ποικίλα µοντέλα οργάνωσης της δράσης τους, βρέθηκε αντιµέτωπο µε νέα ερωτήµατα, πέραν του πρωταρχικού «πώς µπορούν να φτάσουν φτηνά προϊόντα στους καταναλωτές».

Πρωτοβουλίες και προβληµατισµοί

Έτσι, ενώ οι πρώτες οµάδες (π.χ. Πιερία) εξακολουθούν και δουλεύουν πάνω στο µοντέλο της συλλογικής κατανάλωσης (και φέτος πειραµατίστηκαν µε επιτυχία µε µια µορφή συµβολαιακής γεωργίας), άλλες φαίνεται να το απορρίπτουν και να εστιάζουν στη δηµιουργία αυτοοργανωµένων «αγορών για παραγωγούς». Κάποιοι επενδύουν κυρίως στη συµβολική διάσταση του εγχειρήµατος, ενώ άλλοι επιδιώκουν να δηµιουργήσουν ένα δίκτυο τακτικής τροφοδοσίας των καταναλωτών µε τρόφιµα. Κάποιες οµάδες ενδιαφέρονται πρωτίστως για την επίτευξη της χαµηλότερης δυνατής τιµής προς όφελος του καταναλωτή, ενώ άλλες µιλάνε για δίκαιη τιµή για τον παραγωγό και τον καταναλωτή. Και βέβαια µια σειρά από ζητήµατα παραµένουν υπό διερεύνηση, όπως το πώς στην εξίσωση θα µπορούσε να περιληφθούν δύο ακόµη διαστάσεις: της εργασίας και της φιλικής προς το περιβάλλον παραγωγής.

Φυσικά τα παραπάνω ζητήµατα δεν είναι καινοφανή, αλλά αντίθετα έχει επιχειρηθεί να απαντηθούν από οµάδες και κινήµατα στο παρελθόν. Παρότι όµως πολλοί από τους ανθρώπους που εµπλέκονταν σε αυτά παραµένουν δραστήριοι, η αίσθηση που δηµιούργησε η κρίση ότι τα πάντα ξεκινάνε από το µηδέν δεν έχει βοηθήσει στην πλήρη αξιοποίηση της συσσωρευµένης εµπειρίας. Αντίστοιχα αδύναµη είναι η αξιοποίηση και κινητοποίηση των νέων γνώσεων και δυνατοτήτων του σήµερα (π.χ. οργανωτικά µοντέλα, νέες τεχνολογίες, σύγχρονες γεωργικές µέθοδοι) για να δοθούν καινοτόµες και δυναµικές απάντηση σε νέα και παλιά ερωτήµατα.

Το δίκαιο εµπόριο

Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί το κίνηµα του «δίκαιου εµπορίου», ένας όρος που χρησιµοποιείται διεθνώς εδώ και δεκαετίες χαρακτηρίζοντας προϊόντα (τα οποία συχνά πιστοποιούνται από διεθνείς οργανισµούς) τα οποία: α) προέρχονται από χώρες του λεγόµενου Τρίτου Κόσµου (Αφρική, Ασία, Παλαιστίνη κ.ά.), β) παράγονται µε πρακτικές φιλικές προς το περιβάλλον (ολοκληρωµένη ή βιολογική γεωργία), γ) ακολουθούν συγκεκριµένο πλαίσιο είτε παράγονται µε µισθωτή εργασία (π.χ. απαγορεύεται η παιδική εργασία), είτε από οµάδες παραγωγών ή συνεταιρισµούς (π.χ. δηµοκρατική λήψη αποφάσεων, µία ψήφος ανά παραγωγό άσχετα µε την παραγωγή που συνεισφέρει στον συνεταιρισµό κ.λπ.) δ) έχουν καθορισµένη από την αρχή της παραγωγικής διαδικασίας «δίκαιη τιµή» , η οποία εξασφαλίζει την αξιοπρεπή διαβίωση των παραγωγών τους και τη µελλοντική βιωσιµότητα της γεωργικής τους δραστηριότητας.

Χωρίς να υποτιµάµε τις αντιφάσεις που έχουν προκύψει στα χρόνια κατά τα οποία αναπτύχθηκε το κίνηµα του δίκαιου εµπορίου (π.χ. µε την είσοδο πολυεθνικών εταιρειών όπως η Στάρµπακς και η Νεστλέ) δεν παύει να αποτελεί την πιο ολοκληρωµένη ίσως προσπάθεια να οριοθετηθούν µε ενιαίο τρόπο και τα τρία επίπεδα της αλυσίδας παραγωγής και κατανάλωσης: φιλική στο περιβάλλον παραγωγή, αξιοπρεπείς εργασιακές σχέσεις και τιµή. Μπορούν άραγε (µε δεδοµένο µάλιστα ότι υπάρχουν ελληνικές οµάδες µε σηµαντική γνώση και πείρα πάνω στο δίκαιο εµπόριο) ιδέες και επεξεργασίες από αυτό το κίνηµα να αποτελέσουν έµπνευση για απαντήσεις στα ερωτήµατα που έχει µπροστά του το «Χωρίς µεσάζοντες»;

Το τρίπτυχο «Περιβάλλον – Εργασιακές σχέσεις – Τιµή»

Για να οριστεί µια «δίκαιη τιµή» και για τις δύο πλευρές θα πρέπει να γίνεται ανά προϊόν µια οικονοµοτεχνική ανάλυση και να ορίζεται ένα βιώσιµο κέρδος για τον παραγωγό, περιλαµβάνοντας και τα προβλήµατα που µπορεί να έχει η γεωργική παραγωγή σε συγκεκριµένες χρονιές. Όσο –από τη µια µεριά– σηµαντικό κοµµάτι του αγροτικού πληθυσµού δεν εξοικειώνεται µε τέτοιες προσεγγίσεις και βασίζεται σε εµπειρικές εκτιµήσεις για το αντικείµενο της δουλειάς του, και –από την άλλη– η πολιτεία, οι αγροτικές συνδικαλιστικές ενώσεις ή τα κινήµατα δεν αναπτύσσουν τέτοιου τύπου απαιτήσεις και τα ανάλογα εργαλεία, είναι λογικό οι διαθέσεις προϊόντων χωρίς µεσάζοντες να βρίσκονται µπροστά σε ένα αδιέξοδο και σε πολλαπλούς κινδύνους εκφυλισµού. Κι όµως ένας συνδυασµός απλών κανόνων και νέων µεθόδων µπορεί να ανοίξει ένα µονοπάτι προς αυτή την κατεύθυνση: π.χ. δηµιουργία µηχανισµού κεντρικής καταγραφής των τιµών χονδρικής, απαίτηση από τους συµµετέχοντες παραγωγούς να έχουν «ανοιχτά βιβλία», ώστε να είναι δυνατή η παρακολούθηση των προµηθειών και των αγοραπωλησιών τους, καθώς και των γεωργικών φαρµάκων που χρησιµοποιούν. Μέχρι να γίνει εφικτή η υλοποίηση αυτών, ο ορισµός της «δίκαιης τιµής» θα µπορούσε να καθοριστεί στο µέσο της πραγµατικής τιµής χονδρικής και της τιµής λιανικής (ίσως και πιο κοντά στην τιµή χονδρικής),

Με αντίστοιχη λογική µπορούν οι οµάδες «Χωρίς µεσάζοντες» να διερευνήσουν και τις άλλες πτυχές, όπως τη φιλική προς το περιβάλλον παραγωγή και τη διασφάλιση αξιοπρεπών όρων εργασίας, για έλληνες και µετανάστες εργάτες γης. Σήµερα, η ελπίδα ότι το κίνηµα χωρίς µεσάζοντες θα συσπείρωνε αυθορµήτως παραγωγούς µεταξύ τους, όπως έκανε µε τους καταναλωτές, έχει εξανεµιστεί και ο κατακερµατισµός είναι παραπάνω από εµφανής. Πρέπει άραγε να γίνει καθολική απαίτηση η συµµετοχή µόνο συνεταιρισµών αγροτών που θα δεσµεύονται και θα αποδεικνύουν µέσα από ανοιχτές πλατφόρµες ότι πληρούν τις παραπάνω προϋποθέσεις; Αντίστοιχα πρέπει να προωθηθεί η δηµιουργία σταθερών αγορών (υπαίθριων ή σε συνεταιριστικά καταστήµατα) τα οποία επίσης θα σέβονται και θα προωθούν αποτελεσµατικά τις παραπάνω αρχές; Κάτι τέτοιο εκτός από το να καλλιεργεί µια νέα επιχειρηµατική/πολιτική κουλτούρα θα δηµιουργούσε έναν διακριτό ποιοτικό χώρο αγροτικής παραγωγής και εργασίας, ο οποίος θα µπορούσε να στηρίξει υψηλότερου επιπέδου ελέγχους (π.χ. χηµικούς, ποιοτικούς, τυποποίησης) µε αντάλλαγµα τη βιωσιµότητα που θα του παρέχουν οι καταναλωτές.

Στροφή της τοπικής αυτοδιοίκησης
Η τοπική αυτοδιοίκηση αναζητά, υπό το βάρος της κρίσης, μια νέα ταυτότητα. Οι δυνάμεις του κυρίαρχου συστήματος τη θέλουν να μετασχηματίζεται σε επιτελικό όργανο που θα αγοράζει υπηρεσίες από ιδιώτες (αποκομιδή απορριμμάτων, βοήθεια στο σπίτι, παιδικοί σταθμοί κ.λπ.), ενώ η αριστερά εστιάζει στον προνοιακό χαρακτήρα της με δημιουργία δομών αλληλεγγύης. Συχνά σε όλη αυτή τη συζήτηση χάνεται ο αναπτυξιακός και προωθητικός ρόλος που μπορούν να παίξουν οι δήμοι, αφήνοντας βέβαια στην άκρη τη συνήθη πατερναλιστική λογική του κράτους. Τα ερωτήματα και οι δυνατότητες που έχουν αναδυθεί γύρω από το κίνημα «Χωρίς μεσάζοντες» κινούνται ακριβώς σε αυτόν τον τομέα, χωρίς ταυτόχρονα να είναι αδιάφορα από τη σκοπιά της κοινωνικής αλληλεγγύης.
Οι δήμοι μπορούν να παίξουν σημαντικό ρόλο στην ωρίμανση των διαδικασιών που προτείνει το κίνημα και στη δυναμική ανάδυση ενός νέου προτύπου συλλογικής παραγωγής και κατανάλωσης (κάτι που θα δημιουργήσει θέσεις εργασίας και σε παράπλευρους τομείς), με πρωτοβουλίες όπως:
1 Δημιουργία τεχνολογικής υποδομής για ανοιχτά πρότυπα, οργανωμένη τιμολόγηση, παρακολούθηση των τιμών χονδρικής (και μάλιστα με την αξιοποίηση εργαλείων ανοιχτού λογισμικού).
2 Στήριξη της συγκρότησης αγροτικών συνεταιρισμών, συνεργατικών παντοπωλείων, ανοιχτών αγορών που θα σέβονται το τρίπτυχο «Περιβάλλον – Εργασιακές σχέσεις – Τιμή».
3 Κάλυψη της ανάγκης για ελέγχους υπολειμμάτων και ποιοτικές διασφαλίσεις.
4 Δημιουργία οργανισμών κατάρτισης, πιστοποίησης, τυποποίησης, προώθησης προϊόντων, μέσω υπερτοπικής συνεργασίας δήμων και συλλογικοτήτων.
5 Προμήθεια των λαχανικών και φρούτων που χρησιμοποιούνται στα γεύματα των παιδικών σταθμών απευθείας από συνεταιρισμούς βιολογικών αγροτών.
6 Δημιουργία αστικών λαχανόκηπων και σεμιναρίων καλλιέργειας.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΑΝΤΟΣ, πολιτικός επιστήµονας

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΣΚΟΤΕΙΔΑΚΗΣ, γεωπόνος

µέλη Δηµοτικής κίνησης «Στροφή Νέας Σµύρνης»

Advertisements

One thought on “κίνημα Χωρίς Μεσάζοντες: προκλήσεις και προοπτικές

  1. Παράθεμα: Kίνημα «Χωρίς μεσάζοντες»: προκλήσεις και προοπτικές | Μέχρι νεωτέρας

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.