Αιθαλομίχλη και ενεργειακή φτώχεια: όψεις του ίδιου ζητήματος

το σχόλιο του μήνα

thermosztatΔιανύουµε το δεύτερο χειµώνα µετά την αύξηση του φόρου στο πετρέλαιο θέρµανσης τον Οκτώβρη του 2012. Κι αν πέρυσι είχαν αρχίσει να φαίνονται οι συνέπειες του µνηµονιακού αυτού µέτρου για την κοινωνία -ιδιαίτερα τους φτωχούς- και το περιβάλλον των πόλεων, φέτος από πολλές απόψεις τα πράγµατα είναι δυσµενέστερα. Στοιχεία δείχνουν ότι περίπου τα µισά νοικοκυριά που χρησιµοποιούσαν πετρέλαιο αναζήτησαν άλλους τρόπους θέρµανσης – µε ρεύµα (ηλεκτρικά σώµατα, κλιµατιστικά), φυσικό αέριο, τζάκια και σόµπες. Τα τελευταία προκαλούν τροµακτική επιβάρυνση και µεγάλους κινδύνους για τους κατοίκους των πόλεων. Έγκυροι επιστηµονικοί φορείς και οικολογικές οργανώσεις έχουν αναφερθεί στις σοβαρές επιπτώσεις της αιθαλοµίχλης στην υγεία των ανθρώπων που είναι µακροπρόθεσµες, αλλά και άµεσες – ιδιαίτερα για τις ευπαθείς οµάδες.

Μετά τη φετινή (πρώτη) κρίση αιθαλοµίχλης στην Αθήνα αλλά και σε άλλα αστικά κέντρα της χώρας το ΥΠΕΚΑ ανακοίνωσε µε φοβερά ταρατατζούµ “έκτακτα” µέτρα όπως η παροχή δωρεάν ρεύµατος τις µέρες της ρύπανσης… Οι εξαγγελίες δίκαια χαρακτηρίστηκαν κοροϊδία και τα µέτρα αποδοµήθηκαν δεόντως και ως επί της ουσίας ανεφάρµοστα από πολλές απόψεις. Στην πραγµατικότητα, η κυβέρνηση κάνει συστηµατικά τα αντίθετα: Κατεβάζει τα όρια λήψης µέτρων για τη ρύπανση, δεν κάνει σοβαρούς ελέγχους και µετρήσεις, αποκρύπτει στοιχεία (ενώ υποτίθεται οι πολίτες πρέπει να προφυλαχθούν από την αιθαλοµίχλη). Τα “έκτακτα µέτρα” είναι η απόλυτη απάτη: δεν βοηθούν καθόλου την κοινωνία και µάλλον βλάπτουν περισσότερο το περιβάλλον – και στις πόλεις της αιθαλοµίχλης και στους (ιστορικά επιβαρυµένους) τόπους της ηλεκτροπαραγωγής.

Στον αντίποδα των µνηµονιακών αδιεξόδων, η αριστερά και πολλοί κοινωνικοί φορείς έχουν καταθέσει σειρά προτάσεων που συγκλίνουν αρχικά στην ανάγκη µείωσης του φόρου στο πετρέλαιο θέρµανσης, ώστε να ξαναδοθεί η δυνατότητα σε χιλιάδες νοικοκυριά να ζεστάνουν τα σπίτια τους όπως και πριν την αύξηση (που συν τοις άλλοις δεν είχε και θετικό δηµοσιονοµικό αποτέλεσµα). Αυτό αποτελεί προφανώς αυτονόητη µέριµνα και συνιστά µέρος του σχεδίου συνολικής αντιµετώπισης της ανθρωπιστικής κρίσης που αποτελεί προτεραιότητα: η θέρµανση είναι, όπως το ρεύµα και το νερό, θεµελιώδες αγαθό πρώτης ανάγκης που η εγγύησή του είναι στοιχείο αξιοπρέπειας για την κοινωνία – και ιδιαίτερα όσους έχουν πληγεί ιδιαίτερα από την µνηµονιακή αναδιάρθρωση.

Όµως, για να οργανώσουµε µια πιο στρατηγική παρέµβαση, χρειάζεται να συνυπολογίσουµε και ορισµένες αντικειµενικές συνθήκες που έχουν δηµιουργηθεί και επιταχύνονται σήµερα: τα συστήµατα κοινόχρηστης θέρµανσης στις λαϊκές πολυκατοικίες των αστικών κέντρων έχουν καταρρεύσει, αρκετά διαµερίσµατα παραµένουν άδεια ενώ τα περισσότερα νοικοκυριά έχουν υποστεί τεράστια µείωση εισοδήµατος. Συνεπώς από µόνη της η µείωση του φόρου κατανάλωσης στο πετρέλαιο στα προηγούµενα επίπεδα είναι αναγκαίο µέτρο άµεσης ανακούφισης, αλλά δεν αντιµετωπίζει το πρόβληµα σε βάθος χρόνου – και σίγουρα δεν συνιστά “αλλαγή υποδείγµατος” στο πως οργανώνουµε συλλογικά σαν κοινωνία την κάλυψη των ενεργειακών αναγκών.

Μια συνολικότερη προσέγγιση για την καταπολέµηση και της ενεργειακής φτώχειας και την περιβαλλοντικής υποβάθµισης θα πρέπει επίσης να διευρύνει την επιδότηση θέρµανσης ώστε να αφορά περισσότερους/ες που το έχουν ανάγκη και µε πιο στοχευµένο τρόπο, αλλά και να παρέχει κίνητρα για την ενίσχυση και προώθηση οικονοµικότερων και οικολογικότερων τρόπων θέρµανσης των σπιτιών (π.χ. λέβητες φυσικού αερίου, αντλίες θερµότητας, λέβητες pellet). Και επίσης –και σηµαντικότερο- προγράµµατα για εκτεταµένες επεµβάσεις στο γερασµένο και ενεργοβόρο οικιστικό απόθεµα των πόλεων – σε συνδυασµό µε τη δηµόσια προνοιακή πολιτική για τη στέγη και την κατοικία. Είναι τεκµηριωµένες οι θετικές επιδράσεις ενός τέτοιου σχεδίου στην απασχόληση και την οικονοµία, σε τοµείς του σχεδιασµού, της οικοδοµής και των υλικών όπου υπάρχει σοβαρή τεχνογνωσία και δυναµικό που θα µπορούσε να (ανα)διοργανωθεί σε πιο συνεργατική βάση.

Το σχέδιο µάς (και) για την κάλυψη των ζωτικών ενεργειακών αναγκών ιδιαίτερα όσων έχουν κατεξοχήν πληγεί από την νεοφιλελεύθερη αναδιάρθρωση που επιχειρείται τα τελευταία χρόνια, καλείται να συµπυκνώσει µε έναν παραδειγµατικό τρόπο και στοιχεία µιας άλλης αντίληψης για το πως γίνονται κατανοητά και πως αντιµετωπίζονται στρατηγικά τα προβλήµατα που θέτει η “κρίση”. Και το πως θα φανταστούµε και θα οργανώσουµε το ενεργειακό µας µέλλον σε πιο αλληλέγγυα, ισότιµη και ορθολογική βάση αποτελεί αναπόσπαστο µέρος του προγράµµατος ανασυγκρότησης και µετασχηµατισµού µε ταξικό και οικολογικό πρόσηµο που προτείνει η αριστερά στην κοινωνία – και µόνο έτσι µπορεί να ειδωθεί.

ΧΑΡΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΤΟΣ

ΑΛΕΞΗΣ ΧΑΡΙΤΣΗΣ

Advertisements