αυθαίρετα στην Αλβανία: παγκόσµιοι παίκτες και η ιδιοκτησία της γης

PHOTO-6Στις αρχές του Αυγούστου, και προτού ακόµα αναλάβει την εξουσία, ο νέος πρωθυπουργός της Αλβανίας, Έντι Ράµα, δηλώνει στο twitter: «τα αυθαίρετα στα παράλια της χώρας είναι µία επιθετική µορφή καρκίνου. Χρειάζεται µία εκτεταµένη επιχείρηση για να εδραιωθεί το κράτος δικαίου. Είµαστε σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης», δίνοντας το σύνθηµα για να αναλάβουν (επιλεκτική) δουλειά οι µπουλντόζες. Μάλιστα η εκστρατεία του νέου πρωθυπουργού κατά των αυθαιρέτων στη χώρα υποστηρίζεται από την ιστοσελίδα StopRrënimit.com, όπου οι πολίτες µπορούν να ανεβάσουν φωτογραφίες και βίντεο κτιρίων που θεωρούν ότι είναι αυθαίρετα.

Δεν είναι η πρώτη φορά που τα αυθαίρετα απασχολούν τον Ράµα. Στη διάρκεια της θητείας του ως δήµαρχος Τιράνων, προχώρησε σε επιλεκτικές κατεδαφίσεις πολλών αυθαίρετων καταστηµάτων ή και κατοικιών στους κοινόχρηστους χώρους του κέντρου της πρωτεύουσας. Όµως το ζήτηµα των αυθαιρέτων δεν περιορίζεται στα αλβανικά παράλια και στο κέντρο των Τιράνων. Είναι πολύ ευρύτερο και, σύµφωνα µε το προεκλογικό πρόγραµµα του Σοσιαλιστικού Κόµµατος του οποίου ηγείται ο Ράµα, η νέα κυβέρνηση προτίθεται να δώσει «οριστική λύση» στο ζήτηµα.

Η αυθαίρετη δόµηση στην Αλβανία ως βασικός µηχανισµός στέγασης

Το κύµα εσωτερικής µετανάστευσης και αστικοποίησης του αλβανικού πληθυσµού µετά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισµού δηµιούργησαν τεράστια ζήτηση για κατοικία. Στο πλαίσιο µάλιστα της προσπάθειάς της να εγκαθιδρύσει την εξουσία της, η κεντρική κυβέρνηση υιοθέτησε µια πολιτική ανοχής και σιωπηλής ενθάρρυνσης της αυθαίρετης δόµησης. Εκτιµάται ότι περισσότερο από το 60% των κτιρίων που κατασκευάστηκαν µεταξύ 1992 και 1996 ήταν αυθαίρετα. Λαµβάνοντας υπόψη την πλήρη κατάρρευση των κρατικών στεγαστικών πολιτικών, την απουσία ελέγχου των διαδικασιών αστικής ανάπτυξης, τις δυσκολίες νόµιµης πρόσβασης σε γη για οικοδόµηση και την ασάφεια των αδειοδοτικών διαδικασιών, η αυθαίρετη δόµηση αποτέλεσε τη µοναδική δυνατότητα πρόσβασης σε κατοικία για ένα πολύ µεγάλο µέρος του πληθυσµού. Κατά µία έννοια, η αυθαίρετη δόµηση αποτέλεσε το βασικό µηχανισµό κάλυψης των στεγαστικών αναγκών και κεντρικό στοιχείο κοινωνικής ενσωµάτωσης στην Αλβανία τις τελευταίες δύο δεκαετίες.

Σε αυτό το πλαίσιο, εκτεταµένες ζώνες αυθαιρέτων κατοικιών – συχνά αρκετά πολυτελείς– αναπτύχθηκαν στην περιφέρεια των πόλεων της κεντρικής Αλβανίας και κατά µήκος των ακτών, αξιοποιώντας κυρίως τα µεταναστευτικά εµβάσµατα. Οι οικιστές των αυθαιρέτων απέκτησαν γη είτε µε άτυπες µεταβιβάσεις και παράνοµες κατατµήσεις, είτε καταλαµβάνοντας κρατικές εκτάσεις ή εκτάσεις µε ασαφές ιδιοκτησιακό καθεστώς. Αυθαιρεσίες έγιναν επίσης σε υφιστάµενα κτίρια, αλλά και σε νεόδµητα που υπερέβησαν τις εγκεκριµένες οικοδοµικές άδειες. Έτσι, τόσο τα κατώτερα όσο και τα µεσαία στρώµατα απέκτησαν πρόσβαση σε ικανοποιητικές συνθήκες κατοικίας, σε περιοχές που βρίσκονται αφενός εκτός της ακτίνας της κρατικής παρέµβασης, και αφετέρου εκτός της επίσηµης κτηµαταγοράς.

Οι παλινδροµήσεις των πολιτικών

Οι πολιτικές της αλβανικής κυβέρνησης για την αντιµετώπιση της αυθαίρετης δόµησης εξελίχθηκαν µε αλλεπάλληλες παλινδροµήσεις και µέσα από την καθοριστική παρέµβαση παγκόσµιων οργανισµών, ξένων κυβερνήσεων, εκπαιδευτικών ιδρυµάτων και διεθνών εµπειρογνωµόνων. Στα τέλη της δεκαετίας του ’90 η κατασταλτική προσέγγιση ενός αυστηρού νοµικού πλαισίου µε βασικό εργαλείο την «Αστυνοµία Κατεδαφίσεων» συνυπήρχε µε πιλοτικά προγράµµατα παροχής αστικών υποδοµών, που προωθούσαν διεθνείς οργανισµοί σε συνεργασία µε τοπικές ΜΚΟ. Την περίοδο που ακολούθησε διεθνείς οργανισµοί ανέδειξαν την τακτοποίηση των αυθαιρέτων σε στόχο υψηλής προτεραιότητας. Εκθέσεις της Παγκόσµιας Τράπεζας παρουσίαζαν τα «πλεονεκτήµατα» της αυθαίρετης δόµησης, επισηµαίνοντας ότι καλύπτει τη ζήτηση για κατοικία και εργασία χωρίς κρατική παρέµβαση. Ταυτόχρονα αντιµετωπίζουν την αυθαίρετη δόµηση ως εµπόδιο για τη λειτουργία της αγοράς, απορώντας µάλιστα γιατί οι οικιστές των αυθαιρέτων «αρνούνται στους εαυτούς τους την ευκαιρία να επωφεληθούν από τον ενυπόθηκο δανεισµό και άλλα χρηµατοδοτικά και επιχειρηµατικά εργαλεία, που είναι διαθέσιµα σε άλλες οικονοµίες». Παρόµοιο ήταν και το πνεύµα στο οποίο κινήθηκαν διεθνείς εµπειρογνώµονες όπως ο Περουβιανός οικονοµολόγος Hernando de Soto, ο οποίος κλήθηκε από την αλβανική κυβέρνηση να συνεισφέρει στο σχεδιασµό µιας εθνικής πολιτικής για τα αυθαίρετα και την ακίνητη ιδιοκτησία. Οι διεργασίες αυτές οδήγησαν τελικά στη δηµιουργία ενός θεσµικού πλαισίου για την τακτοποίηση των αυθαιρέτων στα µέσα της δεκαετίας του 2000, το οποίο προσδιόρισε διαδικασίες, αρµοδιότητες και νέους φορείς.

Το θεσµικό αυτό πλαίσιο στηρίχθηκε στη ρητορική της κυβέρνησης για προώθηση της «τάξης», της «νοµιµότητας» και της οικονοµικής ανάπτυξης. Οι προσπάθειες όµως να εφαρµοστεί στην πράξη βρέθηκαν σε αντίθεση µε τις ευρύτερες µεταρρυθµίσεις στο σύστηµα της ακίνητης ιδιοκτησίας και οδήγησαν συχνά σε συγκρούσεις συµφερόντων που συνδέονται είτε µε τις δραστηριότητες τοπικών εργολάβων, είτε µε µεγάλες επενδύσεις στους τοµείς του εµπορίου και του τουρισµού. Κρίσιµα ζητήµατα προέκυψαν σχετικά µε την εφαρµογή πολεοδοµικού σχεδιασµού, την ποιότητα του αστικού χώρου, την προστασία των φυσικών πόρων, τη διαχείριση των εσόδων, αλλά συχνά και την επιφυλακτικότητα ή την έλλειψη ενδιαφέροντος από τους οικιστές. Σήµερα, το ζήτηµα των αυθαιρέτων παραµένει ανοιχτό: σηµαντικός αριθµός κτισµάτων παραµένει αδήλωτος, πολλές υποθέσεις βρίσκονται στα δικαστήρια, ενώ έχουν προκύψει νέες γενιές αυθαιρέτων για εµπορική και τουριστική εκµετάλλευση.

Αυθαίρετη δόµηση και ο ρόλος των διεθνών οργανισµών: η µεγάλη εικόνα

Οι πολιτικές των δύο τελευταίων δεκαετιών για τη διαχείριση του ζητήµατος της αυθαίρετης δόµησης στην Αλβανία, όπως και σε άλλες χώρες, εντάσσονται στην ευρύτερη προσπάθεια ελέγχου της γης ως βασικού πεδίου καπιταλιστικής δραστηριότητας. Η κυρίαρχη νεοφιλελεύθερη πολιτική σχετικά µε την αυθαίρετη δόµηση εκφράζεται µέσα από τις κατευθύνσεις διεθνών οργανισµών (Παγκόσµια Τράπεζα, UN-HABITAT, UNECE), οι οποίοι επισηµαίνουν τη σηµασία της κατοχύρωσης ατοµικών δικαιωµάτων ιδιοκτησίας, ιδιαίτερα στις πόλεις του αποκαλούµενου αναπτυσσόµενου κόσµου και της Ανατολικής Ευρώπης. Η αυθαίρετη δόµηση αναγνωρίζεται ως ένα πεδίο που δεν ελέγχεται από την κεντρική πολιτική εξουσία και βρίσκεται πέρα από τους κανόνες της επίσηµης κτηµαταγοράς, µε αποτέλεσµα αφενός να εµποδίζει και αφετέρου να αποτελεί ένα πολλά υποσχόµενο πεδίο για την επέκταση της ελεύθερης αγοράς.

Υπό αυτό το πρίσµα, οι πολιτικές που προωθούνται από τους διεθνείς οργανισµούς και υιοθετούνται από τα εθνικά κράτη δίνουν προτεραιότητα στην παραχώρηση τίτλων ιδιοκτησίας και στη νοµιµοποίηση αυθαιρέτων. Με αυτές τις επιλογές επιδιώκεται να ενσωµατωθούν τα αυθαίρετα στην επίσηµη κτηµαταγορά, συµµετέχοντας σε νόµιµες µεταβιβάσεις, στον ενυπόθηκο δανεισµό, στη φορολόγηση κ.λπ., κάτι που – όπως υποστηρίζεται – «θα µετατρέψει τη φτώχεια σε κεφάλαιο». Ταυτόχρονα, σοβαρές κοινωνικές επιπτώσεις, όπως η καταστροφή των υφιστάµενων µορφών κοινωνικής ζωής, η αύξηση της στεγαστικής επισφάλειας εξαιτίας των πρόσθετων οικονοµικών επιβαρύνσεων και οι πιέσεις της αγοράς απέναντι στους οικιστές των αυθαιρέτων απλά αγνοούνται.

Ανεξάρτητα από το εάν οι πρόσφατες κατεδαφίσεις αυθαιρέτων στα αλβανικά παράλια αποτελούν ένα νέο είδος γραφής ή απλά ένα πυροτέχνηµα του νέου πρωθυπουργού, είναι σαφές ότι η διαχείριση της αυθαίρετης δόµησης στην Αλβανία, όπως και αλλού, είναι άρρηκτα συνδεδεµένη µε τη σηµασία που αποδίδεται στη γη από το παγκοσµιοποιηµένο επενδυτικό κεφάλαιο και τους διεθνείς οργανισµούς. Είναι κοµµάτι ευρύτερων διαδικασιών «συσσώρευσης µέσω της αφαίρεσης πόρων από άλλους» µε άξονα τον έλεγχο και την κατοχή της γης, που το τελευταίο διάστηµα προωθούνται µε κάθε τρόπο και στην Ελλάδα. Είναι όµως επίσης σαφές ότι τα κοινωνικά δίκτυα και οι διαδικασίες παραγωγής σε τοπικό επίπεδο υπονοµεύουν στην πράξη πολιτικές επιλογές της κεντρικής εξουσίας και παγκόσµιων παικτών.

ΦΕΡΕΝΙΚΗ ΒΑΤΑΒΑΛΗ
ΛΟΥΚΑΣ ΤΡΙΑΝΤΗΣ

Advertisements