διεκδικούµε το µέλλον ανατρέποντας το παρόν

Η περιβαλλοντική υποβάθµιση µεµονωµένων οικοσυστηµάτων και η περιβαλλοντική πίεση που ανέκαθεν ασκούσε ο µετασχηµατισµός του βιοφυσικού περιβάλλοντος κατά την παραγωγική δραστηριότητα, αποτελούσε στοιχείο κάθε ιστορικού τρόπου παραγωγής. Το ειδοποιό χαρακτηριστικό της οικολογικής κρίσης, µε προεξάρχουσα την κλιµατική αλλαγή, είναι ότι, στον σύγχρονο καπιταλισµό, ο ρυθµός µετασχηµατισµού του βιοφυσικού περιβάλλοντος ευθέως ανταγωνίζεται τις βασικές βιογεωχηµικές διεργασίες του πλανήτη, µεταβάλλοντας εκείνες τις ισορροπίες της οικόσφαιρας που επέτρεψαν την εξέλιξη του ανθρώπου και άλλων ειδών που συνδέονται στενά ως βιοεξελικτικές διαδροµές.

Το στοιχείο αυτό χαρακτηρίζει ειδικά τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής (Κ.Τ.Π) αποτελώντας σύγχρονη αντίφασή του, που απειλεί όχι γενικά τον πλανήτη ή τη φύση, αλλά το παρόν και το µέλλον των κοινωνιών.

Στοιχεία παρούσας κατάστασης

PHOTO-24Τις προηγούµενες ηµέρες η συγκέντρωση CO2 στην ατµόσφαιρα έφθασε για πρώτη φορά στις ιστορικές καταγραφές δεδοµένων τα 400 ppm1, [προβιοµηχανικά επίπεδα (1750) περίπου 277 ppm]. Τον Σεπτέµβρη δηµοσιεύτηκε η 5η έκθεση2 της πρώτης οµάδας εργασίας της Διακυβερνητικής Επιτροπής των Ηνωµένων Εθνών για την Κλιµατική Αλλαγή (IPCC). Οι εκθέσεις της IPCC θεωρούνται έγκυρες µε σηµαντικό πολιτικό αντίκτυπο, πλην όµως συντηρητικές, αφού εδράζονται στη συναίνεση (ελάχιστο κοινό παρονοµαστή) της επιστηµονικής κοινότητας.

Σταχυολογώντας ορισµένα στοιχεία σηµειώνουµε ότι: α) η ανθρώπινη επίδραση αποτελεί κυρίαρχη αιτία ανόδου της θερµοκρασίας σε ποσοστό βεβαιότητας 95-100%, β) τα παγκόσµια θερµοκρασιακά δεδοµένα καταγράφουν µέση άνοδο της θερµοκρασίας 0,85ο C (1880 – 2012) µε ελάχιστη συµβολή των φυσικών παραγόντων (µεταξύ 0,1 ο C και + 0,1 ο C) και γ) οι ατµοσφαιρικές συγκεντρώσεις, διοξειδίου του άνθρακα (CO2), µεθανίου (CH4) και υποξειδίου του αζώτου (N2O), έχουν αυξηθεί σε πρωτοφανή επίπεδα για τα προηγούµενα 800.000 χρόνια, µε ποσοστά αύξησης σχετικά µε τα προβιοµηχανικά επίπεδα (1750), 40%, 150% και 20% αντίστοιχα. Οι συνολικές ανθρωπογενείς εκποµπές CO2 από το 1750 έως το 2011 ανέρχονται στους 545 GtC3 µε το µεγαλύτερο ποσοστό να προέρχεται από την καύση ορυκτών καυσίµων (365 GtC).

Στην έκθεση αναπτύσσονται τέσσερα σενάρια (RCPs) βάσει των εκποµπών διοξειδίου του άνθρακα µέχρι το 21004. Το πρώτο (RCP2.6) ανταποκρίνεται στον περιορισµό ανόδου της θερµοκρασίας κάτω από 20 C. Στην κατεύθυνση που κινούµαστε σήµερα – σενάριο RCP8.5, «business as usual» – η άνοδος µπορεί να φθάσει έως και τους 5,30 C, µε µέσο όρο τους 4,30 C. Στο σενάριο RCP2.6, οι σωρευτικές εκποµπές CO2 επιβάλλεται να περιοριστούν στους 800 GtC. Εάν αφαιρέσουµε αυτές που έχουν ήδη ιστορικά «δαπανηθεί», «αποµένουν» συνολικά 270 GtC προκειµένου να µην υπερβούµε το σωρευτικό ισοζύγιο άνθρακα. Καταναλώνοντας τα ήδη γνωστά και οικονοµικά εκµεταλλεύσιµα αποθέµατα ορυκτών καυσίµων, θα εκλύαµε στην ατµόσφαιρα πάνω από 800 GtC. Συνεπώς, πάνω από 66% αυτών επιβάλλεται να παραµείνουν στο έδαφος.

Υπέρβαση του κατωφλίου των 2ο C οδηγεί στην καλπάζουσα κλιµατική αλλαγή ενεργοποιώντας µηχανισµούς θετικής ανάδρασης, «αυτοτροφοδότησης», όπως η απελευθέρωση µεθανίου από τον Αρκτικό ωκεανό ή το µόνιµα παγωµένο έδαφος. Άνοδος µεταξύ 2.7 – 3o C θα διαταράξει τον κύκλο του άνθρακα, µετατρέποντας τα χερσαία οικοσυστήµατα σε καθαρή πηγή έκλυσης CO25.

Συνεπώς, στο πλαίσιο των επιταγών του IPCC, (διάγραµµα) οι εκποµπές σε παγκόσµιο επίπεδο πρέπει να αρχίσουν δραστικά να µειώνονται µετά το 2020. Ταυτόχρονα, βάσει της αρχής των κοινών αλλά διαφοροποιηµένων ευθυνών, επιβάλλεται η απεξάρτηση των οικονοµιών από τον άνθρακα µέχρι το 2050 για τις αναπτυγµένες χώρες και το 2070 σε παγκόσµια κλίµακα.

 Ενδεικτικά: παρούσες τάσεις και συνέπειες

Ενώ ήδη βαδίζουµε προς την καλπάζουσα κλιµατική αλλαγή, οι παγκόσµιες εκποµπές CO2 από την καύση ορυκτών καυσίµων καταγράφουν ρεκόρ υψηλού, 36 δις τόνοι (2013), 61% πάνω από τα επίπεδα του 19907.

Η αντίδραση του συµπλέγµατος των µεγάλων πολυεθνικών εταιριών ορυκτών καυσίµων απέναντι στην αύξηση των τιµών των υδρογονανθράκων, αλλά ιδιαίτερα λόγω του αγώνα ανταγωνιστικότητας για επανεκκίνηση της ανάπτυξης (µεγέθυνσης) και ανάταξη της κερδοφορίας, οδήγησε σε τάση ενίσχυσης των ορυκτών καύσιµων και ιδιαίτερα των µη συµβατικών, µε προσανατολισµό στις αντλήσεις βαθέων υδάτων, στο σχιστολιθικό πετρέλαιο, στις πισσώδεις άµµους, στις µεθόδους υδραυλικής διάρρηξης για εκµετάλλευση του σχιστολιθικού αερίου (shale gas) κ.α. Σύµφωνα µε έκθεση της Διεθνούς Επιτροπής Ενέργειας 2012 «[…] τα ορυκτά καύσιµα παραµένουν κυρίαρχα στο παγκόσµιο ενεργειακό µίγµα, υποστηριζόµενα από επιδοτήσεις οι οποίες ανήλθαν στα 523 δις $ το 2011 αυξηµένες κατά 30% σε σχέση µε το 2010, έξι φορές περισσότερες από τις επιδοτήσεις στις ανανεώσιµες»8. Πρόσφατη µελέτη (2013) καταγράφει ότι οι πολυεθνικές ορυκτών καυσίµων δαπάνησαν 674 δις $ για την ανεύρεση νέων κοιτασµάτων, ενώ η αξία των 100 µεγαλύτερων εταιριών άνθρακα και πετρελαίου αποτιµάται στα 7,42 τρις $9. Καθίσταται εποµένως σαφές ότι το παρόν ενεργειακό µοντέλο εδράζεται σε ένα σύµπλεγµα του µεγάλου κεφαλαίου µε τεράστια πολιτική και οικονοµική ισχύ και απαιτήσεις απόδοσης επενδυµένων κεφαλαίων τρισεκατοµµυρίων, τις οποίες δεν διατίθεται να εγκαταλείψει απλά και οικειοθελώς!

Οι συστηµικές τεχνικές λύσεις εισαγωγής τεχνολογικής καινοτοµίας και αύξησης της ενεργειακής αποδοτικότητας υπερκαλύπτονται από τη δυναµική της καπιταλιστικής µεγέθυνσης, φαινόµενο γνωστό στην πολιτική οικονοµία από το 1865, όπως άλλωστε αποδεικνύουν τα απόλυτα µεγέθη: «παρά τα οφέλη της ενεργειακής αποδοτικότητας, οι εκποµπές που συνδέονται µε τη βιοµηχανία και την ενέργεια προβλέπεται να υπερδιπλασιαστούν το 2050 σε σχέση µε τα επίπεδα του 1990»10. Ταυτόχρονα, το κυρίαρχο µοντέλο του πράσινου εκσυγχρονισµού που προωθήθηκε (και σε ένα βαθµό υλοποιείται) στο πλαίσιο του νεοφιλελευθερισµού και της αγοράς, µε επίκεντρο το άτοµο – καταναλωτή, το οποίο θα χρηµατοδοτούσε η κοινωνία και το δηµόσιο, αλλά θα υλοποιούνταν, κυρίως, από τον ιδιωτικό τοµέα, στοχεύοντας στην αναθέρµανση της ανάπτυξης και τη δηµιουργία κερδοφόρων ιδιωτικών επενδυτικών ευκαιριών, πέρα από τις οικονοµικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές του συνέπειες, έχει πενιχρά αποτελέσµατα στην αντιµετώπιση της κλιµατικής αλλαγής. Σύµφωνα µε πρόσφατη µελέτη του R. York, οι «Α.Π.Ε» εντάχθηκαν, κυρίως, ως συµπληρωµατικές µορφές ενέργειας (κάλυψη αύξησης κατανάλωσης), παρά ως εκείνες που θα εκτοπίσουν (υποκαταστήσουν) τα ορυκτά καύσιµα, προκαλώντας καθαρές µειώσεις στις εκποµπές11.

Οι συνέπειες της κλιµατικής αλλαγής πλήττουν µε µεγαλύτερη ένταση τα δις των φτωχών του παγκόσµιου Νότου που ευθύνονται συντριπτικά λιγότερο για την πρόκλησή της, καθώς επίσης και τους εργαζόµενους και τα φτωχά λαϊκά στρώµατα του Βορρά, λόγω των λιγότερων µέσων που διαθέτουν για να τις αντιµετωπίσουν, αλλά και των παραγωγικών δραστηριοτήτων τους που συνδέονται οργανικά µε το τοπικό περιβάλλον, που αποτελεί και τόπο µόνιµης διαβίωσής τους. Σύµφωνα µε την αρχή των κοινών αλλά διαφοροποιηµένων ευθυνών (ΟΗΕ) το 75% της κλιµατικής αλλαγής οφείλεται στις «αναπτυγµένες» χώρες.

Ενδεικτικά, βάσει των σηµερινών τάσεων, η λειψυδρία θα πλήξει το 40% του παγκόσµιου πληθυσµού ή 3,9 δις µέχρι το 2050. Το κόστος των ζηµιών λόγω ακραίων καιρικών φαινοµένων που συνδέονται µε διαταραχές του κύκλου του νερού κυµάνθηκε µεταξύ 50-100 δις $ από το 1980-2009, ενώ µέχρι το 2050 εκτιµάται ότι θα απειλούνται 1,6 δις και περιουσιακά στοιχεία αξίας 45 τρις. $. Αξίζει να σηµειώσουµε ότι, ενώ δεν παρατηρείται σηµαντική διαφοροποίηση στη χωρική κατανοµή των ακραίων καιρικών φαινοµένων, τα θύµατα (95%) βρίσκονται εκτός χωρών ΟΟΣΑ, ενώ οι οικονοµικές απώλειες εντός (66%)12. Άνοδος της θερµοκρασίας µεταξύ 3-4ο C θα έχει ως συνέπεια 330 εκατ. να εκτοπιστούν λόγω πληµµυρών. Άνοδος 3 ο C θα θέσει προ απειλής εξαφάνισης το 20-30% των χερσαίων ειδών, θα προκαλέσει έκρηξη των επιδηµιών µε επιπλέον 220-400 εκατ. να εκτίθενται στη µαλάρια, ενώ επιπρόσθετα 600 εκατ. θα αντιµετωπίσουν το φάσµα του υποσιτισµού έως το 208013.

 Όχι «ουδέτερο» φαινόµενο, αλλά δοµική συνέπεια του Κ.Τ.Π.

Δύο στοιχεία είναι αποφασιστικής σηµασίας για την Αριστερά τόσο για τη µαζική της απεύθυνση και τον αγώνα ηγεµονίας του µπλοκ των «από κάτω», όσο και για το εσωτερικό της: α) η ρήξη µε τον µεθοδολογικό ατοµικισµό και β) η ρήξη µε µιας µορφής «ουδετερότητα» της κλιµατικής αλλαγής σε σχέση µε τα περιεχόµενα της ταξικής πάλης.

Ο µεθοδολογικός ατοµικισµός, που αποτυπώνεται στη φράση του J. Bentham, «Η κοινωνία είναι ένα φανταστικό σώµα […] Το συµφέρον της κοινωνίας (είναι) […] το άθροισµα των συµφερόντων του αριθµού των µελών που τη συνθέτουν»14 αποτελεί συστατικό στοιχείο συγκρότησης της αστικής κοινωνίας, της κυρίαρχης ιδεολογίας, της αγοράς, της νεοκλασικής οικονοµικής θεωρίας και των εργαλείων της κ.ο.κ. Η µαζική πρόσληψη των κοινωνικών, οικονοµικών και πολιτικών προβληµάτων µε µονάδα ανάλυσης το άτοµο, αδυνατεί να ενσωµατώσει το πρόβληµα της οικολογικής κρίσης. Οι κλίµακες χρόνου, χώρου αλλά και οι βιοφυσικές λειτουργίες της οικόσφαιρας εκφεύγουν του ορίζοντα και της οπτικής του ατόµου. Αντίθετα µε ό,τι συµβαίνει όταν στο επίκεντρο τίθεται το συλλογικό και οι κοινωνίες, που βρίσκονται σε συνεχή, όχι χωροχρονικά περιορισµένη, σχέση αλληλεξάρτησης µε το φυσικό περιβάλλον.

Η «ουδετερότητα» αφορά σε δύο αλληλένδετα στοιχεία: α) ερµηνευτική πρόσληψη των φαινοµένων της κλιµατικής αλλαγής και β) µια µορφή «οικονοµισµού».

Για την Αριστερά η οικονοµική κρίση δεν είναι «φυσικό φαινόµενο». Είναι ενδογενές περιοδικό αποτέλεσµα της λειτουργίας του Κ.Τ.Π. Το συµπέρασµα αυτό εξάγεται από την ύπαρξη της µαρξικής «θεωρίας» των κρίσεων. Αντίθετα η αστική τάξη δε διαθέτει σοβαρή θεωρία κρίσεων, αποδίδοντάς τη σε συγκυριακές δυσλειτουργίες της αγοράς, σε στρεβλώσεις και σε υποκειµενικά λάθη, αντιστοίχως και την οικολογική κρίση. Αναµενόµενο γεγονός αφού το κοινωνικό σύστηµα θεωρείται η «φυσική κατάσταση» πραγµάτων, απόρροια της ίδιας της «φύσης» του ανθρώπου, αποτελώντας ταυτόχρονα κυρίαρχη µαζική ιδεολογία. Έτσι οι µεταβολές του κλίµατος κ.λ.π. προσλαµβάνονται µαζικά είτε ως απλά φυσικά φαινόµενα, είτε αποκλειστικά ως αποτελέσµατα λανθασµένων πολιτικών, είτε και ως συνέπειες, γενικά, της ανθρώπινης δραστηριότητας, αλλά όχι ειδικά της λειτουργίας του Κ.Τ.Π.

Εδώ εµπλέκεται το στοιχείο ενός ορισµένου «οικονοµισµού». Για ποικίλους λόγους, ιστορικά, τµήµατα της Αριστεράς επικεντρώθηκαν αποκλειστικά στο ζήτηµα της διανοµής, εστιάζοντας στον υλικό ταξικό συσχετισµό επί του κοινωνικά παραγόµενου προϊόντος. Υποτίµησαν το στοιχείο των παραγωγικών σχέσεων και το ζήτηµα του δοµικού παραγωγισµού που χαρακτηρίζει αποκλειστικά την καπιταλιστική ανάπτυξη, η οποία συµφύεται µε την ταξική εκµετάλλευση, λαµβάνοντας τον υποχρεωτικό, µονοδιάστατο, ποσοτικό, χαρακτήρα της διαρκούς οικονοµικής µεγέθυνσης (σε όρους ΑΕΠ) και της παραγωγής για τη συσσώρευση. Αντίθετα µε παραδόσεις του εργατικού κινήµατος που αντιµετώπιζαν τις συνολικές συνθήκες διαβίωσης και κοινωνικής αναπαραγωγής των εκµεταλλευόµενων τάξεων, όπως άλλωστε αποτυπώνεται στους κλασικούς π.χ. στον Έγκελς «Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία» το 1845 και στον Μαρξ, ιδιαίτερα στο 3ο και 4ο µέρος του πρώτου τόµου του κεφαλαίου.

Σχηµατικά, η λειτουργία του Κ.Τ.Π. προσιδιάζει στο κύκλωµα που περιγράφει ο Αριστοτέλης Χ-Ε-Χ΄ (όπου Χ: χρήµα και Χ΄>Χ) το οποίο δεν έχει φυσικό τέρµα. «Το χρήµα είναι το σηµείο αφετηρίας και ο σκοπός»15.

Στον καπιταλισµό παίρνει τη µορφή Χ – Ε (=Μπ +Εδ) [-Πδ – Ε΄] – Χ΄ (Χ+ΔΧ), [όπου Χ: χρήµα (ως κεφάλαιο), Ε: εµπόρευµα, Μπ: µέσα παραγωγής, Εδ: εργασιακή δύναµη, Πδ: παραγωγική διαδικασία και ΔΧ=Χ΄- Χ : υπεραξία (υ)] . Έτσι, οι λειτουργίες της εκµετάλλευσης (απόσπασης υπεραξίας), της διαρκούς µεγέθυνσης (συσσώρευσης, την οποία νέµεται το 1%, αντιστρέφοντας το σλόγκαν του Occupy Wall Street) και αναπαραγωγής σε διευρυµένη κλίµακα (καπιταλιστική ανάπτυξη), συµφύονται σε µια ενιαία συστηµατική διαδικασία.

Η ληστρική εκµετάλλευση των φυσικών διαθεσίµων, σε διαρκώς αυξανόµενη κλίµακα, µε τη µετατροπή τους σε ρύπους και κάθε είδους απόβλητα, κατά τη διαδικασία διαρκούς µεγέθυνσης, που αποτελεί την κύρια αιτία της κλιµατικής αλλαγής, συναρθρώνεται µε την ταξική εκµετάλλευση, αφού εδράζονται στο κοινό υπόβαθρο και σκοπό του πυρήνα της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής.

Το ζήτηµα της κλιµατικής αλλαγής θέτει την ανατροπή των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων παραγωγής, µε επίκεντρο τη µεγέθυνση, όχι τη διανοµή του καθαρού προϊόντος. Ο συνεκτικός κινητήριος σκοπός του «ΔΧ» αµφισβητείται, το κύκλωµα σπάει, ζήτηµα που αποτελεί casus belli, καθώς το «αεροπλάνο» καπιταλισµός είναι σχεδιασµένο να πηγαίνει µόνο προς τα µπρος, αλλιώς θα πέσει, όπως εύστοχα σηµείωνε ο H. Daly το 1977.

Από το παραπάνω προκύπτει και το συµπέρασµα ότι η ανάσχεση της κλιµατικής αλλαγής δεν είναι, πρωτίστως, θέµα πράσινων ατοµικών καταναλωτικών επιλογών ή οικολογικής ευαισθησίας, αλλά αντίθετα κοινωνικής οργάνωσης της παραγωγής. Το βέλος της αιτιότητας έχει φορά από την παραγωγή προς την κατανάλωση. Στο επίκεντρο του κινήµατος και της αριστεράς πρέπει να τεθεί η παραγωγή.

Στην εποχή της συνδυασµένης οικονοµικής – οικολογικής κρίσης η Αριστερά πρέπει να θέσει επί τάπητος το θέµα των παραγωγικών σχέσεων, του συλλογικού δηµοκρατικού σχεδιασµού της παραγωγής, από τους εργαζόµενους και την κοινωνία. Της αποκέντρωσης, όχι µόνο χωρικής, αλλά και απέναντι στη συγκέντρωση του κεφαλαίου και των κοινωνικών- τεχνολογικών µορφών που τη συνοδεύουν, αναπαράγοντας την κεφαλαιακή σχέση. Σε αυτή την κατεύθυνση µπορεί να συναρθρωθούν οι διεκδικήσεις του εργατικού κινήµατος και ευρύτερα οι κοινωνικές ανάγκες, µε την ανάσχεση της κλιµατικής αλλαγής. Ταυτόχρονα, η ανατρεπτική µεταβατική πρόταση ενός προγράµµατος κοινωνικού-οικολογικού µετασχηµατισµού σε σοσιαλιστική κατεύθυνση (υπόδειγµα ενός σύγχρονου συλλογικού οράµατος) αποτελεί για την ενδεχόµενη «Κυβέρνηση της Αριστεράς» δείγµα έµπρακτου διεθνισµού και αλληλεγγύης, πραγµατικό «όπλο» διεθνούς απήχησης – στους «από κάτω» – και πολιτικής ισχύος.

ΠΕΤΡΟΣ ΨΑΡΡΕΑΣ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

1. http://www.esrl.noaa.gov/gmd/ccgg/trends/weekly.html

2.http://www.ipcc.ch/report/ar5/wg1/#.UmFJJhBMxGp

3. GtC: γιγατόνοι άνθρακα. Ένας γιγατόνος ισούται µε ένα δισεκατοµµύριο τόνους, (1Gt= 109 t) και ισοδυναµεί µε 3,67 γιγατόνους  CO2

4. Τα τέσσερα αυτά σενάρια είναι τα RCP2.6, RCP4.5, RCP6.0 και RCP8.5 µε µέσο σωρευτικών εκποµπών CO2 για την περίοδο 2012-2100, εκφρασµένο σε GtC, 270, 780, 1060, 1685 αντίστοιχα.

5. IPCC, Climate Change 2007: Synthesis Report, p., 51, http://www.ipcc.ch/pdf/assessment-report/ar4/syr/ar4_syr.pdf

6. Πηγή: Andrew Jordan et al, (2013), Going beyond two degrees? The risks and opportunities of alternative options, Climate Policy, 13:6, p. 753, http://dx.doi.org/10.1080/14693062.2013.835705

7. http://www.uea.ac.uk/mac/comm/media/press/2013/November/global-carbon-budget-2013

8. International Energy Agency (IEA), World Energy Outlook, (2012), Executive Summary

9. Carbon Tracker and the Grantham Research Institute, London School of Economics, Unburnable Carbon 2012: Wasted Capital and Stranded Assets (2013), http://carbontracker.org

10. OECD Environmental Outlook to 2050, p.,80

11. Richard York, (2012), Do Alternative Energy Sources Displace Fossil Fuels?, Nature Climate Change 2, p. 441

12. OECD (2012), Environmental Outlook to 2050, p.,218-223

13. UNDP (2007), Human Development Report 2007/2008, Fighting climate change, pp., 8-10

14. Bentham J., (1948), The Principles of Morals and Legislation, New York, Hafner Press, p.3

15. Meikle S., (2000), Η οικονοµική Σκέψη του Αριστοτέλη, Αθήνα: Ελληνικά Γράµµατα, σ.83

16. Το αρχικό κεφάλαιο (Χ) µετατρέπεται στα εµπορεύµατα (Ε), µέσα παραγωγής και εργασιακή δύναµη, που καταναλώνονται παραγωγικά στην παραγωγική διαδικασία και παράγουν µια εκροή εµπορευµάτων Ε΄, της οποίας η αξία όταν πραγµατοποιηθεί στην αγορά, µετατρέπεται σε ένα ποσό χρήµατος Χ΄>Χ, στο οποίο εµπεριέχεται η αποσπασµένη υπεραξία, µέσω του οποίου συντελείται η συσσώρευση.

Advertisements