στην Ελλάδα της κρίσης: πρόληψη ή καταστολή των καταστροφών;

PHOTO-8Η διακινδύνευση αποτελεί εγγενές στοιχείο των σύγχρονων κοινωνιών. Μάλιστα θεωρείται ότι η ίδια η τεχνολογική εξέλιξη και η οικονοµική µεγέθυνση παράγει διακινδύνευση1. Η διακινδύνευση που συνδέεται µε κινδύνους, παλιούς και νέους, θα είναι λοιπόν παρούσα.

Αυτό δεν σηµαίνει κατ’ ανάγκη ότι θα συµβαίνουν καταστροφές. Οι καταστροφές µπορεί να προληφθούν ή τουλάχιστον να µειωθεί η πιθανότητα να συµβούν. Με τον όρο «πρόληψη» εννοούνται οι πολιτικές και τα µέτρα που αποσκοπούν στη µείωση της πιθανότητας να συµβεί καταστροφή, ακόµη και αν ένας κίνδυνος εκδηλωθεί. Έτσι λοιπόν, π.χ. η πρόληψη πληµµύρας περιλαµβάνει όλες εκείνες τις πολιτικές και τα µέτρα που έχουν ως σκοπό µείωση της πιθανότητας να συµβεί καταστροφική πληµµύρα, ακόµη και αν η βροχόπτωση είναι ακραία. Πολιτικές και µέτρα που λαµβάνονται πριν την εκδήλωση ενός κινδύνου και αποσκοπούν στην καλύτερη διαχείριση της κατάστασης αφού συµβεί µια καταστροφή, αποκαλούνται συνήθως «ετοιµότητα».

Συχνή είναι η σύγχυση µεταξύ κινδύνου και καταστροφής, καθώς και µεταξύ πρόληψης και ετοιµότητας. Είναι µια σύγχυση εννοιολογική που παρατηρείται ακόµη και σε επίσηµα κείµενα. Ταυτόχρονα όµως υποκρύπτει την αντίληψη ότι άπαξ και εκδηλωθεί ο κίνδυνος –δηλαδή συµβεί ένα δυνάµει επικίνδυνο φαινόµενο ή γεγονός (φυσικό, τεχνολογικό ή ακόµη και από πρόθεση)– η καταστροφή είναι αναπότρεπτη. Αυτονόητη γίνεται λοιπόν έτσι η επικέντρωση στην αντιµετώπιση της κατάστασης, αφού η καταστροφή συµβεί.

Η ίδια η έννοια της καταστροφής επιδέχεται διαφορετικών προσεγγίσεων που οδηγούν σε διαφορετικές πολιτικές και δράσεις2.

  • Η καταστροφή ως ανάλογο του πολέµου: H καταστροφή αποδίδεται σε έναν εξωτερικό παράγοντα και οι ανθρώπινες κοινότητες είναι οντότητες που αντιδρούν συνολικά σε µια «εισβολή».
  • Η καταστροφή ως έκφραση κοινωνικής τρωτότητας: Η καταστροφή είναι προϊόν εσωτερικών κοινωνικών και οικονοµικών διαδικασιών που παράγουν συνθήκες ευπάθειας.
  • Η καταστροφή ως µετάβαση σε µια κατάσταση αβεβαιότητας: Η καταστροφή συνδέεται στενά µε την αδυναµία να εννοήσουµε πραγµατικούς και υποθετικούς κινδύνους, ιδίως δε µετά την ανατροπή των πλαισίων που ερµηνεύουν την πραγµατικότητα.

Ποια είναι όµως η προσέγγιση που επικρατεί σήµερα στη χώρα µας; Αποκαλύπτεται από φράσεις που ακούµε συχνά από επίσηµα χείλη, όπως «καταστολή», «θωράκιση», «θεοµηνία». Όλες αυτές υπονοούν ότι η καταστροφή είναι συνέπεια µιας εξωτερικής απειλής, πέρα και έξω από το δικό µας έλεγχο. Για να αντιµετωπιστεί απαιτούνται µέσα αντίστοιχα αυτών που αναφέρονται σε πολεµική απειλή, δηλαδή ιεραρχικά σχήµατα, έλεγχος, ειδικές δυνάµεις και ειδικές δοµές, εξωτερική βοήθεια. Σε κάθε περίπτωση, όχι σπάνια µια µεγάλη καταστροφή ξεπερνά τις ικανότητες και δυνατότητες αντιµετώπισής της και εποµένως µοιάζει απολύτως δικαιολογηµένη η αδυναµία να αντιµετωπιστεί εκ των υστέρων. Η επιστροφή σε µια αντίληψη πολιτικής άµυνας είναι εµφανής.

Η πρόληψη των καταστροφών καλεί για µια άλλη αντίληψη. Στη θεώρηση ότι για να προκύψουν επιπτώσεις που υπερβαίνουν την ικανότητα της κοινωνίας να τις αντιµετωπίσει, πρέπει να συναντηθεί η εκδήλωση ενός κινδύνου (σεισµού, βροχόπτωσης, καύσωνα, ισχυρών ανέµων) µε συνθήκες ευπάθειας στο φυσικό και δοµηµένο περιβάλλον και την κοινωνία. Οι επιπτώσεις και εποµένως η πρόληψη των καταστροφών, συνδέονται µε την έκθεση στον κίνδυνο και την τρωτότητα3.

Οι καταστροφές λοιπόν δεν είναι προϊόν µερικών ωρών. Οι θεµελιώδεις αιτίες που υποθάλπουν µια καταστροφή υποβόσκουν πολύ πριν αυτή συµβεί και κατά κανόνα συνεχίζουν και µετά να καλλιεργούν τις συνθήκες για µια µελλοντική καταστροφή. Ο «εχθρός» δεν είναι «από έξω» ώστε να χρειάζεται να θωρακιστούµε από αυτόν, όπως ο τόσο συχνά χρησιµοποιούµενος όρος «αντισεισµική θωράκιση» υπονοεί. Οι καταστροφές απορρέουν από προτεραιότητες και επιλογές σε ατοµικό, οικογενειακό, συλλογικό και οικονοµικο-κοινωνικό επίπεδο. Εδράζονται σε µακροχρόνιες διαδικασίες συσσώρευσης τρωτότητας και οι δράσεις που οδηγούν σε µείωση της πιθανότητας καταστροφής αναφέρονται ακριβώς σε αυτές.

Εδώ λοιπόν είναι η δυσκολία της πρόληψης έναντι της ετοιµότητας και της «καταστολής». Η πρόληψη των καταστροφών καλεί για µια ολοκληρωµένη θεώρηση της ανάπτυξης που να λαµβάνει υπόψη τη διακινδύνευση. Απαιτεί ενσωµάτωση πολιτικών πρόληψης σε όλες τις τοµεακές και χωρικές πολιτικές. Προϋποθέτει συνδυασµένες πολιτικές και δράσεις σε όλα τα επίπεδα διοίκησης και συνέργεια του ιδιωτικού µε το δηµόσιο τοµέα. Χρειάζεται µακροπρόθεσµη προσπάθεια και κρύβεται σε διαδικασίες ρουρτίνας όπως οι έλεγχοι και οι αδειοδοτήσεις. Μάλιστα, σε αντίθεση µε την ηρωική και προβαλλόµενη αντιµετώπιση των αναγκών αφού η καταστροφή συµβεί, όταν οι προσπάθειες για πρόληψη είναι επιτυχείς και η καταστροφή αποτραπεί, κανείς δεν πιστώνεται την επιτυχία.

Είναι αναµενόµενο ότι η πρόληψη των καταστροφών συναντά αντιστάσεις και δυσκολίες. Πολλές φορές έρχεται σε αντίθεση µε το ιδιωτικό συµφέρον όπως αυτό προσλαµβάνεται βραχυπρόθεσµα ή µε ατοµικές επιδιώξεις. Γενιές ολόκληρες συσσωρεύουν τρωτότητα και µετακυλύουν διακινδύνευση στο µέλλον ή στους «άλλους». Η πρόληψη καλεί για περιορισµούς και επενδύσεις τώρα για να µη συµβεί κάποτε µια καταστροφή ή για να µην καταστραφεί κάποιος άλλος τόπος4 και κάποιοι άλλοι άνθρωποι.

Μήπως λοιπόν η πρόληψη των καταστροφών αποτελεί πολυτέλεια στις σηµερινές συνθήκες της κρίσης; Μήπως χρειάζεται να προταχθεί η ανάγκη να προσελκυθούν επενδύσεις, να αναπτυχθεί ο κατασκευαστικός τοµέας, να υπάρξει ανοχή στην τήρηση των κανόνων ώστε να περισταλούν οι δαπάνες των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων;

Εδώ λοιπόν τίθεται ένα ζήτηµα συλλογικής απόφασης. Θα δεχτούµε ως κοινωνία µελλοντικές απώλειες και επιπτώσεις, ανεξέλεγκτες στο χώρο και το χρόνο; Αποδεχόµαστε να έχουµε θύµατα, άστεγους, βλάβες, ζηµιά, αποδιοργάνωση και διάλυση; Θεωρούµε ότι αντέχουµε ως κοινωνία να υποστούµε καταστροφές που θα µας σπρώξουν ακόµη πιο κάτω; Αν ναι, ας επικεντρωθούµε στην «καταστολή», την παροχή βοήθειας και την ανακούφιση εκ των υστέρων.

Αν όχι, τότε χρειάζεται να διεκδικηθεί η συνεκτίµηση της διακινδύνευσης στις τοµεακές και διατοµεακές πολιτικές, καθώς και µια ολοκληρωµένη προσέγγιση που να αντιµετωπίζει όλο το φάσµα διαχείρισης της διακινδύνευσης µέσα στο κοινωνικό και οικονοµικό πλαίσιο στο οποίο αυτή παράγεται. Εντέλει η πρόληψη των καταστροφών συνδέεται άρρηκτα µε τις προσπάθειες για µια βιώσιµη ανάπτυξη για όλους και µε την ποιότητα ζωής. Μόνο που αυτές καθόλου ηρωικές και καθόλου προβαλλόµενες δεν είναι. Είναι απλώς ουσιαστικές.

ΕΙΔΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΑΣ

σε θέµατα κινδύνων και καταστροφών

(τα στοιχεία της συγγραφέως είναι στη διάθεση των Ο/τ)

1. Beck, U. (1999). World Risk Society. Cambridge: Polity Press.
2. Gilbert, Claude. 1998. “Studying Disaster – Changes in the Main Conceptual Tools.” Chapter 2 in What Is A Disaster? E.L. Quarantelli (ed.). London and New York: Routledge. 
3. Ας µην ξεχνάµε ότι ο µύθος της «άσειστης» Αθήνας κατέρρευσε όταν ο σεισµός του 1999 έπληξε περιοχές που ήταν κάποτε ακατοίκητες.
4. Η οικοδοµόµηση στα ρέµατα που οδηγεί σε πληµµύρα στα ανάντι είναι ακριβώς η οπτικοποίηση  της µετακύλησης της διακινδύνευσης.
Advertisements