εθνική ενεργειακή πολιτική: για τη διαµόρφωση µιας ατζέντας συζήτησης

PHOTO-10Σε ένα περιβάλλον γενικευµένης κρίσης είναι πυκνές οι προσπάθειες συνεννόησης όσων χαράζουν τις πολιτικές στον τοµέα της ενέργειας και, κατά κανόνα, προσδοκούν να κερδίσουν από αυτές. Είναι καιρός να αρχίσουν να συντονίζουν τη δράση τους και όσοι/ες ευαγγελίζονται εναλλακτικές στρατηγικές. Θέλω να πιστεύω ότι το συνέδριο αυτό θα είναι µια καλή στιγµή στην προσπάθεια δηµιουργίας διαύλων επικοινωνίας, ανάµεσα στις πολιτικές δυνάµεις της αριστεράς, στους εργαζόµενους στον τοµέα της ενέργειας και σε εκείνα τα τµήµατα της κοινωνίας, που δραστηριοποιούνται κινηµατικά σε διάφορους τοµείς της ενέργειας.

Εισαγωγή

Όσο εύκολο είναι να µιλάς γενικά για την ενέργεια, άλλο τόσο δύσκολο είναι όταν αναγκάζεσαι να µιλήσεις για εναλλακτικές λύσεις, σε οποιοδήποτε επίπεδο, ή όταν χρειάζεται να περιγράψεις τα βασικά κριτήρια που θα σε οδηγήσουν σε αυτές. Το εγχείρηµα γίνεται ακόµη πιο δύσκολο όταν το υποκείµενο της αναζήτησης είναι απλοί πολίτες, οι οποίοι συνασπίζονται, προκειµένου να αντιµετωπίσουν τις επιπτώσεις επιλογών που σχετίζονται άµεσα ή έµµεσα µε ενεργειακά ζητήµατα, σε τοπικές ή υπερτοπικές πρωτοβουλίες και κινήσεις. Συνήθως, εξαιτίας των συγκυριών και χωρίς να είναι προσχεδιασµένη αυτού του είδους η δραστηριότητα.

Η εξήγηση γι’ αυτό, ίσως, βρίσκεται σε µια διάχυτη αίσθηση αδυναµίας να αλλάξει η φορά των εξελίξεων στο ορατό µέλλον και να µπορέσουν οι κοινωνικές και πολιτικές δυνάµεις του «αντισυστηµικού τόξου» να αλλάξουν την ατζέντα των προτεραιοτήτων στο πεδίο της ενέργειας. Τις δυσκολίες θα τις αναζητήσουµε, όχι µόνο στον αρνητικό διεθνή συσχετισµό δυνάµεων, αλλά και στο γεγονός ότι η ενέργεια αποτελεί τον κατεξοχήν παγκοσµιοποιηµένο τοµέα της οικονοµίας, του οποίου οι εξελίξεις διαµορφώνονται σε υπερεθνικά αδιαφανή κέντρα. Με τα θεσµικά όργανα, κατά κανόνα, να παρακολουθούν και να προσαρµόζονται σε αυτές. Και µε τις τοπικές κοινωνίες να τις αντιλαµβάνονται, κατόπιν εορτής, από τα αποτελέσµατά τους. Σε αυτό το σηµείο, θα πρέπει να προσθέσουµε και την επισήµανση ότι ο τοµέας της ενέργειας τείνει να αυτονοµηθεί ως οικονοµική δραστηριότητα, αναπαράγοντας ένα διάτρητο πρότυπο υπερκαταναλωτισµού, µε αλυσιδωτές επιπτώσεις στο ανθρώπινο και στο φυσικό περιβάλλον.

Εδώ και πολλά χρόνια είναι πολλοί/ές αυτοί/ές που έχουν επισηµάνει την οριακή κατάσταση στην οποία βρίσκεται η ανθρωπότητα και τα φυσικά οικοσυστήµατα, εξαιτίας της αλόγιστης χρήσης φυσικών πόρων για ενεργειακούς σκοπούς. Η ελπίδα ότι η συνειδητοποίηση αυτής της κατάστασης θα οδηγούσε σε µια κάποια αυτοσυγκράτηση, δεν φαίνεται να επιβεβαιώνεται. Ούτε καν για λόγους αυτοσυντήρησης του συστήµατος.

Ξέρω ότι στο συνέδριο αυτό θα υπάρξουν πολλές παρεµβάσεις που θα προσεγγίσουν τα ζητήµατα της ενέργειας µε πιο αισιόδοξο βλέµµα, καθώς και ότι θα κατατεθούν ενδιαφέρουσες προτάσεις για εναλλακτικούς τρόπους κάλυψης των ενεργειακών αναγκών. Όσο κι αν αισθάνοµαι αλληλέγγυος και συµµέτοχος σε αυτού του είδους τις προσπάθειες δεν µπορώ να µη σηµειώσω ότι κεντρικό πρόβληµα παραµένει ο έλεγχος της ζήτησης ενέργειας και η ανάσχεση της τάσης κατασπάταλησης µη ανανεώσιµων φυσικών πόρων και όχι οι τεχνικές κάλυψης των κάθε φορά αναγκών.

Στο σηµείο αυτό ας προσθέσουµε κάτι ακόµη: όταν εδώ και πολλά χρόνια στηλτεύουµε τις κυβερνήσεις για την απουσία ενός ουσιαστικού µακροχρόνιου ενεργειακού σχεδιασµού, δεν στοχεύουµε στην ορθότητα ή µη των µοντέλων που χρησιµοποιούν οι τεχνοκράτες, ούτε στην αδυναµία τους να σταθµίσουν το πλήθος των αβεβαιοτήτων του συστήµατος. Καυτηριάζουµε, κυρίως, την απουσία πολιτικής βούλησης για τη χάραξη ανεξάρτητης, κατά το δυνατόν, ενεργειακής στρατηγικής, στο πλαίσιο µιας γενικότερης πολιτικής σε όφελος της κοινωνίας και στην απεµπόληση των βασικών εργαλείων, που είναι απαραίτητα για την υλοποίησή της.

Υπάρχει ρόλος για τα κινήµατα των πολιτών;

Για την αδυναµία διατύπωσης µιας πολύ συγκεκριµένης πρότασης, καθώς και για τις ιδιαιτερότητες και τις δυσκολίες που έχει η θεώρηση των εξελίξεων στον τοµέα της ενέργειας, από τη σκοπιά των κινηµατικών πρωτοβουλιών πολιτών, δεν νοµίζω ότι χρειάζεται να επιχειρηµατολογήσω ιδιαίτερα. Αν χρειάζεται να ειπωθούν κάποια πράγµατα παραπάνω είναι, ίσως, στο εύλογο ερώτηµα αν έχει νόηµα η ενασχόληση των κινηµάτων των πολιτών µε τα ζητήµατα της ενέργειας, σε αυτό το επίπεδο, της διαµόρφωσης πολιτικών. Και αν υπάρχει κάποιος ρόλος γι’ αυτά, ποιος είναι, συγκεκριµένα.

Θα µπορούσα να επικαλεστώ τα αµεσοδηµοκρατικά χαρακτηριστικά των κινηµάτων και την αποστασιοποίησή τους από λογικές ανάθεσης ή τη σηµασία που θα είχε η ενεργότερη παρέµβαση της οργανωµένης κοινωνίας, των «από τα κάτω», στη διαµόρφωση κεντρικών πολιτικών επιλογών και στη σταθερότητα της υποστήριξής τους, σε µια πορεία υλοποίησης ριζικών κοινωνικών αλλαγών. Αλλά αυτά, αφορούν σε όλων των ειδών τα κοινωνικά κινήµατα. Στον τοµέα της ενέργειας υπάρχει και κάτι παραπάνω: στην αντιµετώπιση, ακόµη, και του πιο περιφερειακού ενεργειακού ζητήµατος δεν υπάρχει περίπτωση να µην ανατρέξουµε στο γενικότερο πλαίσιο και στις ρυθµίσεις που το διέπουν. Σε αντίθεση µε άλλους τοµείς, εξίσου σηµαντικούς στην καθηµερινότητά µας, όπως η διαχείριση των απορριµµάτων, όπου υπάρχουν πολύ µεγαλύτερα περιθώρια εναλλακτικών λύσεων. Η εµπλοκή, λοιπόν, είναι σχεδόν αυτονόητη.

Τα τελευταία χρόνια, έχουµε και µια πιο επιθετική πολιτική διαφόρων συγκροτήσεων πολιτών, που επιδιώκουν να γίνουν οι ίδιες φορείς ενεργειακών δραστηριοτήτων, προσπαθώντας να αποτρέψουν ανεπιθύµητες επιλογές και να δηµιουργήσουν τα σπέρµατα µιας άλλης εναλλακτικής αντίληψης. Οπωσδήποτε, είναι και αυτός ένας ακόµη λόγος για ουσιαστική εµπλοκή µε τα ζητήµατα της ενέργειας. Είναι αντικείµενο διερεύνησης το µέχρι που µπορούν να φτάσουν αυτές οι προσπάθειες, όπως είναι κατανοητοί και οι κίνδυνοι της ενσωµάτωσής τους στο υφιστάµενο πλαίσιο. Αλλά δεν έχω καµιά αµφιβολία ότι είναι εγχειρήµατα που πρέπει να ενθαρρυνθούν και να στηριχτούν.

Κλείνοντας αυτή την ενότητα, θα ήθελα να προσθέσω και µια ακόµη επισήµανση. Είτε µιλάµε για τη «θεωρητική» προσέγγιση, είτε µιλάµε για τις κοινωνικές πρωτοβουλίες στον τοµέα της ενέργειας, τα κινήµατα των πολιτών θα χρειαστεί να επιλύσουν µια σειρά προβληµάτων, που σχετίζονται µε βασικές παραδοχές και θεωρήσεις. Παρακολουθώντας το λόγο και την επιχειρηµατολογία, όλων εκείνων των πρωτοβουλιών των πολιτών, που, µε αρκετή δόση αυθαιρεσίας, καταχωρίζουµε στα κινήµατα για την ενέργεια, δεν είναι δύσκολο να διαπιστώσουµε ότι υπάρχει µια µεγάλη ποικιλία προσεγγίσεων, αρκετές εκ των οποίων είναι αποκλίνουσες. Υπάρχει, λοιπόν, ένα κενό συνεννόησης και συναντίληψης, το οποίο συνοδεύεται από µεταπτώσεις και ασυνέχεια στη δραστηριότητά τους, από έλλειψη συνοχής και από προβλήµατα διαθεσιµότητας στο πεδίο της µελέτης των προβληµάτων και της αναζήτησης λύσεων.

Δεν ξεκινάµε από το µηδέν. Είναι ελπιδοφόρο το ότι και στις κινήσεις των πολιτών δεν λείπουν οι προβληµατισµοί και οι, σποραδικές έστω, πρωτοβουλίες. Θεωρώ σκόπιµο να αναφέρω τις πιο χαρακτηριστικές από αυτές, των τελευταίων χρόνων:

• τη συγκρότηση του δικτύου «Πολίτες κατά του λιθάνθρακα», από δεκαέξι (16) συλλογικότητες, στην αρχή του 2008 και τον υποδειγµατικό αγώνα κατά της εγκατάστασης έξι ή επτά νέων λιθανθρακικών µονάδων, που στέφθηκε µε επιτυχία.

• το κείµενο-παρέµβαση φορέων και πολιτών για την ενέργεια, που υπέγραψαν, στις 21/4/2009, είκοσι µία (21) συλλογικότητες απ’ όλη την Ελλάδα.

• την κοινή παρέµβαση στο ΕΚ, την άνοιξη του 2010, έντεκα (11) περιβαλλοντικών οργανώσεων της Εορδαίας και της Αρκαδίας, σχετικά µε τους λιγνιτικούς σταθµούς παραγωγής ενέργειας στην Ελλάδα και τις παραβιάσεις της περιβαλλοντικής νοµοθεσίας της ΕΕ.

• την παρέµβαση, το Μάιο του 2010, εικοσιεννέα (29) συλλογικοτήτων, κατά τη διάρκεια της συζήτησης νοµοσχεδίου για τις ΑΠΕ, που ψηφίστηκε σαν ν. 3851/2010.

• την υπογραφή, το Μάιο του 2011, διακήρυξης κατά των βιοµηχανικών αιολικών εγκαταστάσεων, από εικοσιοκτώ (28) συλλογικότητες.

Οι διεργασίες στο πλαίσιο των κινηµατικών πρωτοβουλιών έχουν τη δική τους αξία. Ωστόσο, τα σηµαντικότερα ζητήµατα σχετίζονται µε το σε ποιο επίπεδο, µε τι στόχους και µε ποια µέσα θα δώσουµε τη µάχη για τις εναλλακτικές στρατηγικές στον τοµέα της ενέργειας.

Οι στοχεύσεις και τα µέσα µιας εναλλακτικής θεώρησης του ενεργειακού ζητήµατος

Στο χώρο της ευρύτερης αριστεράς και των κινηµάτων έχουν κατατεθεί ενδιαφέρουσες προτάσεις για µια εναλλακτική θεώρηση του ενεργειακού ζητήµατος. Ωστόσο, αυτό που µετρά στο τέλος είναι το αποτέλεσµα. Από αυτή την άποψη, είναι κρίσιµο να δούµε µε ποιες πολιτικές και σε ποιο επίπεδο µπορούµε να προκαλέσουµε ή να προετοιµάσουµε σοβαρές αλλαγές. Αυτό θα πρέπει να είναι το κριτήριο της επάρκειας των εναλλακτικών στρατηγικών.

Ενδεικτική της ανάγκης να γίνουν πολλά βήµατα ακόµη, µέχρι να φτάσουµε σε αυτό το σηµείο, είναι η εξηγήσιµη, αλλά παρόλα αυτά αξιοσηµείωτη, µεγάλη συνάφεια στους αφετηριακούς στόχους των υφιστάµενων σχεδιασµών και αυτών που περιέχονται σε πολλά εναλλακτικά σχέδια, όπως η ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασµού, η διαφοροποίηση του ενεργειακού µίγµατος, η βέλτιστη αξιοποίηση του εγχώριου δυναµικού, η προστασία του έλληνα καταναλωτή, η προστασία του περιβάλλοντος και η µείωση των εκποµπών αέριων ρύπων, η βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης, η προστασία της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής βιοµηχανίας, η βιώσιµη ανάπτυξη της ελληνικής οικονοµίας κ.λπ. Η εξήγηση που θα µπορούσε να δοθεί είναι είτε ότι δεν πάµε µέχρι την «καρδιά» του προβλήµατος, είτε πάµε αλλά δεν µεταφράζουµε τις διαπιστώσεις σε πολιτικές προτάσεις, είτε ακόµη ακόµη τα κάνουµε όλα αυτά, αλλά τα κρατάµε χαµηλά στην ατζέντα και, για διάφορους λόγους, δεν τα πολυφωνάζουµε.

Ποιο είναι το προνοµιακό πεδίο παρέµβασης

Θεωρώ ότι το εύρος του ζητήµατος της ενέργειας και οι υπάρχοντες συσχετισµοί µας υπαγορεύουν να εστιάσουµε την προσοχή και το µεγαλύτερο µέρος των δράσεών µας, εκεί που αυτές είναι εφικτές και, ταυτόχρονα, µπορούν να προκαλέσουν µετρήσιµα αποτελέσµατα.

Το να περιοριστούµε στην κριτική των ανισορροπιών και του εκµεταλλευτικού-κερδοσκοπικού χαρακτήρα του διεθνούς συστήµατος ενέργειας φαντάζει πολύ γενικόλογο και, σε συνδυασµό µε το διαµορφωµένο συσχετισµό δυνάµεων, αναποτελεσµατικό σαν βασική επιλογή. Από την άλλη, οι τοπικές και περιφερειακές πρωτοβουλίες έχουν περιορισµένη εµβέλεια και, δύσκολα, µπορούν, από µόνες τους, να προκαλέσουν αλλαγές µεγάλης κλίµακας.

Από τα πράγµατα, οδηγούµαστε στο να αντιµετωπίσουµε το εθνικό επίπεδο, σαν το πλέον προνοµιακό πεδίο παρέµβασης και εφαρµογής εναλλακτικών στρατηγικών στον τοµέα της ενέργειας. Χωρίς να κλείνουµε τα µάτια µας στο τι γίνεται στο διεθνή περίγυρο και έχοντας πλήρη συνείδηση ότι περιθώρια πλήρους αυτονοµίας στη χάραξη της ενεργειακής πολιτικής δεν υπάρχουν.

Βασικές προϋποθέσεις άσκησης εθνικής ενεργειακής πολιτικής

Η ευρύτερη αριστερά και τα κινήµατα οφείλουν να πιέζουν για τις αναγκαίες αλλαγές, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες. Δεν είναι µυστικό, ωστόσο, ότι αυτός ο αγώνας θα δοθεί µε πολύ καλύτερους όρους αν υπάρξουν σηµαντικές ανακατατάξεις στο πολιτικό σκηνικό, τέτοιες που να ευνοούν ριζοσπαστικές αλλαγές στην κοινωνία και στη σφαίρα της οικονοµίας, συµπεριλαµβανοµένου του τοµέα της ενέργειας.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, υπάρχουν κάποιες βασικές προϋποθέσεις για την άσκηση εθνικής ενεργειακής πολιτικής, σε όφελος της κοινωνίας, τις οποίες εντελώς επιγραµµατικά αναφέρω:

1. Χρειάζεται να ανακτηθούν βασικά εργαλεία άσκησης ενεργειακής πολιτικής, όπως ο δηµόσιος χαρακτήρας των βασικών υποδοµών ενέργειας και η ριζική αναµόρφωση του ρυθµιστικού πλαισίου. Η ανάκτηση των εργαλείων, που προαναφέρθηκαν, θα αποτελέσει βασικό πεδίο συγκρούσεων µε µεγάλα οικονοµικά συµφέροντα και θα επανακαθορίσει τις σχέσεις της χώρας µας µε την ΕΕ, πράγµα για το οποίο χρειάζεται να υπάρχει πρόβλεψη και προετοιµασία.

2. Το περιεχόµενο της παραγωγικής ανασυγκρότησης ή της οικονοµικής ανόρθωσης ή όπως αλλιώς την ονοµάσουµε να είναι συµβατό µε µια νέα εναλλακτική αντίληψη για τα ζητήµατα της ενέργειας.

3. Χρειάζεται να αλλάξουµε τις πρακτικές διαχείρισης των εγχώριων ενεργειακών πόρων (του λιγνίτη και, ενδεχοµένως στο µέλλον, κάποιων κοιτασµάτων υδρογονανθράκων). Δηλαδή, να αντιµετωπιστούν σαν οικουµενικός πόρος, µε λελογισµένη χρήση και µε διασφάλιση της περιβαλλοντικής ασφάλειας, σε όλα τα στάδια της ανάκτησης και της χρήσης τους.

Η συγκρότηση του αναγκαίου µετώπου και η ενιαιοποίηση των προσανατολισµών

Ο τοµέας της ενέργειας έχει κεντρική θέση στην οικονοµία και στους όρους της καθηµερινής διαβίωσης των πολιτών. Ο αντίκτυπος των όποιων αλλαγών είναι άµεσος και, µερικές φορές, βιώνεται µε επώδυνο τρόπο (π.χ. το φαινόµενο της ενεργειακής φτώχειας). Είναι ευνόητο ότι αλλαγές µεγαλύτερης κλίµακας και προς µια άλλη κατεύθυνση θα ενεργοποιήσουν αντίρροπες δυνάµεις και συντηρητικά αντανακλαστικά. Η ρεαλιστική εκτίµηση των αναµενόµενων αντιστάσεων και η συγκρότηση ενός πλατιού µετώπου, που θα στηρίξει τις όποιες αλλαγές, είναι «εκ των ουκ άνευ».

Συγκρότηση ισχυρού µετώπου, όµως, προϋποθέτει την ύπαρξη συγκλίσεων και την ενιαιοποίηση προσανατολισµών σε βασικά ζητήµατα ενεργειακής πολιτικής. Ως προς αυτή την παράµετρο η κατάσταση που υπάρχει δεν επιτρέπει αισιοδοξία. Οι πιθανές συνστώσες ενός τέτοιου µετώπου (τα κόµµατα της αριστεράς και της οικολογίας, οι κινήσεις των πολιτών, οι εργαζόµενοι στους µεγάλους τοµείς της ενέργειας και τα συνδικάτα τους, οι µεγάλες περιβαλλοντικές οργανώσεις, ο ακαδηµαϊκός χώρος κ.ά.) φαίνεται να βαδίζουν το δικό τους µοναχικό δρόµο. Οι επιµέρους συγκλίσεις, συνήθως, δεν είναι προϊόν συνεννόησης και συνειδητής προσπάθειας. Σε αυτά θα πρέπει να προσθέσουµε και τα τεράστια ελλείµµατα στο επίπεδο των επεξεργασιών, καθώς και τις µεγάλες αντιφάσεις που διατρέχουν το εσωτερικό των παραπάνω συγκροτήσεων. Με τα σηµερινά δεδοµένα, ο λόγος της αριστεράς δεν ακούγεται πειστικός, οι διεκδικήσεις των επιµέρους κινηµάτων δεν έχουν το απαραίτητο βάθος και η συγκρότηση ενός ευρύτερου µπλοκ δυνάµεων εξακολουθεί να είναι ζητούµενη.

Αν υπάρχει η βούληση να αλλάξουµε αυτά τα δεδοµένα, δεν έχουµε άλλο δρόµο από το να ανοίξουµε τη συζήτηση για τα πιο βασικά από τα επίδικα ζητήµατα, όπως:

• Ο δηµόσιος χαρακτήρας των βασικών υποδοµών, τα όρια της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, το αναγκαίο νέο περιεχόµενο του ρυθµιστικού πλαισίου.

• Το περιεχόµενο της ανασυγκρότησης της οικονοµίας στη µεταµνηµονιακή περίοδο.

• Οι πολιτικές προϋποθέσεις και οι στόχοι για την υλοποίηση των παραπάνω.

• Η αναθεώρηση (και µε κοινωνικά – περιβαλλοντικά κριτήρια) της αντίληψης περί «εθνικών καυσίµων» (λιγνίτη και υδρογονανθράκων).

•  Η οικονοµικότητα των ενεργειακών επιλογών, συµπεριλαµβανοµένης µιας πειστικής ανάλυσης του πραγµατικού κόστους τους, σε συνδυασµό µε το ενδεχόµενο της επιλογής της λιγότερο οικονοµικής λύσης, εξαιτίας άλλων προτεραιοτήτων.

• Η ρεαλιστική αποτίµηση της επιλογής η χώρα µας να µετατραπεί σε πεδίο διέλευσης διεθνικών δικτύων ενέργειας (π.χ. ηλεκτρικής ενέργειας, φυσικού αερίου και πετρελαίου) και της θεωρίας «Ελλάδα: διεθνής ενεργειακός κόµβος».

• Οι δραστηριότητες διύλισης πετρελαίου και η χρήση του φυσικού αερίου στην ηλεκτροπαραγωγή και στην τελική κατανάλωση.

• Τα δίκτυα µεταφοράς ενέργειας και η σκοπιµότητα της ηλεκτρικής διασύνδεσης των νησιών.

• Οι δυνατότητες, τα όρια και οι προϋποθέσεις της αποκεντρωµένης παραγωγής ενέργειας.

• Η αυτοδιοίκηση και συνεταιριστικά σχήµατα πολιτών σαν φορείς ενεργειακών δραστηριοτήτων.

• Οι διαφορετικές προσεγγίσεις στο θέµα της κλιµατικής αλλαγής και, κυρίως, οι πολιτικές για την αποτροπή της (σύστηµα µείωσης εκποµπών ρύπων, εµπόριο ρύπων, στόχοι για ΑΠΕ κ.λπ.).

• Πολιτικές για τη διείσδυση των ΑΠΕ, όροι και προϋποθέσεις.

Αν πρέπει να κλείσω µε κάτι αισιόδοξο, θα έλεγα ότι προσδοκώ το συνέδριο, να δώσει µια νέα ώθηση για την πύκνωση πρωτοβουλιών διαλόγου και, κυρίως, να συνεισφέρει στη διαµόρφωση µιας ατζέντας συζήτησης σε βάθος. Είναι ελπιδοφόρο γεγονός το ότι µια γενιά νέων ανθρώπων, µε ακαδηµαϊκά προσόντα και ενδιαφέροντα και µε ριζοσπαστικό προσανατολισµό έχει µπει µε ζέση και χωρίς προκαταλήψεις σε αυτήν την «περιπέτεια».

ΤΑΣΟΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

κείμενο εισήγησης στο συνέδριο «Ανισορροπίες Ισχύος, Εναλλακτικές Στρατηγικές για τον ενεργειακό τομέα στην Ελλάδα, στο ευρωπαϊκό και παγκόσμιο πλαίσιο», 10-12/10/2013, διοργάνωση: Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ, Παράρτημα Ελλάδας

Advertisements