γκολφ και τουριστική ανάπτυξη: παιχνίδι με τις λέξεις στο γρασίδι

PHOTO-25Ο τουρισμός μας είναι, λέει, η ατμομηχανή της οικονομίας, η «βαριά βιομηχανία» μας. Και σε αυτόν πρέπει να επενδύουμε. «Με κάθε κόστος;», θα αναρωτηθεί κανείς. Η απάντηση των υπέρμαχων είναι έμμεση: «θέλουμε θέσεις εργασίας, ανάπτυξη», κ.λπ. κ.λπ. Με κάθε κόστος λοιπόν.

Τα θέρετρα γκολφ έχουν προπαγανδιστεί σε αυτή τη βάση ως η μεγάλη στροφή στην τουριστική πολιτική της Ελλάδας που θα φέρει ανάπτυξη, θέσεις εργασίας και όλα τα συναφή, αλλά επιπρόσθετα θα σημάνει και μια ριζική στροφή μοντέλου στον τουρισμό μας: τέρμα ο μαζικός τουρισμός των επισκεπτών που συρρέουν στην Ελλάδα τους καλοκαιρινούς μήνες για να απολαύσουν θάλασσα και ήλιο και μένουν σε φτηνά καταλύματα των νησιών μας. Τα θέρετρα γκολφ υπόσχονται φραγκάτους επισκέπτες με διάθεση να ξοδέψουν και να καταναλώσουν αφήνοντας σε μας τα ωραία τους ευρώ αφειδώς και, επιπλέον, επισκέπτες που θα έρχονται στην Ελλάδα για τουρισμό όλο το χρόνο. Έτσι. η τουριστική σαιζόν θα διευρυνθεί με τέτοιο τρόπο ώστε θα μπορούμε να μιλάμε για εξάμηνη τουριστική περίοδο, ή ακόμη και δωδεκάμηνη. Χώρια που, όπως συχνά τονίζεται, πρόκειται για οικολογική πρόταση, «πράσινη στροφή» στον τουρισμό – εκ του χρώματος του γκαζόν να υποθέσουμε;

Στην Ελλάδα είμαστε πάντως καλά εκπαιδευμένοι. Πίσω από τα μεγάλα και ωραία λόγια περιμένουμε να βγει πάνω απ’ τα κεφάλια μας ο δράκος και η μόνη έκπληξη είναι αν θα πετά φωτιές ή όχι. Η περίπτωση της τουριστικής αναγέννησης που υπόσχεται η τουριστική βιομηχανία δεν αποτελεί εξαίρεση. Στο βιβλίο «Ταξίδι στη Σαμοθράκη: ένα πολιτικό ημερολόγιο» (αυτοέκδοση, Αθήνα: 2009) αλλά και στο ντοκιμαντέρ «Golfland?» (ελεύθερα αναρτημένο στο http://www.golfland.gr) όλα αυτά τα ερωτήματα βρίσκουν την απάντησή τους με τρόπο τεκμηριωμένο. Εκεί μπορεί να βρει κανείς πλήρη στοιχεία για το ότι ο τουρισμός αυτός δεν έχει φέρει αύξηση των τουριστών στις περιοχές όπου υπάρχουν γήπεδα γκολφ με τουριστικές εγκαταστάσεις. Η απάντηση των υποστηρικτών τους σε αυτό είναι πως «Δεν αρκεί ένα γήπεδο γκολφ, πρέπει να γίνουν 2-3 γήπεδα γκολφ σε μια περιοχή για να γίνει golf-destination (προορισμός), αλλιώς οι τουριστικοί πράκτορες που ελέγχουν τον τουρισμό δεν την προτείνουν στους παίκτες». Αυτή η απάντηση μας θυμίζει λίγο πολύ την υπεράσπιση της ελεύθερης αγοράς από τους νεοφιλελεύθερους: «Δεν είναι δυσλειτουργική η ελεύθερη αγορά για τους πολίτες, απλώς δεν είναι τελείως ελεύθερη ακόμη»! Η ίδια απάντηση λίγο πολύ δίνεται και για τις ενστάσεις σχετικά με την αύξηση της τουριστικής περιόδου, που δεν έχει φυσικά παρατηρηθεί σε καμία περιοχή της Ελλάδας. Για την περιβαλλοντική υποβάθμιση, την επιβολή «μονοκαλλιέργειας» και την παράλογη χρήση νερού η απάντηση και πάλι είναι πώς, «Ό,τι και να κάνεις έχει κόστος, εμείς προσφέρουμε ένα όμορφο φροντισμένο περιβάλλον και θέσεις εργασίας»! Και φυσικά, για το αποδεδειγμένο με στοιχεία από την Ισπανία, που ακολούθησε αυτό το μοντέλο τουρισμού ήδη από τη δεκαετία του ‘70, γεγονός ότι ούτε η ανεργία μειώθηκε ούτε η χώρα αναπτύχθηκε, τσιμουδιά.

Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη για το οποίο τηρείται σιγή ιχθύος. Και δεν είναι άλλο από το γεγονός πως τα θέρετρα γκολφ δεν αποτελούν τουριστικές μονάδες στην πραγματικότητα – εξ ου και δεν επιφέρουν τα ευεργετήματα που υπόσχονται στον τουρισμό. Τα θέρετρα γκολφ είναι real-estate επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν τα ευεργετήματα του ελληνικού νόμου για να χτίσουν πολυτελείς κατοικίες προς πώληση με ελάχιστα χρήματα και σε περιοχές που διαφορετικά δεν θα μπορούσαν να πλησιάσουν. Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση του Costa Navarino στην Πύλο, του εφοπλιστή Κωνσταντακόπουλου. Χρησιμοποιώντας τα ευεργετήματα του φωτογραφικού νόμου 2545/1997 για τις ΠΟΤΑ (Περιοχές Ολοκληρωμένης Τουριστικής Ανάπτυξης) και με τους γερανούς της εταιρείας Άκτωρ κατασκευάστηκε στην Πύλο το πρώτο μεγάλο θέρετρο γκολφ σε έκταση 1.500 στρεμμάτων δίπλα σε περιοχή Natura που πήρε τόσο από εκκαθαρίσεις πτωχευμένης εταιρείας όσο και με αναγκαστικές απαλλοτριώσεις. Σε μια περιοχή πλούσια σε αρχαία, όπου ωοτοκεί η καρέττα-καρέττα και ζει ο μοναδικός ευρωπαϊκός πληθυσμός αφρικανικού χαμαιλέοντα, η «επένδυσή» του πραγματοποιήθηκε με χρηματοδότηση 45-55% απορροφώντας το 40% του Περιφερειακού Επιχειρησιακού Προγράμματος Πελοποννήσου. Και για την… οικολογική πιστοποίηση, η εταιρεία συνεργάστηκε με την Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία, η οποία πήρε επιχορήγηση από τον εφοπλιστή 120.000 ευρώ για δύο χρόνια. Και όλα αυτά για την οικοδόμηση 100.000 τ.μ. σε ξενοδοχεία και εξοχικές κατοικίες.

Η εξοχική κατοικία είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη τα τελευταία χρόνια καθώς απευθύνεται κυρίως σε βορειοευρωπαίους συνταξιούχους που επιζητούν καλό κλίμα για να περνούν μερικούς μήνες του ελεύθερου χρόνου τους. Κατά γενική ομολογία, είτε πρόκειται για γκόλφερ είτε όχι, οι ιδιοκτήτες –πλέον– των σπιτιών αυτών έχουν την τάση να μένουν μέσα και να καταναλώνουν φειδωλά, όπως και στα σπίτια τους. Για τους ευκατάστατους τουρίστες των ξενοδοχείων, οι ανέσεις και η πολυτέλεια των εγκαταστάσεων αυτών αφήνει λίγο χώρο για εξορμήσεις στην ευρύτερη περιοχή που θα ωφελούσαν τους ντόπιους. Άλλωστε, μέσα στους χώρους των εγκαταστάσεων αυτών προβλέπεται εκ του νόμου να υπάρχουν υποδομές για περιπάτους, μπάνια στη θάλασσα, θαλασσοθεραπεία και Spa, ιππασία κ.λπ. Ακόμα και τυχόν έσοδα από τα εισιτήρια ή τις προπληρωμένες διακοπές δεν φτάνουν στη χώρα υποδοχής μιας και αυτά κλείνονται σε «πακέτα» και προπληρώνονται στους τουριστικούς πράκτορες του εξωτερικού.

Αυτό που σίγουρα παρατηρεί κανείς στις περιοχές πέριξ των θερέτρων γκολφ να αναπτύσσεται είναι η κτηματαγορά. Το γήπεδο γκολφ προσφέρει σε αυτή την κτηματαγορά μεγάλα οφέλη. Καταρχάς, βοηθά να μετονομαστεί σε τουριστική η εξοχική κατοικία, με τα οφέλη που αναπτύξαμε ήδη. Επιπλέον, η αξία των σπιτιών πλησίον του γκολφ έχουν μεγαλύτερη αξία πώλησης καθώς θεωρούνται αναβαθμισμένα λόγω της «κυριλέ» θέας. Τέλος, επειδή το γκολφ δικαιολογεί εγκαταστάσεις πολλών στρεμμάτων (ο νόμος για τις ΠΟΤΑ αναφέρει 800 στρέμματα κατ’ ελάχιστον), μια τέτοια σκοπούμενη «επένδυση» τελικώς οδηγεί στην οικειοποίηση μεγάλων εκτάσεων γης. Και η γη, ας μην το ξεχνάμε, είναι ο βασικότερος συντελεστής παραγωγής, ένα σταθερό κεφάλαιο και αξία. Αυτή είναι που, εν τέλει, επιδιώκουν να αποκτήσουν όσο πιο φθηνά γίνεται οι επενδυτές. Ως τουριστικό κεφάλαιο, η γη τους δίνεται φθηνά μέσω παραχωρήσεων είτε δημόσιας είτε μοναστηριακής περιουσίας. Και σε εκτάσεις που υπερβαίνουν κατά πολύ τις σκοπούμενες εγκαταστάσεις: το παράδειγμα της Μονής Τοπλού στο ανατολικό άκρο της Κρήτης, όπου το μοναστήρι παραχώρησε για «αξιοποίηση» 26.000 στρέμματα γης με κατοικίες και γήπεδα γκολφ, σε μια περιοχή που είναι στην κόκκινη ζώνη κινδύνου για ερημοποίηση, είναι χαρακτηριστικό.

Ας κλείσουμε αναφέροντας μόνο ότι η προτεραιότητα και οι διευκολύνσεις των επενδύσεων αυτών αναφέρονται ρητώς στον εφαρμοστικό νόμο των μνημονίων που έχει υπογράψει η χώρα μας. Και το real-estate βαφτίζεται τουριστική ανάπτυξη σε ένα ακόμη παιχνίδι με τις λέξεις του πολιτικού σουρεαλισμού που βιώνουμε.

ΝΕΛΛΗ ΨΑΡΡΟΥ

συγγραφέας, ερευνήτρια
http://www.nellypsarrou.com

Advertisements