Naomi Klein: «Οι μεγάλες περιβαλλοντικές οργανώσεις προκαλούν μεγαλύτερη ζημιά από τους αρνητές της κλιματικής αλλαγής»

Συνέντευξη της Καναδής συγγραφέα και ακτιβίστριας Naomi Klein στην εφημερίδα Guardian (10/9/2013).

PHOTO-36Στην καριέρα σου έχεις γράψει για τη δύναμη των εμπορικών σημάτων (brand names), τα κοινωνικά κινήματα και το φονταμενταλισμό της ελεύθερης αγοράς. Τώρα γιατί επέλεξες να ασχοληθείς με ένα βιβλίο και μια ταινία σχετικά με την κλιματική αλλαγή;

Ξέρεις, το τελευταίο μου βιβλίο (το «Δόγμα του Σοκ») τελειώνει με την κλιματική αλλαγή. Τελειώνει με την όψη ενός δυσοίωνου μέλλοντος όπου αδύναμες υποδομές συγκρούονται με ισχυρά καιρικά φαινόμενα, όπως στην περίπτωση του τυφώνα Κατρίνα. Αντί να προσπαθούμε να αντιμετωπίσουμε τέτοιες μελλοντικές καταστροφές μειώνοντας τις εκπομπές ρύπων, έχουμε όλες αυτές τις προσπάθειες εκμετάλλευσης της κρίσης. Η κλιματική αλλαγή αναδείχθηκε ως η μεγαλύτερη καταστροφή που προκάλεσε ο νεοφιλελευθερισμός μέχρι τώρα. Καθώς έγγραφα το «Δόγμα του Σοκ», κάλυπτα δημοσιογραφικά τον πόλεμο του Ιράκ και την αναπτυσσόμενη προσπάθεια άντλησης κέρδους από αυτόν, οπότε άρχισα να βλέπω τα ίδια μοτίβα να επαναλαμβάνονται ως επακόλουθο των φυσικών καταστροφών, όπως το τσουνάμι στην Ινδονησία και ο τυφώνας Κατρίνα. Τότε σκέφτηκα ότι η κλιματική αλλαγή θα μπορούσε να αποτελέσει ένα είδος «σοκ για τους από κάτω», μια απάντηση στο δόγμα του σοκ –όχι άλλη μια ευκαιρία για τον καπιταλισμό να τραφεί από την εξαθλίωση, αλλά μια δυνατότητα εμβάθυνσης της δημοκρατίας και βελτίωσης της καθημερινότητας για τις προοδευτικές δυνάμεις. Τότε «συναντήθηκα» με την ιδέα του «κλιματικού χρέους» ενώ έκανα ένα αφιέρωμα για τις επανορθώσεις. Συναντήθηκα με τη διαπραγματεύτρια κλίματος της Βολιβίας στη Γενεύη –την Α. Ναβάρο– και συζητήσαμε την ιδέα διαμόρφωσης ενός παγκόσμιου Πράσινου Σχεδίου Μάρσαλ, με το Βορρά να πληρώνει «κλιματικές εισφορές» διαμορφώνοντας ένα μεγάλης κλίμακας πράσινο αναπτυξιακό πλάνο.

Στον απόηχο του τυφώνα Σάντυ έγραψες για τη δυνατότητα ανάπτυξης ενός «λαϊκού σοκ». Βλέπεις τέτοιες κοινωνικές αντιστάσεις να αναπτύσσονται ως απάντηση στα ακραία κλιματικά φαινόμενα;

Βλέπω να συμβαίνει ευρέως ένα «λαϊκό σοκ», όταν σε πολλά διαφορετικά μέτωπα αναδύονται πρωτοβουλίες που πάλευαν, για παράδειγμα, για βιώσιμη αγροτική ανάπτυξη επί πολλά χρόνια και τώρα συνειδητοποιούν ότι μπορεί να αποτελέσει λύση και στην κλιματική αλλαγή. Έχουν αναθεωρηθεί πολλά ζητήματα, όχι με ευκαιριακό τρόπο, αλλά ως αποτέλεσμα βαθύτερης κατανόησης. Εδώ στον Καναδά, οι άνθρωποι που αντιστέκονται στις εξορύξεις ασφαλτούχας άμμου είναι κυρίως αυτόχθονες που ζουν κοντά. Δεν αντιστέκονται με αιτία την κλιματική αλλαγή, αλλά λόγω της δηλητηρίασης που προκαλεί στα ίδια τους τα σώματα. Αλλά το γεγονός ότι υποβαθμίζει το περιβάλλον προσθέτει άλλη ένα στρώμα εγρήγορσης. Και είναι αυτή η ιεράρχηση της κλιματικής αλλαγής ως υπερσύνολο ενός πλέγματος ζητημάτων που κρύβει μια τεράστια δυναμική.

Στην περίπτωση του τυφώνα Σάντυ, έχουμε όντως ελπιδοφόρα κινήματα των από κάτω, ιδιαίτερα στην περιοχή Rockways, όπου η αυτοοργάνωση αναπτύχθηκε γρήγορα μέσω του κινήματος «Occupy Sandy» και των δικτύων αλληλεγγύης. Η πρώτη φάση ήταν αυτή της ανάνηψης, αλλά τώρα που ξεκινάει μια εταιρικά κινούμενη διαδικασία ανοικοδόμησης οι αυτοοργανωμένες κοινότητες έχουν την ευκαιρία να πάρουν στα χέρια τους την οικιστική ανάπτυξη, προτάσσοντας ένα άλλο υπόδειγμα δημόσιας στέγασης αντιπαρατιθέμενο με το παλιό. Οπότε ναι, αναμφίβολα αναπτύσσονται τέτοιες αντιστάσεις.

Το Νοέμβρη του 2011 έγγραφες για έναν αναπτυσσόμενο διπλό αρνητισμό: οι συντηρητικοί αρνούνται τα επιστημονικά ευρήματα, ενώ οι φιλελεύθεροι αρνούνται τις πολιτικές επιπτώσεις της ίδιας της επιστήμης. Γιατί θεωρείς ότι κάποιοι οικολόγοι είναι αντίθετοι στο να αντιμετωπίσουν τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής για την αγορά και την οικονομία;

Νομίζω ότι επικρατεί ένας πολύ βαθύς αρνητισμός στο περιβαλλοντικό κίνημα από μεριάς των περιβαλλοντικών οργανώσεων. Αν δούμε το ιστορικό του πρωτοκόλλου του Κιότο, του Μηχανισμού καθαρής ανάπτυξης του ΟΗΕ και το σύστημα εμπορίας εκπομπών της ΕΕ έχουμε κλείσει πλέον μια δεκαετία δράσης αυτών των μηχανισμών. Απολογίζοντας το έργο τους αποδεικνύεται πραγματικά καταστροφικό. Οι εκπομπές όχι μόνο αυξήθηκαν, αλλά δεν βλέπουμε και κάποιο τέλος στις αυταπάτες, γεγονός που τροφοδοτεί τη δεξιά. Οι συντηρητικοί ανέπτυξαν μια ρητορική που έλεγε πως αυτή η πολιτική οδηγεί στη χρεωκοπία, λειτουργεί ως μια μορφή εταιρικής ελεημοσύνης, ενώ παράλληλα είναι αναποτελεσματική. Και είχαν δίκιο, από την άποψη ότι αυτή η πολιτική δεν μείωσε τις εκπομπές ρύπων ενώ παράλληλα ενίσχυσε τα εταιρικά προφίλ. Οπότε η άρνηση των περιβαλλοντικών ομάδων να ενστερνιστεί τα επιστημονικά συμπεράσματα είναι πραγματικά άξια απορίας. Οι επιστήμονες Kevin Anderson και Alice Bows, αναπτύσσουν μια ανάλυση που αντιτίθεται όχι μόνο στον αρνητισμό των περιβαλλοντικών ομάδων αλλά και στους ίδιους τους συναδέλφους τους – για τον τρόπο που η ορθοδοξία των νεοφιλελεύθερων οικονομικών έχει εισχωρήσει στο επιστημονικό κατεστημένο. Γράφουν εδώ και μια δεκαετία πως η μείωση των εκπομπών ρύπων είναι ασύμβατη με την οικονομική ανάπτυξη.

Αυτό που γνωρίζουμε με βεβαιότητα είναι πως το περιβαλλοντικό κίνημα πέτυχε μια σειρά από εκθαμβωτικές νίκες στα τέλη των δεκαετιών του ’60 και ’70, όταν όλο το πλαίσιο αντιμετώπισης της ρύπανσης και προστασίας της πανίδας εκφράστηκε νομοθετικά. Το περιβαλλοντικό κίνημα ήρθε σε αδιέξοδο με την εκλογή Ρήγκαν, ο οποίος άνοιξε ουσιαστικά πόλεμο με κάθε οικολογική διεκδίκηση. Τότε αναπτύχθηκε η σημερινή ρητορεία αρνητισμού: καθώς ο ψυχρός πόλεμος υποχωρούσε, το περιβαλλοντικό κίνημα έγινε ο επόμενος στόχος, ο επόμενος «Κομμουνισμός». Το κίνημα τότε βρέθηκε μπροστά σε δύο επιλογές: ή να υπερασπιστεί τις αξίες του αντιτιθέμενο στον οδοστρωτήρα του νεοφιλελευθερισμού ή να ενσωματωθεί συντεχνιακά με τα αιτήματα της νέας κυβέρνησης. Και πολύ συνειδητά επέλεξε το δεύτερο δρόμο.

Απέφυγαν τη σύγκρουση…

Ακριβώς, κινήθηκαν σε μια πολιτική εταιρικών συνεργασιών. Από το «Μηνύστε τα καθάρματα» περάσαμε στο «Συνεργαστείτε με τα καθάρματα μέσω εταιρικών συνεργασιών». Δεν υπάρχει πλέον εχθρός.

Επιπλέον, οι εταιρίες παρουσιάζονται ως πρόθυμοι συμμετέχοντες στην εύρεση της λύσης, σαν μέρος της λύσης! Αυτό είναι το μοντέλο που επιβιώνει στις μέρες μας…

Θυμάμαι χαρακτηριστικά τη μάχη ενάντια στη Βορειοαμερικανική Συμφωνία Ελεύθερων Συναλλαγών (NAFTA). Οι πράσινες ομάδες, με ελάχιστες εξαιρέσεις, τάχθηκαν υπέρ της συμφωνίας, σε αντίθεση με την στάση των ίδιων των μελών τους και το δημόσιο συμφέρον. Έχουμε παγκοσμιοποιήσει ένα απολύτως μη βιώσιμο υπερκαταναλωτικό μοντέλο που εξαπλώνεται με επιτυχία σε ολόκληρο τον κόσμο και μας σκοτώνει!

Οι οικολογικές ομάδες δεν ήταν απλοί θεατές, ήταν ενεργοί συμμέτοχοι! Δεν ήταν όλες. Δεν ήταν η Greenpeace, οι Φϊλοι της Γης ούτε κατά το πλείστον το Sierra Club. Αλλά πιστεύω πάει πίσω στις ελιτίστικες ρίζες του κινήματος και το γεγονός ότι όταν πολλές από αυτές τις ομάδες για την προστασία της φύσης ξεκίνησαν υπήρχες ενός είδους «ευγενούς» προσέγγισης στην έννοια της διατήρησης. Οι ελίτ μαζεύτηκαν και αποφάσισαν να σώσουν τη φύση. Και μετά οι ελίτ άλλαξαν. Αν το περιβαλλοντικό κίνημα αποφάσιζε να παλέψει θα έπρεπε να εγκαταλείψουν την προνομιακή τους θέση. […]

Στην αμερικανική κουλτούρα, υπάρχει πάντα η επιδίωξη για το «ωφέλιμο για όλους» (win-win) σενάριο. Όμως αν θέλουμε πραγματικά μια μείωση των εκπομπών, ας πούμε, στο 80% κάποιοι θα πρέπει να χάσουν. Και υποθέτω υποστηρίζεις ότι οι ηγέτες του περιβαλλοντικού κινήματος αδυνατούν να κοιτάξουν κάποιους από τους συνέταιρούς τους στα μάτια και να τους πουν «θα χάσετε».

Ακριβώς, να συγκρουστούν με την εξουσία. Η στρατηγική αυτή έχει ηττηθεί. Αυτή ήταν η κεντρική ιδέα πίσω από το εμπόριο ρύπων και αποδείχθηκε καταστροφική. Οι πράσινες ομάδες δεν είναι τόσο έξυπνες όσο νομίζουν. Τους ξεγέλασαν σε τρομερό βαθμό! Πολλοί από τους συνεταίρους τους συμμετείχαν ταυτόχρονα στην Αμερικανική Συνεργασία Δράσης για το Κλίμα (USCAP) και το Επιμελητήριο Εμπορίου για να έχουν καλυμμένα τα νώτα τους και όταν κατάλαβαν ότι θα μπορούσαν να αποφύγουν τη νομοθεσία, παράτησαν την USCAP. Η φράση «win-win» έχει ενδιαφέρον γιατί υπάρχουν πολλοί χαμένοι με αυτή τη στρατηγική, πολλοί άνθρωποι που θυσιάζονται.

Σημαντικό μάθημα απ’ αυτό είναι η προθυμία μας να θυσιάσουμε ολόκληρες κοινότητες στο όνομα μιας «ωφέλιμης για όλους συμμαχίας» με μεγάλους ρυπαντές. Λέγοντας «Μπορείτε να συνεχίσετε να μολύνετε αλλά θα πρέπει να αγοράσετε αντισταθμίσματα στην άλλη άκρη του πλανήτη». Έτσι το τοπικό όφελος χάνεται.

Η απάντησή μας στην κλιματική αλλαγή μπορεί να μας βγάλει κερδισμένους: να ξαναδομήσουμε τη δημόσια σφαίρα, να δυναμώσουμε τις κοινότητες μας, να δουλεύουμε με αξιοπρέπεια. Μπορούμε να αντιμετωπίσουμε την οικονομική και την οικολογική κρίση ως ένα. Αλλά αυτό θα γίνει χτίζοντας δεσμούς με τους ανθρώπους όχι με τις εταιρείες. Όμως βλέπω ότι είμαστε διατεθειμένοι να θυσιάσουμε τις αρχές της αλληλεγγύης όπως για παράδειγμα με τις κοινότητες ιθαγενών στη Βραζιλία που εκδιώκονται από το έδαφος τους επειδή τα δάση τους μετατρέπονται σε δεξαμενές άνθρακα ή περιφράσσονται, ώστε να πουληθούν. Γίνονται θυσίες λοιπόν, υπάρχουν πολλοί χαμένοι και εγώ δεν βλέπω κανένα όφελος.

Είχες χαρακτηρίσει το Μηχανισμό καθαρής ανάπτυξης του ΟΗΕ ως «καπιταλισμό της καταστροφής». Δεν είναι η γεωμηχανική ο απόλυτος καπιταλισμός της καταστροφής;

Είναι σαφέστατα η απόλυτη έκφραση της επιθυμίας να αποφευχθεί το δύσκολο καθήκον της μείωσης των εκπομπών, και γι’ αυτό έχει απήχηση.. Όσο δύσκολεύει το να αρνείσαι την κλιματική αλλαγή, κάποιοι θα στρέφονται στη γεωμηχανική. Η απήχησή της έγκειται στο ότι δεν απειλεί την κοσμοθεωρία των περισσότερων, μας αφήνει σε θέση ισχύος, μας λέει ότι υπάρχει έξοδος διαφυγής. Όλες οι θεωρίες που μας κολακεύουν για τη δύναμή μας αποκτούν αποδοχή.

Ο τρόπος με τον οποίο αντιδρούμε στην κλιματική αλλαγή δείχνει μια βαρβαρότητα που βρίσκω ανατριχιαστική. Αποφασίζουμε συνειδητά να αφήσουμε πολιτισμούς να πεθάνουν, λαούς να εξαφανιστούν. Η βία και η ανηθικότητα που περικλείει αυτή η επιλογή είναι τόσο βαθιές που δεν μπορούν να αποτυπωθούν στη γλώσσα μας. Κάνουμε συνέδρια για το κλίμα όπου οι Αφρικανοί εκπρόσωποι χρησιμοποιούν λέξεις όπως «γενοκτονία» και οι ευρωπαίοι και αμερικάνοι εκπρόσωποι ταράζονται και αντιδρούν. Επί της ουσίας οι εκπρόσωποι του Βορρά λένε ότι «Δεν το κάνουμε αυτό επειδή θέλουμε όντως να εξαφανιστείτε. Απλώς δεν ενδιαφερόμαστε αν θα εξαφανιστείτε επειδή συνεχίζουμε τις δουλειές μας όπως κάναμε ως τώρα». Πρόκειται για παράπλευρες απώλειες. Όμως για τους λαούς που απειλούνται με εξαφάνιση δεν έχει σημασία αν υπάρχει κακή πρόθεση ή όχι, γιατί θα μπορούσε να είχε αποτραπεί αλλά επιλέγουμε να μην το αποτρέψουμε. Νομίζω ότι μία από τις κρίσεις που αντιμετωπίζουμε είναι κρίση της γλώσσας. Δεν μιλάμε γι’ αυτά τα ζητήματα με γλώσσα που να αποτυπώνει το πόσο επείγουσα είναι η κατάσταση.

Είπες ότι οι προοδευτικές αφηγήσεις ως τώρα ήταν ανεπαρκείς. Ποια εναλλακτική αφήγηση θα μπορούσε να ανατρέψει αυτή την κατάσταση;

Οι ως τώρα αφηγήσεις βασίζονταν σε μια αντίληψη που βλέπει τον πλανήτη σαν μια ανεξάντλητη πηγή πόρων προς χρήση από τον άνθρωπο. Όμως πρόκειται για ένα μύθο. Έτσι βρήκα την ανάδυση του κινήματος «όχι πια άπραγοι» («idle no more») πολύ ελπιδοφόρα, γιατί βλέπω μια τρομερή γενναιοδωρία από την ηγεσία των αυτόχθονων στην προσπάθειά τους να μας εισάγουν σε μια άλλη αφήγηση. Οι κοινότητες των ιθαγενών έχουν υποστεί τρομερή βία που με τη σειρά της δημιούργησε ένα μεγάλο θυμό για τη γη που τους έκλεψαν.

Οι προεκτάσεις του «όχι πια άπραγοι» δεν έχουν γίνει ακόμα κατανοητές. Σε μια περιοχή ινδιάνων Σεγιέν στη Μοντάνα γίνεται εδώ και χρόνια μια έντονη συζήτηση για το κατά πόσο θα πρέπει να γίνει εξόρυξη άνθρακα από ένα τεράστιο απόθεμα που βρίσκεται εκεί. Και παρά το ότι ήταν ενάντια στα πιστεύω τους όλα έδειχναν ότι εν τέλει θα αποφάσιζαν να γίνει η εξόρυξη. Τώρα όμως υπάρχει μια νέα γενιά ανθρώπων που βγήκε μπροστά που είναι αποφασισμένη να αφήσει τον άνθρακα στο υπέδαφος και να στραφεί στην ηλιακή και αιολική ενέργεια. Εχουν όλοι εμπνευστεί από το «όχι πια άπραγοι». Συμβαίνει κάτι πολύ σημαντικό και αφορά ολόκληρη τη βόρεια Αμερική λόγω της τεράστιας αναξιοποίητης ποσότητας ορυκτών καυσίμων που βρίσκεται στη γη ιθαγενών: πετρέλαιο, ασφαλτούχος άμμος, δίοδοι αγωγών, φυσικό αέριο, κοιτάσματα άνθρακα.

Παρουσιάζει ενδιαφέρον ότι, ενώ οι περιβαλλοντικές οργανώσεις έχουν ερωτευτεί τις έννοιες «υπηρεσίες οικοσυστήματος» και «φυσικό κεφάλαιο», ο παγκόσμιος νότος και οι κοινότητες ιθαγενών αναπτύσσουν μια εντελώς αντίθετη ρητορική.

Ναι, αυτές είναι οι αντίπαλες αφηγήσεις, που συγκρούονται. Υπάρχει ένας μετασχηματισμός στο οικολογικό κίνημα αυτή τη στιγμή, μια εξέγερση από τα κάτω. Νομίζω είναι καιρός να σταματήσουμε να «κοιτάμε τον κόσμο μέσα από τα μάτια ενός αστροναύτη» όπως έκαναν οι οικολογικές οργανώσεις τόσα χρόνια. Να σταματήσουμε δηλαδή να κοιτάμε τη Γη από ψηλά. Γιατί έτσι τοποθετήσαμε τους εαυτούς μας πάνω από αυτήν, βλέπαμε τη φύση με έναν αφαιρετικό τρόπο, αντιμετωπίζαμε τις επιλογές μας σαν κινήσεις σε σκακιέρα και χάσαμε την επαφή με την Γη. Είναι πια «ο πλανήτης» και όχι «η Γη».

Όλη αυτή η αντίληψη όμως έφτασε σε ένα τέλμα με το fracking (μέθοδος εξόρυξης φυσικού αερίου από το υπέδαφος με τη βοήθεια επικίνδυνων χημικών ουσιών). Οι επικεφαλής διάφορων οικολογικών ομάδων το αντιμετώπισαν ως μεταβατικό καύσιμο έχοντας κάνει τους υπολογισμούς που έδειχναν ότι θα μπορούσε να προκύψει κέρδος γι’ αυτούς. Και τότε αντιμετώπισαν μεγάλες αντιδράσεις από τα μέλη τους και αναγκάστηκαν να ανασκευάσουν τη θέση τους. Ήταν η βάση που αναρωτιόταν «Πώς γίνεται μια οικολογική οργάνωση να μη νοιάζεται για το νερό και τη βιομηχανοποίηση των αγροτικών εκτάσεων; Τι απέγινε το οικολογικό κίνημα;». Και έτσι βλέπουμε τόσες αντιστάσεις να αναπτύσσονται από τα κάτω σε τοπικό επίπεδο σε κινήματα ενάντια στην κατασκευή αγωγών τεράστιων διαστάσεων ή ενάντια στο fracking. Και αυτές είναι που πετυχαίνουν νίκες!

Νομίζω ότι οι πράσινες ομάδες ασκούν σταδιακά όλο και λιγότερη επιρροή. Παίρνουν λεφτά από εταιρείες και πλούσιους δωρητές και ιδρύματα αλλά συνολικά αυτό το μοντέλο βρίσκεται σε κρίση.

Ακούγεται απαισιόδοξο όμως αυτό.

Δεν νομίζω ότι είναι. Βλέπω μεγάλες αλλαγές. Κάποιες οικολογικές οργανώσεις μετασχηματίζονται, και βρίσκονται πλέον στην πρώτη γραμμή αυτών των αγώνων. Οι οργανώσεις πρέπει να ακούσουν τα μέλη τους. Κάποιες αδυνατούν να αλλάξουν γιατί είναι βαθιά εξαρτημένες από το μοντέλο συνεργασίας με επιχειρήσεις και αντιμετωπίζουν μεγάλη σύγκρουση συμφερόντων σε αυτή τη φάση. Αυτές θα υποφέρουν πραγματικά. Και χαίρομαι γι’ αυτό. Αυτή τη στιγμή στην Ευρώπη υπάρχει μια μεγάλη ώθηση με 100 κοινωνικές οργανώσεις/συλλογικότητες να κάνουν έκκληση στην ΕΕ αντί να επιδιορθώσει το σύστημα εμπορίου ρύπων, να το καταργήσει εντελώς και να ανοίξει επιτέλους η συζήτηση για τη μείωση των εκπομπών. Σε αυτό το σημείο έχουμε φτάσει. Δεν έχουμε άλλο χρόνο για χάσιμο με αυτόν τον έξυπνα στημένο τζόγο.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ-ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΔΗΜΑΣ, ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ

Advertisements