Νεοεξορυκτισμός: µια σύγχρονη εκδοχή του εξορυκτισµού

PHOTO-32Από τότε που ιδρύθηκαν, οι δηµοκρατίες της Λατινικής Αµερικής που βασίζονται κυρίως στις εξαγωγές δεν κατόρθωσαν να δηµιουργήσουν ένα µοντέλο ανάπτυξης που θα τους επιτρέψει να ξεφύγουν από τις παγίδες της φτώχειας και του ολοκληρωτισµού. Αυτό είναι το µεγάλο παράδοξο: πρόκειται για χώρες πολύ πλούσιες σε φυσικούς πόρους, οι οποίες µπορεί ακόµη και να λαµβάνουν σηµαντικές ποσότητες εσόδων σε µετρητά, αλλά δεν έχουν καταφέρει ακόµη να θέσουν τις βάσεις για την ανάπτυξή τους και εξακολουθούν να είναι φτωχές. Και είναι φτωχές επειδή ακριβώς είναι πλούσιες σε φυσικούς πόρους, επειδή έχουν θέσει ως προτεραιότητα την εξόρυξη αυτού του φυσικού πλούτου για την παγκόσµια αγορά ενώ παράλληλα έχουν αφήσει στο περιθώριο άλλες µορφές δηµιουργίας αξίας που βασίζονται περισσότερο στην ανθρώπινη εργασία και προσπάθεια και όχι στην ανελέητη εκµετάλλευση της Φύσης.

Τα τελευταία χρόνια, αρκετές από τις χώρες της περιοχής µε προοδευτικές κυβερνήσεις έχουν συνειδητοποιήσει µερικά από τα δεινά που περιγράφονται παραπάνω και έχουν γίνει κάποιες σηµαντικές αλλαγές σε ορισµένα στοιχεία του εξορυκτικού µοντέλου. Πέρα από τις επίσηµες διακηρύξεις και τα σχέδια, ωστόσο, δεν υπάρχει σαφής ένδειξη ότι πράγµατι επιδιώκουν να ξεπεραστεί αυτή η κατάσταση της συσσώρευσης. Κάνοντας αυτές τις προσπάθειες ελπίζουν να είναι σε θέση να αντιµετωπίσουν πολλές από τις κοινωνικές απαιτήσεις που έχουν επί χρόνια αναβληθεί και, φυσικά, να εδραιωθούν στην εξουσία µε την προσφυγή σε πελατειακές και -πολλές φορές- αυταρχικές πρακτικές.

Όπως επισηµαίνει ο Eduardo Gudynas, “η σηµασία της εξορυκτικής βιοµηχανίας παραµένει ο ακρογωνιαίος λίθος των πολιτικών ανάπτυξης” για τις προοδευτικές κυβερνήσεις στη Νότια Αµερική. Ο Gudynas συνεχίζει επισηµαίνοντας ότι αν και οι προοδευτικές κυβερνήσεις της Νότιας Αµερικής “δηµιουργούν ένα νέο τύπο εξορυκτισµού, τόσο όσον αφορά ορισµένες από τις συνιστώσες του, όσο και στο συνδυασµό των παλαιών και των νέων χαρακτηριστικών”, δεν υπάρχουν ουσιαστικές αλλαγές στην τρέχουσα δοµή της συσσώρευσης. Έτσι, ο νεοεξορυκτισµός διατηρεί “συµµετοχή στη διεθνή αγορά σε υποδεέστερη θέση, που εξυπηρετεί την παγκοσµιοποίηση” του διεθνούς καπιταλισµού. Έτσι, όχι µόνο διατηρεί αλλά και αυξάνει “τον κατακερµατισµό των εδαφών, µε υποβαθµισµένες περιοχές και εξορυκτικούς θύλακες που συνδέονται µε τις παγκόσµιες αγορές.” Οι κοινωνικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις των εξορυκτικών βιοµηχανιών παραµένουν αναλλοίωτες, και “σε ορισµένες περιπτώσεις, έχουν οδηγήσει σε ακόµα χειρότερες επιπτώσεις.” Παραµένοντας στον Gudynas: “πέρα από την κυριότητα των πόρων, οι κανόνες και οι πράξεις των παραγωγικών διαδικασιών που εστιάζουν στην ανταγωνιστικότητα, την αποτελεσµατικότητα, τη µεγιστοποίηση των κερδών και την εξωτερίκευση των επιπτώσεων είναι ίδιοι µε την πρότερη κατάσταση.” Ένα από τα αξιοσηµείωτα στοιχεία είναι “η αυξηµένη παρουσία και ο περισσότερο ενεργός ρόλος του κράτους, τόσο µε άµεσες όσο και µε έµµεσες δράσεις.” Αυτό που το εκάστοτε εθνικό κράτος προσπαθεί κατά κύριο λόγο να επιτύχει είναι η µεγαλύτερη κρατική πρόσβαση και ο εντονότερος έλεγχος των φυσικών πόρων µε παράλληλη σύνδεση µε τα οφέλη που παράγει η εξόρυξή τους. Από αυτή την άποψη, ο έλεγχος των φυσικών πόρων από διεθνείς εταιρίες είναι αυτό που επικρίνεται, παραβλέποντας την ίδια την εξόρυξη. Κάποια καταστροφή στο περιβάλλον, ακόµη και κάποιες σοβαρές κοινωνικές επιπτώσεις είναι αποδεκτές ως η τιµή που πρέπει να καταβληθεί για τα οφέλη που προκύπτουν για τον πληθυσµό στο σύνολό του. Για να επιτευχθεί αυτό, “το κράτος συλλέγει (ή προσπαθεί να συλλέξει) µεγαλύτερο ποσοστό του πλεονάσµατος που δηµιουργείται από τις εξορυκτικές βιοµηχανίες”. Επιπλέον, “ορισµένα από αυτά τα έσοδα χρησιµοποιούνται για τη χρηµατοδότηση σηµαντικών µαζικών κοινωνικών προγραµµάτων, εξασφαλίζοντας έτσι νέες πηγές της κοινωνικής νοµιµοποίησης.” Ο εξορυκτισµός θεωρείται µε αυτό τον τρόπο απαραίτητος για την καταπολέµηση της φτώχειας και την προώθηση της ανάπτυξης.

Χάρη στο πετρέλαιο ή τις εξορύξεις, ή µάλλον χάρη στα σηµαντικά έσοδα που παράγονται από την εξαγωγή αυτών των πόρων, οι προοδευτικές κυβερνήσεις συχνά υποθέτουν ότι εκφράζουν τη λαϊκή βούληση και προσπαθούν να επιταχύνουν το άλµα προς τα εµπρός για την πολυπόθητη νεωτερικότητα. Σύµφωνα µε τα λόγια του Fernando Coronil , αυτό που ευδοκιµεί στις οικονοµίες αυτού του τύπου είναι ένα “µαγικό κράτος” µε τη δυνατότητα να αναπτύσσει την “κουλτούρα των θαυµάτων.” Αυτό είναι ακριβώς ό,τι έχουµε δει στην Βενεζουέλα, το Εκουαδόρ και τη Βολιβία κατά τα τελευταία χρόνια.

Στις χώρες αυτές, το κράτος έχει ανακτήσει τη δύναµή του. Αντί για το µινιµαλιστικό Κράτος της νεοφιλελεύθερης εποχής, γίνονται προσπάθειες – και δικαιολογηµένα – για την ανοικοδόµηση και την επέκταση της παρουσίας και των δράσεων της πολιτείας. Αλλά, προς το παρόν, οι χώρες αυτές δεν δείχνουν σοβαρά σηµάδια για τη θέληση εισαγωγής βαθιών διαρθρωτικών αλλαγών. Οι δοµές και τα θεµελιώδη χαρακτηριστικά της παραγωγής και των εξαγωγών παραµένουν αµετάβλητα. Υπό αυτές τις συνθήκες, οι ισχυροί τοµείς επιχειρηµατικής δραστηριότητας, παρά το γεγονός ότι δέχονται επίθεση από τις “επαναστατικές οµιλίες”, δεν έχουν πάψει να συµµετέχουν στα τεράστια κέρδη από την αξιοποίηση αυτού του ανανεωµένου εξορυκτισµού.

Σε αυτές τις χώρες µε προοδευτικές κυβερνήσεις που έχουν θεσπίσει ρυθµίσεις νεοεξορυκτισµού, τα παραδοσιακά αποκλεισµένα τµήµατα του πληθυσµού έχουν µέχρι στιγµής βιώσει µια σχετική βελτίωση στην κατάστασή τους χάρη στην καλύτερη κατανοµή του αυξανόµενου εισοδήµατος από το πετρέλαιο και τα ορυχεία. Αυτό που δεν έχει γίνει, όµως, είναι µια ριζική αναδιανοµή του εισοδήµατος και του πλούτου.

Η κατάσταση αυτή µπορεί να εξηγηθεί από το πόσο σχετικά εύκολο είναι να αποκοµίσουµε κέρδη από τη γενναιοδωρία της φύσης, χωρίς να εµπλακούµε σε κοινωνικά και πολιτικά πολύπλοκες διαδικασίες αναδιανοµής.

Όπως και στο παρελθόν, η µερίδα του λέοντος από τα οφέλη αυτού του οικονοµικού προσανατολισµού πηγαίνει προς τις πλούσιες χώρες, τους εισαγωγείς της Φύσης, οι οποίοι κερδίζουν ακόµη περισσότερο µε την επεξεργασία και την πώλησή της µε τη µορφή των τελικών προϊόντων. Εν τω µεταξύ, οι χώρες που εξάγουν πρώτες ύλες λαµβάνουν µόνο ένα µικρό ποσοστό των εσόδων από την εξόρυξη ή το πετρέλαιο, αλλά είναι αυτές που πρέπει να φέρουν το βάρος των περιβαλλοντικών και κοινωνικών επιπτώσεων.

Με την απουσία κατάλληλων θεσµικών δοµών για την αντιµετώπιση του περιβαλλοντικού, κοινωνικού και πολιτικού κόστους που εµπλέκονται στις συγκρούσεις γύρω από τις εξορυκτικές δραστηριότητες, ακόµη και το οικονοµικό κόστος του ελέγχου δυνητικών διαµαρτυριών µέσω της ανάπτυξης των δυνάµεων ασφαλείας δεν είναι καθόλου αµελητέο. Εκτός από αυτό, θα πρέπει να εξεταστεί το αποτέλεσµα αυτής της σχεδόν αναπόφευκτης κοινωνικής αστάθειας σε άλλες παραγωγικές δραστηριότητες στους τοµείς επιρροής των εξορυκτικών βιοµηχανιών, όπως, για παράδειγµα, όταν η εξόρυξη οδηγεί µικροκαλλιεργητές µακριά από την πληγείσα περιοχή.

Είναι σαφές ότι, αν το οικονοµικό κόστος των κοινωνικών, περιβαλλοντικών και παραγωγικών επιπτώσεων της εξόρυξης πετρελαίου ή µεταλλευµάτων υπολογιζόταν, πολλά από τα οικονοµικά οφέλη από τις δραστηριότητες αυτές θα εξαφανίζονταν. Αλλά, όπως είπαµε και πριν, αυτό το κόστος δεν υπολογίζεται από τις διάφορες προοδευτικές κυβερνήσεις, λόγω της τυφλής πίστης τους στα οφέλη των πρωτογενών εξαγωγικών βιοµηχανιών.

ALBERTO ACOSTA 

Οικονοµολόγος. Λέκτορας και ερευνητής στο Ινστιτούτο Κοινωνικών Επιστηµών της Λατινικής Αµερικής. Πρώην υπουργός Ενέργειας και Ορυχείων του Ισηµερινού. Πρώην µέλος και πρόεδρος της Συντακτικής Συνέλευσης.

Μετάφραση-επιµέλεια:
Γιώργος Βελεγράκης, Παναγιώτης Δήµας

Απόσπασµα από το άρθρο «Extractivism and neoextractivism: two sides of the same curse» του βιβλίου «Beyond Development» του TNI και του RLS: http://rosalux-europa.info/userfiles/file/Beyond_Development_RLS_TNI_2013.pdf

Advertisements

One thought on “Νεοεξορυκτισμός: µια σύγχρονη εκδοχή του εξορυκτισµού

  1. Παράθεμα: Νεοεξορυκτισμός: µια σύγχρονη εκδοχή του εξορυκτισµού | Ecoleft

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.