εξυπηρέτηση συµφερόντων ή ισόρροπη χωρική ανάπτυξη στον τουρισµό;

Toyrismos-foto2Στις αρχές Σεπτεµβρίου κατατέθηκε στη διαβούλευση το νέο εθνικό χωροταξικό σχέδιο για τον τουρισµό. Σήµερα µε διαδικασίες επείγοντος, για άλλη µια φορά, έρχεται για γνωµοδότηση στο Εθνικό Συµβούλιο Χωροταξίας ώστε να προχωρήσει άµεσα σε διαδικασία ψήφισης. Παρότι το υφιστάµενο σήµερα χωρικό θεσµικό πλαίσιο για τον τουρισµό είναι εξαιρετικά προβληµατικό, το νέο σχέδιο που έρχεται να το αντικαταστήσει δεν απαντά παρά ελάχιστα στα προβλήµατα που έχουν ήδη δηµιουργηθεί, µεθοδολογικά αφίσταται κατά πολύ από µια τεκµηριωµένη πρόταση, και ουσιαστικά έρχεται να εξυπηρετήσει συγκεκριµένα συµφέροντα παρά να αναζητήσει µια ισόρροπη χωρική ανάπτυξη µε προστασία των φυσικών και κοινωνικών πόρων.

Προβλήµατα επί της ουσίας

• Το σχέδιο είναι σαφώς προσανατολισµένο στην αντίληψη ότι ο τουρισµός αποτελεί πρωτεύουσα αναπτυξιακή δραστηριότητα. Ο πρωτογενής τοµέας υποβαθµίζεται καθώς δεν υπάρχουν µέριµνες προστασίας της γεωργικής γης και αντιµετωπίζεται ως παρακολούθηµα του τουρισµού (τοπικά προϊόντα που προβάλλονται κ.λπ.) και ο δευτερογενής τοµέας αντιµετωπίζεται ως υποβάθµιση στην προοπτική της τουριστικής αξιοποίησης. Το σχέδιο δηλώνει ρητά ότι έρχεται να απαντήσει στις ειδικές ανάγκες που θέτει για την οικονοµία η «κρίση» καθώς και την ανάγκη να εναρµονιστεί µε τα προηγούµενα νοµοθετήµατα του υπουργείου Τουρισµού (ν. 4179 κλπ ) στο πνεύµα της διευκόλυνσης και της προσέλκυσης επενδυτών.

• Διαπνέεται από µια αντίληψη που συνεχίζει να δίνει έµφαση στη µεγέθυνση και όχι στην αειφορία, ενώ αντιλαµβάνεται όλο το εγχείρηµα της αναβάθµισης του τουριστικού προϊόντοςς ως ζήτηµα κτισµένου περιβάλλοντος, υποβαθµίζοντας µια σειρά από άλλες παραµέτρους όπως ποιότητες υπηρεσιών, άυλους πόρους κ.λπ. Μια τέτοια αντίληψη κινδυνεύει, όπως ήδη έχει συµβεί σε πολλές χώρες, να οδηγήσει σε µια νέα φούσκα ακινήτων που αυτή τη φορά θα σχετίζεται µε την τουριστική κατοικία και τα οργανωµένα τουριστικά συγκροτήµατα.

• Αντιλαµβάνεται την αναβάθµιση του τουριστικού προϊόντος ως τουρισµό πολυτελείας υποτιµώντας τις εναλλακτικές µορφές τουρισµού και αντικαθιστώντας τες ακόµα και στους ορισµούς µε τις «ειδικές µορφές» (χιονοδροµικά κέντρα, ιαµατικά κέντρα, αθλητικός τουρισµός κ.λπ.). Με δεδοµένη την οικονοµική κρίση, τη φτωχοποίηση της ελληνικής κοινωνίας και τη µηδενική µέριµνα για τις εργασιακές σχέσεις στο χώρο του τουρισµού όπου κυριαρχεί η µαύρη εργασία πρόκειται για µια ταϋλανδοποίηση του ελληνικού χώρου. Αντιστρατεύεται έτσι ακόµα και τη βασική αρχή που το ίδιο διακηρύσσει µέσα από την έννοια του «σηµείου αποδεκτής αλλαγής» ότι η τουριστική ανάπτυξη δεν θα πρέπει να αλλοιώνει τα κοινωνικά και πολιτισµικά χαρακτηριστικά του τόπου όπου αναπτύσσεται.

• Εισάγει τη νέα έννοια του Οργανωµένου Υποδοχέα Τουριστικών Δραστηριοτήτων, και επιτρέπει τη δηµιουργία του σχεδόν παντού µε µοναδικό κριτήριο το µέγεθος του διατιθέµενου προς οικοδόµηση οικοπέδου, µε άµεσο κίνδυνο την αλλοίωση του χαρακτήρα αξιόλογων τοπίων. Παράλληλα οδηγεί στην απαξίωση το µεγάλο δυναµικό των µικρών µονάδων που παράγουν θέσεις εργασίας σε όλη την επικράτεια, καθώς η µόνη µέριµνα για την αναβάθµισή τους είναι ασαφείς υποσχέσεις για κίνητρα αναβάθµισης.

• Προβαίνει σε πλήθος οριζόντιες ρυθµίσεις-τροποποιήσεις που σε πολλές περιπτώσεις όταν δεν έχουν εξεταστεί οι ειδικές συνθήκες κάθε τόπου µπορεί να οδηγήσουν σε απολύτως εσφαλµένες επιλογές. Τέτοιες ρυθµίσεις είναι ενδεικτικά η αύξηση του ορίου του υψοµέτρου για τις ορεινές περιοχές από 600 µ. σε 800 µ., η µείωση του ελάχιστου εµβαδού νησιού που µπορεί να οικοδοµηθεί από 900 στρ. σε 700 στρ., η κατάργηση σε όλα τα αναπτυσσόµενα νησιά του περιορισµένου ποσοστού ετήσιας αύξησης κλινών (5%) κ.λπ.

• Επιτρέπει την οικοδόµηση εντός των προστατευόµενων εθνικών πάρκων, και εντός των περιοχών ΝΑΤURA µε ελάχιστες προϋποθέσεις, επιχειρηµατολογώντας µάλιστα ότι η µέχρι σήµερα νοµοθεσία κρίνεται υπερβολικά «προστατευτική».

• Δίνει έµφαση στον τουρισµό κρουαζιέρας του οποίου η ανεξέλεγκτη ανάπτυξη που απαιτεί γιγαντισµό των λιµενικών υποδοµών θα καταστρέψει τη φυσιογνωµία πολλών νησιών.

• Δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το παρθένο έδαφος (ως προς τη διεθνή απεύθυνση) του ιαµατικού τουρισµού, όπου χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή και ευαισθησία καθώς ως σήµερα ο τοµέας αυτός έχει αναπτυχθεί ως λαϊκός τουρισµός υγείας και η στρατηγική προοπτική που περιγράφεται είναι απαγορευτική για µεγάλο αριθµό των σηµερινών χρηστών.

Προβλήµατα επί της µεθοδολογίας

1. Έλλειµµα στην καταγραφή και την αποτίµηση των προβληµάτων εφαρµογής του µέχρι τώρα ισχύοντος εθνικού σχεδίου, ώστε να είναι σαφές πια προβλήµατα ερχόµαστε να επιλύσουµε. Το έλλειµµα αυτό επισηµαίνεται ακόµα και στην ΣΜΠΕ (στρατηγική µελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων) που το εντοπίζει και ως αδυναµία και δυσκολία και για την ίδια την εκπόνηση της ΣΜΠΕ. Το πρόβληµα αυτό εντοπίστηκε ήδη και στην πρώτη συνεδρίαση του Συµβουλίου Χωροταξίας από αρκετά µέλη του τόσο από παράγοντες της αποκεντρωµένης διοίκησης όσο και από εκπροσώπους των επιστηµονικών φορέων που συµµετέχουν. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόµη και η διαβούλευση ήταν εντελώς υποβαθµισµένη µε την κατάθεση ελάχιστων σχολίων (50 σχόλια συνολικά έναντι 273 για το νοµοθέτηµα του υπουργείου Τουρισµού που προηγήθηκε).

2. Σοβαρό πρόβληµα αποτελεί το γεγονός ότι δεν έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία εκπόνησης των περιφερειακών χωροταξικών που θα έδιναν επικαιροποιηµένα στοιχεία και ολοκληρωµένη εικόνα για τα χωρικά ζητήµατα των περιφερειών και τις αντίστοιχες κατευθύνσεις. Πέραν αυτού θα έπρεπε να συζητηθεί σοβαρά η λειτουργικότητα ανεξάρτητων τοµεακών χωροταξικών ως υπερκείµενα των περιφερειακών. Αυτή η προσέγγιση που ισχύει µέχρι σήµερα και οδηγεί σε σχέδια που στην ουσία εξυπηρετούν στρατηγικές οικονοµικών κλάδων ανεξάρτητα από τα ειδικά χωρικά χαρακτηριστικά κάθε περιοχής είναι αντίθετη προς την ισόρροπη ανάπτυξη αλλά και τη δηµοκρατική διαχείριση του χώρου. Αντίθετα θα πρέπει να συζητήσουµε την εκπόνηση χωροταξικών που αφορούν ολοκληρωµένες χωρικές ενότητες, ορεινές περιοχές, παράκτιες ζώνες κ.λπ.

3. Τίθενται σοβαρά ερωτήµατα για το βαθµό στον οποίο ένα τέτοιο σχέδιο µπορεί εκτός από κατευθυντήριο να είναι και κανονιστικό όπως για παράδειγµα συµβαίνει µε τον καθορισµό ακόµα και συντελεστών δόµησης. Την ίδια στιγµή δεν καταφέρνει να επιλύσει το βασικό πρόβληµα της επικάλυψης ή της ασάφειας των ορίων των διαφόρων περιοχών που ισχύει στο σηµερινό πλαίσιο, καθώς καταφεύγει σε µια αµφίβολη οριοθέτηση µε βάση τους καλλικρατικούς δήµους.

4. Τέλος θα πρέπει να επισηµάνουµε ότι η Μελέτη Περιβαλλοντικών επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) είναι ελλειπέστατη µε παραλείψεις και πολλές επαναλήψεις, δεν αναλύει µε επάρκεια τις κατευθύνσεις προστασίας των φυσικών πόρων, το δηµόσιο όφελος ή το περιεχόµενο και τα εργαλεία ελέγχου της φέρουσας ικανότητας κάθε χώρου που αποτελεί και τη µοναδική δικλείδα προστασίας των τόπων τόσο στην περιβαλλοντική όσο και στην κοινωνική τους διάσταση.

ΤΟΝΙΑ ΚΑΤΕΡΙΝΗ

µέλος του ΔΣ ΣΑΔΑΣ, αναπληρωµατικό µέλος του Εθνικού Συµβουλίου Χωροταξίας

Advertisements