αστική γεωργία και βιώσιμη πόλη

Καλησπέρα σας, Θα θέλαμε να σας ενημερώσουμε ότι από το Τεύχος 13 (5 Οκτ. 2014) το site μας μετακόμισε στο http://oikotrives.gr/. Σας περιμένουμε εκεί!

Ερευνητικό πρόγραμμα με τίτλο «Αστική Γεωργία. Κοινωνική ένταξη και βιώσιμη πόλη. Μελέτη δύο αστικών δημοτικών αγροκηπίων (Θέρμη και Αλεξανδρούπολη)», Πάντειο Πανεπιστήμιο, Κέντρο Κοινωνικής Μορφολογίας και Κοινωνικής Πολιτικής (ΚΕΚΜΟΚΟΠ) – Τμήμα Κοινωνικής Πολιτικής, Αθήνα 2012. Χρηματοδοτήθηκε από το Πράσινο Ταμείο-Υ.Π.Ε.Κ.Α. Βασική ομάδα έρευνας Θ.Ανθοπούλου (επιστ.υπεύθ.), Μ.Παρταλίδου, Α.Μωυσίδης, Σ.Νικολαΐδου, Ο.Κολοκούρης.

PHOTO-11Η αστική γεωργία μπορεί σύντομα να ορισθεί ως η καλλιέργεια φυτών ή/και η εκτροφή ζώων μέσα στον αστικό ιστό ή στις παρυφές της πόλης. Αυτό που τη διαφοροποιεί από τη γεωργία της υπαίθρου ή του περιαστικού χώρου είναι ότι ασκείται από τους κατοίκους του άστεως και αφορά σε γεωργική παραγωγή σε πολύ μικρή έκταση, ενώ είναι ενσωματωμένη και αλληλεπιδρά με το αστικό οικολογικό σύστημα και την αστική οικονομία. Οι στοχεύσεις της ενασχόλησης αυτής αφορούν, συνήθως, στην παραγωγή μικρού όγκου προϊόντων για αυτοκατανάλωση, σπάνια για εμπορία, στην κάλυψη ελεύθερου χρόνου σε συνδυασμό με σωματική και δημιουργική ενασχόληση, στη νοσταλγική επιστροφή σε βιώματα του χωριού, σε ψυχαγωγικούς σκοπούς ή σε κινηματικές στοχεύσεις για εναλλακτικούς τρόπους ζωής, παραγωγής και κατανάλωσης ή περιβαλλοντική προστασία. Η οικονομική κρίση ή άλλες μορφές κρίσης (π.χ. εμπόλεμες συνθήκες) σε μια κοινωνία προκρίνουν, όπως δείχνει και η ιστορία, την πρώτη επιλογή. Άλλωστε, σε μια αναδίφηση του παρελθόντος, θα διαπιστωθεί ότι τα πρώτα γνωστά μορφώματα αστικής γεωργίας στις αρχές του 19ου αιώνα αποσκοπούσαν στην προστασία των βιομηχανικών εργατών από την απόλυτη εξαθλίωση (Armengaerten-κήποι φτωχών ή Arbeitergaerten-κήποι εργατών). Αλλά και μέχρι σήμερα, η πλειονότητα των ασχολούμενων με αστικά μικροκήπια, π.χ. στη Γερμανία, προέρχονται από τα χαμηλά στρώματα του πληθυσμού. Επιπλέον, η πρόσφατη ρευστή και αβέβαιη κοινωνικοοικονομική κατάσταση παγκοσμίως (χρηματοπιστωτική κρίση, κερδοσκοπικές ανατιμήσεις και διακυμάνσεις τιμών σε βασικά είδη διατροφής) αναδεικνύει τη συμβολή της αστικής γεωργίας στη μείωση της αστικής φτώχειας και των επισιτιστικών κινδύνων. Ωστόσο, οι κινηματικές στοχεύσεις για εναλλακτικές μορφές κοινωνικής οργάνωσης ή οι περιπτώσεις ανάπτυξης αστικής γεωργίας σε χώρες με μεγάλη οικονομική κρίση προσθέτουν νέες πτυχές στα παραδοσιακά παραδείγματα αστικής γεωργίας, αναδεικνύοντας τον πολλαπλό ρόλο που μπορεί να παίξει.

Η όψιμη ανακάλυψη της αστικής γεωργίας στην Ελλάδα της κρίσης

Η αστική γεωργία δεν είχε ποτέ ιδιαίτερη παράδοση στην Ελλάδα, ενώ μέχρι το πολύ πρόσφατο παρελθόν, ο όρος ήταν εντελώς άγνωστος, ακόμη και ανάμεσα στους ειδικούς και στην πράξη αφορούσε κυρίως κινηματικές πρωτοβουλίες ακτιβίστικου χαρακτήρα με μη μόνιμα χαρακτηριστικά. Κατά την τελευταία διετία, η αστική γεωργία στη χώρα μας διαδίδεται σε ευρύτερα στρώματα του πληθυσμού και απασχολεί ολοένα και περισσότερο αξιόλογα κινήματα πολιτών και τοπικές κοινότητες, προβάλλοντας τον παράγοντα βιοπορισμού, τον χαρακτήρα της κοινωνικής αλληλεγγύης και τους στόχους της επισιτιστικής ασφάλειας των πόλεων, και δη σε περίοδο κοινωνικής και οικονομικής κρίσης. Παρατηρούνται δυναμικές πρωτοβουλίες δημιουργίας αστικών αγροκηπίων τόσο από την Τοπική Αυτοδιοίκηση (δημοτικοί λαχανόκηποι και βιοαγροί) όσο και από ομάδες πολιτών (αστικοί αυτοδιαχειριζόμενοι λαχανόκηποι) και Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις (εκπαιδευτικοί, θεραπευτικοί και άλλου σκοπού λαχανόκηποι). Ειδικότερα, οι πρόσφατες προσπάθειες για τη δημιουργία αστικών αγροκηπίων, κυρίως μέσα από πρωτοβουλίες θεσμικών φορέων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, γνωρίζουν γρήγορη ανάπτυξη μετά το 2011, δίνοντας σε πολίτες τη δυνατότητα να αντιμετωπίσουν τις οικονομικές αντιξοότητες που έχει επιφέρει η πρόσφατη κρίση. Στις πολιτικές τους προβάλλονται η ανακούφιση των δημοτών μέσω της ιδίας παραγωγής τροφίμων και η κοινωνική ένταξη ευάλωτων ομάδων του πληθυσμού (άνεργοι, συνταξιούχοι, μονογονεϊκές οικογένειες, κ.ά.), χωρίς να υποστέλλονται βέβαια οι στόχοι του εξωραϊσμού και της περιβαλλοντικής διαχείρισης.

Μία πρώτη συστηματική έρευνα για την αστική γεωργία και τους δημοτικούς λαχανόκηπους πραγματοποιήθηκε από την ερευνητική ομάδα  του Παντείου Πανεπιστημίου (2012). Η έρευνα εστίασε στη συμβολή της αστικής γεωργίας στην κοινωνική ένταξη ευπαθών κοινωνικών ομάδων και στις πολιτικές βιώσιμης πόλης μέσω επιλεγμένων πεδίων επιτόπιας έρευνας στους δημοτικούς λαχανόκηπους της Θέρμης και της Αλεξανδρούπολης Τα αποτελέσματα της επιτόπιας έρευνας, και στις δύο περιπτώσεις δημοτικών αγροκηπίων, έδειξαν ότι για το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού το πρώτο κίνητρο εκδήλωσης ενδιαφέροντος συμμετοχής στον λαχανόκηπο ήταν η έντονη επιθυμία ιδίας παραγωγής φρέσκων, βιολογικών, υγιεινών και σχετικά χαμηλού κόστους λαχανικών, καθώς και η ελάφρυνση του οικογενειακού προϋπολογισμού στις δαπάνες για τρόφιμα, ιδιαίτερα κατά τη σημερινή περίοδο οικονομικής κρίσης. Η απάντηση αυτή επιβεβαιώνει τη γενικευμένη ανησυχία των καταναλωτών σχετικά με την ποιότητα και ασφάλεια των τροφίμων, τους τρόπους παραγωγής και επεξεργασίας τους, καθώς και τον τόπο προέλευσής τους, δεδομένου ότι τα τρόφιμα διανύουν συχνά μεγάλες αποστάσεις μέχρι το πιάτο μας χωρίς να γνωρίζουμε την προέλευσή τους και ενώ έχουν προστεθεί κατά την πορεία αυτής της μετακίνησης μια σειρά «μεσαζόντων». Δευτερευόντως, πέρα από την εξασφάλιση τροφίμων, η έρευνα επιβεβαιώνει τη δυναμική του κοινωνικού αιτήματος για (επαν)οικειοποίηση του δημόσιου χώρου και την ανάγκη επανασύνδεσης με τη φύση, τη γεωργική γη και τις αγροτικές αξίες. Τα αστικά αγροκήπια φαίνεται ότι προσφέρουν πλήθος λειτουργιών, ξαναζωντανεύοντας τις γειτονιές και δημιουργώντας χώρους πρασίνου, αναψυχής, ψυχικής υγείας, κοινωνικής συνεύρεσης και κοινωνικής ευθύνης.

Από την πλευρά της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, η τάση που διαφαίνεται είναι ότι, μέχρι στιγμής, η αστική γεωργία χρησιμοποιείται περισσότερο ως ένα βραχυπρόθεσμο μέσο ανακούφισης προκειμένου να ξεπεραστούν μερικές από τις επιπτώσεις των οικονομικών δυσχερειών σε τοπικό επίπεδο, παρά ως ένα εργαλείο που θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να συμβάλλει θετικά στη διαμόρφωση βιώσιμης αστικής ανάπτυξης και την αναβάθμιση της ποιότητας ζωής. Κύριος στόχος είναι η κάλυψη βιοποριστικών αναγκών για φρούτα και λαχανικά, δίνοντας προτεραιότητα σε δημότες χαμηλού εισοδήματος και ευαίσθητες κοινωνικές ομάδες πληθυσμού ή διαθέτοντας επιπλέον μέρος της παραγωγής στο Κοινωνικό Παντοπωλείο του Δήμου (όπως π.χ. στον Δ. Αλεξανδρούπολης, όπου προβλέπεται υποχρεωτική διάθεση του 10% της παραγωγής). Ωστόσο, και στις δυο περιπτώσεις, τα εγχειρήματα αστικής γεωργίας συμβάλλουν στην ισορροπημένη διαχείριση του αστικού περιβάλλοντος, καθώς στηρίζονται στη λογική των ορθών πρακτικών γεωργικής παραγωγής και περιβαλλοντικής διαχείρισης, που πέρα από την ποιότητα των παραγόμενων τροφίμων εξασφαλίζει και τη δημόσια υγεία, κυρίως μέσα από την προώθηση, κατ’ αποκλειστικότητα, των βιολογικών καλλιεργειών και της κομποστοποίησης (π.χ. στον Δ. Θέρμης η πρωτοβουλία εντάσσεται περισσότερο σε ένα ευρύτερο πλαίσιο υλοποίησης δημοτικών δράσεων με περιβαλλοντικό χαρακτήρα και προσπαθειών για πράσινη ανάπτυξη, παρά σε πολιτικές για την ένταξη κοινωνικά ευπαθών ομάδων). Προς το παρόν, τίθεται υπό αμφισβήτηση το ζήτημα της διάρκειας των εγχειρημάτων και της επάρκειας του σχεδιασμού, δεδομένων των πολλαπλών προβλημάτων που προκύπτουν σχετικά με πολεοδομικές και ιδιοκτησιακές εμπλοκές, πολυνομία και χρονοβόρες διαδικασίες οργανωτικού, γραφειοκρατικού και διαδικαστικού τύπου, συγκρούσεις χρήσεων γης κοκ, που αποθαρρύνουν, δυσαρεστούν και λειτουργούν αποτρεπτικά για τους δικαιούχους.

Εντάσσοντας το αγρο-διατροφικό σύστημα στην αστική ατζέντα

Η σταδιακή αναγνώριση των νέων πολλαπλών λειτουργιών που επιτελεί η γεωργία και της συμβολής της στην ισόρροπη οικονομική, κοινωνική και περιβαλλοντική ανάπτυξη των αστικών περιοχών, έχει οδηγήσει διεθνώς σε νέες πολιτικές στήριξης και ενσωμάτωσής της στον αστικό σχεδιασμό. Στην Ελλάδα, λόγω έλλειψης θεσμικού πλαισίου νομιμοποίησης, προστασίας και οργάνωσης της αστικής γεωργίας και όσο η κρίση έχει ατονήσει το επενδυτικό ενδιαφέρον στον κατασκευαστικό κλάδο και την κτηματομεσιτική αγορά, οι πρωτοβουλίες αστικής γεωργίας εντάσσονται, κατά κύριο λόγο, στο πλαίσιο της κοινωνικής μέριμνας των Δήμων. Υπό αυτήν την οπτική, αποτελούν μεν ένα αποδοτικό μέτρο σε συνθήκες κρίσης, ωστόσο δε, κρίσιμο θέμα συνιστά η μακροπρόθεσμη και συνεχής υποστήριξη αντίστοιχων πρωτοβουλιών, με γνώμονα μία ολοκληρωμένη στρατηγική βιώσιμης ανάπτυξης. Εντούτοις, το νεοεμφανιζόμενο κύμα πρωτοβουλιών αστικής γεωργίας αποτελεί αδιαμφισβήτητα μια καινοτόμο μορφή ενεργοποίησης της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και της κοινωνίας σε ζητήματα οικονομικής και κοινωνικής αλληλεγγύης. Ταυτόχρονα, αναδεικνύεται η σημασία της γεωργίας ως πηγή μη-εμπορευματικών εκροών μέσα από την παροχή ασφαλών και ποιοτικών τροφίμων και δημόσιων αγαθών, συμβάλλοντας καθοριστικά στη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής, του τοπίου και του φυσικού περιβάλλοντος στον σύγχρονο αστικό ιστό των πόλεων, εξομαλύνοντας τις δυσμενείς οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές συνθήκες διαβίωσης. Σε αυτήν τη βάση, η συμβολή της Τοπικής Αυτοδιοίκησης θα μπορούσε να είναι ιδιαίτερα σημαντική, θέτοντας ένα ρεαλιστικό μακρόπνοο όραμα με επίκεντρο την πολιτική ενθάρρυνσης και θέσπισης της αστικής γεωργίας και στόχο την ενδυνάμωση της κοινωνικής αλληλεπίδρασης και της τοπικής παραγωγής τροφίμων. Εν ολίγοις, ως μέσο εξασφάλισης μακροπρόθεσμης διατροφικής αυτάρκειας και ποιοτικής εναλλακτικής πηγής φρέσκων τροφίμων στις πόλεις, κοινωνικής δικαιοσύνης και μείωσης των περιβαλλοντικών πιέσεων.

Η χάραξη πολιτικών αστικής γεωργίας προϋποθέτει τη συμπλήρωση και τον εκσυγχρονισμό του θεσμικού πλαισίου σε εθνικό και τοπικό επίπεδο μέσα από την επανεξέταση της πολιτικής τροφίμων και, εν προκειμένω, μέσα από την ενσωμάτωση της αστικής γεωργίας στον χωροταξικό σχεδιασμό μικρής κλίμακας. Καθώς όμως το πλαίσιο των πολιτικών μεταβάλλεται διαρκώς, εδικά στις παρούσες συνθήκες συνεχούς «απορρύθμισης», η υιοθέτηση της αστικής γεωργίας ως νέου παραδείγματος βιώσιμης ανάπτυξης του αστικού χώρου και εναλλακτικό εργαλείο ρύθμισης κοινωνικών και περιβαλλοντικών παραμέτρων του σχεδιασμού, πέρα από τη θεσμική κατοχύρωσή της, προϋποθέτει τη δημιουργία νέων δομών στην Τοπική Αυτοδιοίκηση που θα συμβάλλουν στην ενίσχυση της βιωσιμότητάς της και θα ανταποκρίνονται στις αντίστοιχες κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες και στις τοπικές ιδιαιτερότητες. Καίριο όμως και κρίσιμο ζήτημα για την επιτυχία και θεμελίωση των πρωτοβουλιών αστικής γεωργίας συνιστά η εδραίωσή τους ως κοινωνικού κινήματος/αιτήματος-παρακαταθήκης για το μέλλον και η μακροπρόθεσμη και συνεχής υποστήριξη αντίστοιχων πρωτοβουλιών στον τομέα της αστικής γεωργίας, με γνώμονα μία ολοκληρωμένη πολιτική βιώσιμης αστικής ανάπτυξης. Η προώθηση της αστικής καλλιέργειας ως μια στρατηγική προτεραιότητα στις σύγχρονες πόλεις, και όχι ως συγκυριακή «συνταγή σωτηρίας» στη δίνη της οικονομικής κρίσης, είναι δυνατόν να αποτελέσει μια σταθερή δομή κοινωνικής αλληλεγγύης και περιβαλλοντικής ανάπτυξης που θα συμπεριλαμβάνεται στην ατζέντα βιώσιμης αστικής ανάπτυξης.

ΣΟΦΙΑ ΝΙΚΟΛΑΪΔΟΥ, ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΩΥΣΙΔΗΣ

Αστική γεωργία και κινήματα πόλης

Η ανάπτυξη της μαζικής παραγωγής και της κοινωνίας της κατανάλωσης δημιούργησε σταδιακά νέους προβληματισμούς γύρω από την ποιότητα ζωής. Αυτό σε συνάρτηση με τις αναζητήσεις των νέων κοινωνικών κινημάτων και τον προβληματισμό γύρω από την περιβαλλοντική βιωσιμότητα δημιούργησε μια νέα τάση στην Αστική Γεωργία από τη δεκαετία του 1970 στον αναπτυγμένο κυρίως κόσμο. Στο επίκεντρο αυτής της καινούργιας αστικής γεωργίας δεν βρίσκεται η ανάγκη για αυτοκατανάλωση για βιοποριστικούς/ κοινωνικούς λόγους, αλλά η αναζήτηση ποιότητας ζωής και ο  επαναπροσδιορισμός της κοινωνικής ζωής στην πόλη. Το κίνημα που υποστηρίζει αυτή τη νέα τάση αναφέρεται μεταξύ άλλων στη δημιουργία οικολογικής συνείδησης και σε μια νέα σχέση πολιτισμού και φύσης: Αφορά επίσης την οικειοποίηση του δημόσιου χώρου από τους κατοίκους, την επανακοινωνικοποίηση των ανθρώπων, νέες μορφές συλλογικής δράσης, συνθήκες γειτονιάς, αυτοοργάνωση και αίσθηση ευθύνης του κατοίκου για την ποιότητα του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο ζει αλλά και σε ένα σύνολο πλεονεκτημάτων που έχει σε οικονομικό, κοινωνικό, εκπαιδευτικό/ πολιτιστικό, περιβαλλοντικό και ψυχικό επίπεδο. Οι εκφράσεις της είναι ποικίλες (τοπικά δίκτυα παραγωγών καταναλωτών, αυτοδιαχειριζόμενοι αγροί, αντάρτες κηπουροί, εκπαίδευση στην κηπουρική). Η αστική γεωργία που γνώρισε ανάπτυξη τα τελευταία χρόνια οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σε τέτοιες πρωτοβουλίες πολιτών.

Στην Ελλάδα η αστική γεωργία ουσιαστικά δεν υπήρχε μέχρι πολύ πρόσφατα. Η διάδοσή της συμπίπτει χρονικά με την ραγδαία υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου που γνωρίζει η κοινωνία μας τα τελευταία χρόνια από την είσοδο στο μηχανισμό στήριξης. Όμως τα πρώτα βήματα γίνονται λίγα χρόνια πριν την κρίση σε πολύ περιορισμένους ελευθεριακούς/ εναλλακτικούς και οικολογικούς κύκλους και εμπνέονται από τις ίδιες μεταυλιστικές αξίες που περιγράψαμε πιο πάνω. Είναι ενδεικτικό ότι τα πρώτα καταγεγραμμένα εγχειρήματα αφορούν στην περίοδο που ακολούθησε τις πυρκαγιές του 2007 – περίοδο που γνώρισε ανάπτυξη ένας νέος οικολογικός ακτιβισμός, όπως οι αντάρτες κηπουροί αλλά και οι πρώτες πιο μόνιμες αστικές γεωργικές δραστηριότητες (πχ. Βοτανικός κήπος, Πετρούπολη). Βέβαια οι πιο γνωστές περιπτώσεις κινηματικών αστικών αγρών (πχ. Αυτοδιαχειριζόμενος Αγρός Ελληνικού, ΠΕΡ.ΚΑ- Περιαστικές Καλλιέργειες Θεσσαλονίκης) εμφανίζονται πολύ αργότερα εν μέσω της κρίσης (2011). Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι η κρίση διέδωσε τέτοιου είδους πρωτοβουλίες από μειοψηφικές avant-garde του οικολογικού και αναρχικού χώρου που βρισκόταν στα πιο δυναμικά τμήματα της πόλης (πχ. Εξάρχεια) σε μεγαλύτερα τμήματα ενεργών πολιτών, σχετιζόμενα κυρίως με την αριστερά αλλά όχι μόνο, και σε όλες τις γειτονίες των πόλεων.

Οι αυτοδιαχειριζόμενες αστικές καλλιέργειες στη συντριπτική τους πλειοψηφία είναι μικρές σε έκταση και λειτουργούν με συλλογική διαχείριση που δεν αρκεί για βιοπορισμό ούτε αυτός αποτελεί ακόμα τον πρωταρχικό του ρόλο παρόλο που το στοιχείο της αυτοκατανάλωσης έχει ενισχυθεί και στις κινηματικές πρωτοβουλίες υπερισχύει ακόμα το εκπαιδευτικό στοιχείο, το στοιχείο της κοινωνικής διεκδίκησης και του εναλλακτικού τρόπου ζωής μέσα σε μια συλλογικότητα και σχεδόν πάντα συνδυάζεται με μια σειρά άλλες ‘εναλλακτικές’ δραστηριότητες (σεμινάρια, ανταλλακτικά δίκτυα, θεατρικές ομάδες). Η μοναδική γνωστή περίπτωση κινηματικής πρωτοβουλίας που διένειμε κλήρους είναι αυτή των ΠΕΡ.ΚΑ που φαίνεται ότι είναι και η ταχύτερα αναπτυσσόμενη ενώ συνήθως οι συλλογικές προσπάθειες βασίζονται στην αυταπάρνηση ορισμένων, λίγων συνήθως ατόμων ενώ διαμορφώνουν ευκολότερα χαρακτηριστικά αγροκηπίου για αυτοκατανάλωση. Τέλος θα πρέπει να σημειωθεί ότι το κόστος διαμόρφωσης των ‘κινηματικών’ αστικών καλλιεργειών είναι ασύγκριτα χαμηλότερο από τους αντίστοιχους δημοτικούς γιατί βασίζονται στον εθελοντισμό, στην ανταλλαγή υλικών και εργαλείων και στη βελτιστοποίηση της διαχείρισης σε μικρή κλίμακα για να μειωθεί το κόστος.

Τα παραπάνω κάνουν φανερό ότι αυτός ο τρόπος καλλιέργειας αφορά ένα περιορισμένο κοινό που όμως διευρύνεται συνέχεια. Ακόμη και σήμερα χρειάζεται μια κρίσιμη μάζα ενεργών πολιτών (συνήθως μεσαία στρώματα, νέοι, αριστεροί, διανοούμενοι κ.λπ.) η οποία επιτυγχάνεται κατά κύριο λόγο στις κοινωνικά ενεργές περιοχές, στις ζωντανές πολιτικά, πολιτιστικά κλπ. περιοχές, όπως στα μητροπολιτικά ή υπερτοπικά κέντρα. Σε κάθε περίπτωση όσο πλήθος κι αν μαζέψει μια πρωτοβουλία η καλλιέργεια απαιτεί εγγύτητα- καθημερινή/ συχνή επαφή με το χώρο η οποία επιτυγχάνεται ευκολότερα σε περιοχές με ιδιαίτερη ταυτότητα και συνοχή.

ΟΡΕΣΤΗΣ ΚΟΛΟΚΟΥΡΗΣ

Advertisements