η κρίση να ανοίξει δρόµο για ζωντανή οικονοµία

PHOTO-12Από το Μάιο του 2010, οπότε και υπογράφηκε το πρώτο Μνηµόνιο, η κρίση της πραγµατικής οικονοµίας βαθαίνει ανεξέλεγκτα. Μαζί, κρίσιµοι δείκτες και παράµετροι κοινωνικής ευηµερίας και διατήρησης και βιώσιµης διαχείρισης του φυσικού κεφαλαίου επιδεινώθηκαν ραγδαία, αποδεικνύοντας ότι για το παρελθόν και το παρόν αναπτυξιακό πρότυπο η εξυγίανση της οικονοµίας δεν είναι συνυφασµένη µε την κοινωνική και οικολογική βιωσιµότητα.

Όπως επισήµανε ήδη από τον Ιανουάριο του 2012 το διεθνές WWF, µε ανοιχτή επιστολή προς την ΕΕ και το ΔΝΤ: «Η οικονοµική και δηµοσιονοµική κρίση της χώρας προκαλεί µια δίχως προηγούµενο απώλεια αυτού του πολύτιµου «περιβαλλοντικού κεκτηµένου». Καθώς οι σχετικές µε το πρόγραµµα προσαρµογής πιέσεις στο περιβάλλον συσσωρεύονται, εξελίσσεται στην Ελλάδα µια αδήλωτη αλλά απολύτως πραγµατική περιβαλλοντική κρίση, πίσω από τους τίτλους της οικονοµικής και της κοινωνικής κρίσης. Δυστυχώς, αυτή η περιβαλλοντική κρίση επιτείνεται σοβαρά από τις πολιτικές που έχουν υιοθετηθεί για την αντιµετώπιση της οικονοµικής κρίσης. Αυτές µάλιστα οι πολιτικές εφαρµόζονται χωρίς να έχει προηγηθεί εκ των προτέρων εκτίµηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των µέτρων του πακέτου οικονοµικής στήριξης. Έτσι, η βραχυπρόθεσµη ανάπτυξη, µε ελάχιστη δυνατή µέριµνα για το περιβάλλον και την αειφορία, θεωρείται πλέον απόλυτη προτεραιότητα από το σύνολο της ελληνικής κυβέρνησης, καθώς και από µια σηµαντική κοινοβουλευτική πλειοψηφία».

Η περίοδος που έχει µεσολαβήσει από την ένταξη της Ελλάδας στο καθεστώς του Ευρωπαϊκού Μηχανισµού Σταθερότητας και Διακανονισµού Διευκόλυνσης Άµεσης Ετοιµότητας (Stand-By Arrangement) µε το ΔΝΤ, χαρακτηρίστηκε από µια καταιγιστική απώλεια περιβαλλοντικού κεκτηµένου, µε τη µορφή της υποβάθµισης της περιβαλλοντικής νοµοθεσίας και τη σοβαρή υστέρηση στο πεδίο της εφαρµογής σηµαντικών περιβαλλοντικών πολιτικών. Ακόµα και σχετικά πρόσφατες θετικές πρωτοβουλίες, όπως η ίδρυση του Πράσινου Ταµείου και τα πλαίσια διατήρησης της βιοποικιλότητας και ανάπτυξης των ανανεώσιµων πηγών ενέργειας, είτε έµειναν ανεφάρµοστα είτε καταβαραθρώθηκαν.

Σε σηµαντικό βαθµό, η περιβαλλοντική οπισθοδρόµηση αποτέλεσε απόρροια των µνηµονιακών δεσµεύσεων της χώρας, αλλά σε εξίσου σηµαντικό βαθµό προέκυψε και από κυβερνητικές επιλογές µε πρόσχηµα την κρίση. Κύρια εκδήλωση της τάσης υποβάθµισης της περιβαλλοντικής νοµοθεσίας και πολιτικής ήταν η µαζική και ασυντόνιστη επιχείρηση διαφορετικών υπουργείων για απλοποιήσεις στην αδειοδότηση δραστηριοτήτων και κατηγοριών έργων, καθώς και η καταβαράθρωση της προοπτικής για σταδιακή απεξάρτηση της ηλεκτροπαραγωγής από τα ορυκτά καύσιµα.

Βασικές πολιτικές για το περιβάλλον και την αειφορία υπέστησαν συντριπτικές απώλειες σηµαντικού κεκτηµένου, µέσα από απανωτές τροποποιητικές πρωτοβουλίες από διαφορετικά υπουργεία.

Οι τοµείς που υπέστησαν τα σηµαντικότερα πλήγµατα ήταν:

• η νοµοθεσία για την περιβαλλοντική αδειοδότηση

• η χωροταξία και η νοµοθεσία για τη δόµηση

• η δασική νοµοθεσία

• το εγγυηµένο από το κοινοτικό και διεθνές δίκαιο δικαίωµα πρόσβασης του κοινού σε πληροφορίες για το περιβάλλον

• το οικονοµικό πλαίσιο για την ανάπτυξη των ανανεώσιµων πηγών ενέργειας.

Με αιχµή σειρά από νόµους που συχνά είναι άσχετοι µε το περιβάλλον,

• εκποιείται µε αδιαφανείς όρους φυσική δηµόσια γη και νοµιµοποιούνται καταπατήσεις, ακόµα και σε προστατευόµενες περιοχές, χωρίς καµία εκτίµηση της αναµενόµενης περιβαλλοντικής επίπτωσης και συχνά µε ευτελές τίµηµα,

• νοµιµοποιούνται δεκάδες χιλιάδες αυθαίρετα, χωρίς καµία εκτίµηση των περιβαλλοντικών τους επιπτώσεων, ακόµα και µέσα σε προστατευόµενες περιοχές,

• νοθεύεται η έννοια, ο σκοπός, το περιεχόµενο και η αναπτυξιακή προοπτική του χωρικού σχεδιασµού, καθώς εισάγονται νέες χρήσεις γης, των οποίων οι ειδικές ρυθµίσεις «φωτογραφικά» υπερβαίνουν κάθε ισχύοντα σχεδιασµό για τις συγκεκριµένες περιοχές,

• πρακτικά διαλύθηκε το Εθνικό Σύστηµα Προστατευόµενων Περιοχών,

• περικόπηκαν διαδικασίες περιβαλλοντικής αδειοδότησης δραστηριοτήτων εντός προστατευόµενων περιοχών Natura 2000,

• άνοιξε ο δρόµος για καταβύθιση του Πράσινου Ταµείου, µέσα από τον περιορισµό των δαπανών του στο µόλις 2,5% των διαθεσίµων και την πρόβλεψη διάταξης για µεταφορά του 97,5% των πόρων του στον κρατικό προϋπολογισµό,

• αυτονοµείται το υπουργείο Τουρισµού στον κρίσιµο τοµέα της αδειοδότησης (συµπεριλαµβανόµενης και της περιβαλλοντικής) και του χωρικού σχεδιασµού για τις τουριστικές επενδύσεις, γεγονός το οποίο επιτείνει την ανασφάλεια δικαίου και τις συγκρούσεις µε άλλες χρήσεις και δραστηριότητες,

• χωροθετούνται µεγάλες τουριστικές µονάδες όπου γης και µε τελείως προσχηµατικά περιβαλλοντικά κριτήρια, εξοντώνοντας το κατεξοχήν τουριστικό προϊόν της χώρας που δεν είναι άλλο από το φυσικό περιβάλλον,

• εξοντώνεται κάθε προοπτική ανάπτυξης των ΑΠΕ, κυρίως λόγω του εξοβελισµού των σχετικών επενδυτικών σχεδίων από κάθε πολιτική επιδότησης.

Τον Ιανουάριο του 2012, το WWF Ελλάς δηµιούργησε και έκτοτε συντονίζει για λογαριασµό του διεθνούς δικτύου ένα πανευρωπαϊκό Παρατηρητήριο για την Κρίση (http://www.wwf.gr/crisis-watch/). Με τη συµµετοχή ενός δυναµικού δικτύου εθελοντών που συνεισφέρουν µε ειδήσεις και γνώµες, το CrisisWatch δηµοσιεύει µηνιαίο δελτίο ενηµέρωσης για τις περιβαλλοντικές διαστάσεις των πολιτικών που εφαρµόζονται στην ΕΕ για την αντιµετώπιση ή µε πρόσχηµα την κρίση. Όπως έχει σαφώς φανεί από τη δουλειά του Crisis Watch, η οπισθοδρόµηση σε πολιτικές για το περιβάλλον και τη βιώσιµη οικονοµία δεν περιορίζεται στην Ελλάδα.

Στην Ισπανία και την Ιταλία καταγράφεται καταιγιστική επιδείνωση της περιβαλλοντικής νοµοθεσίας, νοµιµοποίηση αυθαιρεσιών, κατάρρευση της αγοράς των ΑΠΕ, έµφαση σε εξόρυξη ορυκτών καυσίµων και επενδύσεις µε µεγάλο οικολογικό αποτύπωµα ακόµα και εντός προστατευόµενων περιοχών. Στην Πορτογαλία, ξεκίνησε πολιτική διαδικασία για την κατάργηση εθνικού νόµου για τις προστατευόµενες περιοχές, µε το σκεπτικό ότι σε καιρό κρίσης πρέπει η χώρα να αρκεστεί στη σχετική κοινοτική οδηγία 92/43/ΕΟΚ. Από τη Βρετανία ασκείται ισχυρή πολιτική πίεση προς την ΕΕ για υποβάθµιση σηµαντικών περιβαλλοντικών οδηγιών, ενώ αµφισβητείται µέσω οργανωµένης και κατευθυνόµενης από την κυβέρνηση ανοιχτής διαβούλευσης η συντρέχουσα αρµοδιότητα της ΕΕ για κρίσιµα πεδία πολιτικής, όπως το περιβάλλον, η αλιεία και η κλιµατική αλλαγή. Οικονοµικά ισχυρά κράτη µέλη, όπως η Γερµανία και η Γαλλία, ασκούν πίεση για τροποποίηση της κοινοτικής νοµοθεσίας για την εκτίµηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων από έργα και δραστηριότητες.

Έχουν όµως καταγραφεί και κάποιες εξελίξεις που γεννούν ελπίδες. Η Ρουµανία συνταράζεται από ειρηνικές και ζωντανές διαµαρτυρίες πολλών δεκάδων χιλιάδων διαδηλωτών σε όλες τις µεγάλες πόλεις, οι οποίοι αντιτίθενται στα καθρεφτάκια που προσφέρουν µεγάλες διεθνείς εταιρείες εξορύξεων χρυσού και σχιστολιθικού αερίου. Η Γαλλία αποφασίζει να διαθέσει µεγάλο µέρος της επενδυτικής της πολιτικής για την τόνωση της πράσινης βιοµηχανίας, ενώ παράλληλα απορρίπτει απερίφραστα τα σχέδια για εξόρυξη σχιστολιθικού αερίου, παρά τις πιέσεις της υπερατλαντικής βιοµηχανίας «βρώµικης» ενέργειας.

Αντίστοιχες αρνητικές εξελίξεις καταγράφονται και στο επίπεδο της ΕΕ και άλλων κρατών µελών:

• η υπό διαπραγµάτευση νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική περιέχει διατάξεις και ρυθµίσεις που σηµατοδοτούν σκανδαλώδη οπισθοδρόµηση στο ήδη αδύναµο περιβαλλοντικό σκέλος και προβλέψεις για διπλές ενισχύσεις της ίδιας δραστηριότητας,

• µειώθηκε το ήδη ισχνό περιβαλλοντικό σκέλος του κοινοτικού προϋπολογισµού (µε εξαίρεση το κεφάλαιο της πολιτικής για την κλιµατική αλλαγή),

• περικόπτεται η στελέχωση της Γενικής Διεύθυνσης Περιβάλλοντος,

• στο πλαίσιο του νέου Πολυετούς Δηµοσιονοµικού Πλαισίου της ΕΕ για το 2014-2020, ο τοµέας των φυσικών πόρων (που περιλαµβάνει και την ΚΑΠ) υπέστη µεγάλες περικοπές,

• περικόπτεται σηµαντικά η αναπτυξιακή βοήθεια προς αναπτυσσόµενες τρίτες χώρες, αποδυναµώνεται η παρουσία της ΕΕ σε κρίσιµες διεθνείς διαπραγµατεύσεις.

Η κρίση που εκτυλίσσεται και πλήττει την Ελλάδα και συνολικά την Ευρωζώνη δεν πρέπει να θεωρείται απλώς δηµοσιονοµική, καθώς δεν πηγάζει µόνο από την κακή διαχείριση των οικονοµικών κάθε κράτους. Για το WWF, η κρίση αποτελεί αντανάκλαση ενός προβληµατικού αναπτυξιακού προτύπου που βασίζεται στην υπερκατανάλωση µέσω δανεικών πόρων µε ελάχιστη ή καθόλου έµφαση σε ουσιαστικά βιώσιµη και ανταγωνιστική ανάπτυξη παραγωγικών δραστηριοτήτων, κάτι που µεταξύ πολλών άλλων προκαλεί ένα σταθερά αυξανόµενο οικολογικό έλλειµµα, µε αιχµή τη µη βιώσιµη εκµετάλλευση των φυσικών πόρων και την περιβαλλοντική ρύπανση. Σε αυτό το πλαίσιο, τα µέτρα που επιβάλλονται δεν αποτελούν παρά τσιρότα σε µολυσµένη πληγή: αντί να θεραπεύουν το πρόβληµα, στην πραγµατικότητα το επιδεινώνουν, ενώ διογκώνουν το πιο µακροπρόθεσµο κόστος της περιβαλλοντικής αποκατάστασης.

Η φύση δεν προκάλεσε την κρίση. Η φύση πρέπει να δίνει λύση. Δυστυχώς, οι λύσεις για πραγµατικά ζωντανή οικονοµία υπάρχουν, έχουν διατυπωθεί και είναι τεκµηριωµένες. Πονάνε όµως, επειδή φέρνουν πολιτικό, επιχειρηµατικό, συχνά και κοινωνικό, ξεβόλεµα. Σκοντάφτουν και σε θεωρίες συνωµοσίας που εύκολα αγκαλιάζουµε όταν φοβόµαστε. Η πραγµατικότητα όµως είναι ότι ο «άλλος» τρόπος σκέψης είναι πλέον ο µονόδροµος που ως κοινωνία πρέπει πια να δούµε.

ΘΕΟΔΟΤΑ ΝΑΝΤΣΟΥ

Επικεφαλής περιβαλλοντικής πολιτικής WWF Ελλάς

Advertisements