ποια ενέργεια για την Ελλάδα;

Ένας σωστός ενεργειακός σχεδιασμός είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την οικονομική και κοινωνική ανασυγκρότηση της Ελλάδας. Όμως με ποιον τρόπο θα γίνουν οι επιλογές και πως και από ποιον θα αξιολογηθούν; Υπάρχουν τρόποι για μια πιο ορθολογική και συμμετοχική προσέγγιση, πέρα από συμφέροντα και προκαταλήψεις;

Άφθονη, φτηνή και οικολογικά όσο γίνεται πιο ήπια ενέργεια θα είναι απαραίτητη για την οικονομική και κοινωνική ανασυγκρότηση της χώρας μετά τη μνημονιακή λαίλαπα. Το βέλτιστο ενεργειακό μείγμα πρέπει να καθοριστεί στο πλαίσιο ενός εθνικού ενεργειακού σχεδιασμού με βάση τις οικονομικές, οικολογικές και κοινωνικές επιταγές όχι μόνο της παρούσας στιγμής, αλλά και σε βάθος χρόνου, τουλάχιστον 20ετίας. Στον ενεργειακό σχεδιασμό αναγκαστικά θα πρέπει να ληφθούν υπ’ όψη και οι οριακές συνθήκες που προκύπτουν από διεθνείς δεσμεύσεις, το εγχώριο δυναμικό σε ενεργειακούς φορείς και η δυνατότητα αγοράς ενέργειας από το εξωτερικό κάτω από τις παρούσες δυσμενείς οικονομικές συνθήκες.

Ωστόσο, η συζήτηση για το βέλτιστο ενεργειακό μείγμα διαστρεβλώνεται συχνά από συμφέροντα, προκαταλήψεις και δογματικές θέσεις ή επικεντρώνεται σε ορισμένα μόνο τμήματα του ενεργειακού κύκλου (π.χ. μόνο στην παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος) αγνοώντας οικονομικές, κοινωνικές και οικολογικές επιβαρύνσεις π.χ. από την εξόρυξη καυσίμων, την κατασκευή σταθμών παραγωγής ή τη διαχείριση των εκπομπών και αποβλήτων. Είναι λοιπόν απαραίτητο η αξιολόγηση των εκάστοτε εναλλακτικών λύσεων να γίνεται λαμβάνοντας υπ’ όψη όλες τις παραπάνω συνιστώσες.

Ανάλυση κύκλου ζωής

Για την αποτίμηση τόσο των περιβαλλοντικών όσο και των οικονομικών επιπτώσεων κάθε ενεργειακού κύκλου είναι κατ’ αρχήν απαραίτητη η πλήρης και αντικειμενική απογραφή (inventory) όλων των ενεργειακών και υλικών ροών σε κάθε τμήμα του κύκλου. Μια εδραιωμένη και επικυρωμένη μέθοδος για τέτοιου είδους απογραφή είναι η ανάλυση κύκλου ζωής (Life Cycle Assessment, LCA). Με τη μέθοδο αυτή υπολογίζονται ενεργειακά και υλικά ισοζύγια των εισροών και εκροών κάθε συστήματος, οι οποίες ταξινομούνται και μετατρέπονται σε περιβαλλοντικούς και οικονομικούς δείκτες.

Untitled1 Όπως φαίνεται στο γράφημα 1, για κάθε τμήμα (π.χ. για την εξόρυξη) υπολογίζονται οι εισροές ενέργειας, νερού και πρώτων υλών και οι ενεργειακές και υλικές εκροές σε αέρα, νερό και έδαφος. Είναι σημαντικό να συνυπολογισθούν και οι αφανείς εισροές και εκροές, δηλ. αυτές που συνοδεύουν και έχουν προϋπολογισθεί για τα μηχανήματα, οικήματα και μέσα μεταφοράς που εμπλέκονται με το συγκεκριμένο τμήμα του κύκλου ζωής. Στο τέλος, για κάθε παράμετρο (π.χ. κατανάλωση χαλκού ή σκυροδέματος, εκπομπές αερίων θερμοκηπίου, στερεά απόβλητα) αθροίζονται οι εισροές και εκροές όλων των τμημάτων και υπολογίζεται το ισοζύγιο αυτής της παραμέτρου για όλο τον κύκλο ζωής. Η εγκυρότητα της μεθόδου LCA εξαρτάται από την απαρέγκλιτη τήρηση των κανόνων πληρότητας (δεν ξεχνιέται κανένα τμήμα, η ανάλυση γίνεται «από το λίκνο ως τον τάφο» – «from cradle to grave») και από την αξιοπιστία των δεδομένων που χρησιμοποιούνται. Σήμερα υπάρχουν πολλές κατοχυρωμένες και ηλεγμένες πηγές τέτοιων δεδομένων (π.χ. το ελβετικό ECOINVENT).

Αποτέλεσμα αυτών των υπολογισμών είναι συγκριτικοί πίνακες για κάθε παράμετρο (υπολογισμένη ανά μονάδα παραγόμενης ενέργειας, π.χ. kg/kWh ή m3/kWh) και κάθε εξεταζόμενο σύστημα (π.χ. λιγνιτικό, φυσικό αέριο, υδροηλεκτρικό ή φωτοβολταϊκό).

Untitled2Το γράφημα 2 δείχνει μια τέτοια σύγκριση (εδώ της παραμέτρου «αέρια θερμοκηπίου») για το μέσο όρο των Ευρωπαϊκών συστημάτων ηλεκτροπαραγωγής με βάση δεδομένα του 2004, όπου φαίνεται και η σημασία των ισολογισμών πέρα από την καθαρή φάση της παραγωγής. Στην περίπτωση ενεργειακών μειγμάτων, οι πιο πάνω παράμετροι αθροίζονται αναλογικά με τη συμμετοχή κάθε επιμέρους συστήματος στο μείγμα.

Συγκρίσεις και συσσωματώσεις

Εν τούτοις οι συγκρίσεις μεμονωμένων παραμέτρων και δεικτών δεν παρέχουν από μόνες τους επαρκή βάση για τη λήψη αποφάσεων ή τη διαμόρφωση ενεργειακού σχεδιασμού: Είναι οι εκπομπές διοξειδίου του θείου σημαντικότερες από τις εκπομπές οξειδίων του αζώτου; Ούτε μπορούν οι αναλυτές να χειριστούν τις εκατοντάδες δεικτών που χαρακτηρίζουν κάθε ενεργειακό σύστημα. Για μια αποτελεσματική σύγκριση είναι αναγκαίο οι δείκτες αυτοί να συμπυκνωθούν σε λίγους, στην ιδανική περίπτωση σε έναν δείκτη, που να επιτρέπει μια πρώτη αξιολόγηση «με μια ματιά».

Ένα παράδειγμα μιας τέτοιας συμπύκνωσης ή συσσωμάτωσης (aggregation) είναι η αναγωγή των επιπτώσεων των εκροών ενός ενεργειακού συστήματος σε χρηματικά κόστη που συνυπολογίζονται με το καθεαυτό κόστος παραγωγής. Τέτοια κόστη προκύπτουν από επιδράσεις στη υγεία, στο περιβάλλον, στην γεωργική παραγωγή κλπ. Μέχρι σήμερα, με ελάχιστες εξαιρέσεις, τα κόστη αυτά δεν ενσωματώνονται στη διαμόρφωση του συνολικού κόστους και για το λόγο αυτό ονομάζονται «εξωτερικά κόστη». Για τον υπολογισμό τους χρησιμοποιούνται μοντέλα που ξεκινούν από τις εκπομπές ρύπων και εφαρμόζοντας στατιστικές, μετεωρολογικές και υδρολογικές μεθόδους εξετάζουν τους τρόπους μεταφοράς και απόθεσής τους στη βιόσφαιρα. Στη συνέχεια υπολογίζεται η επίδρασή τους στη γεωργοκτηνοτροφία (ελάττωση ή απώλεια συγκομιδής), στην πολιτιστική κληρονομιά (π.χ. διάβρωση μνημείων) και – με επιδημιολογικές μεθόδους – στην ανθρώπινη υγεία (απώλεια παραγωγικότητας λόγω ασθενειών ή ακόμα και θάνατοι).

Untitled3Το γράφημα 3 είναι ένα παράδειγμα σύγκρισης του συνολικού κόστους (κόστος παραγωγής + εξωτερικό κόστος) διαφόρων ενεργειακών συστημάτων για τη Γερμανία με βάση δεδομένα του 2004.

Μολονότι σε πρώτη ματιά ελκυστική, η μέθοδος του εξωτερικού κόστους έχει εγγενή προβλήματα και συναντά ανάλογες αντιδράσεις. Αφενός δεν υπάρχει κοινή αντίληψη για την κοστολόγηση των διαφόρων επιπτώσεων (πόσο κοστολογείται π.χ. η μείωση του προσδόκιμου ζωής κατά χ χρόνια; πόση αξία έχασε το διαβρωμένο πρόσωπο μιας Καρυάτιδας;). Αφετέρου με τον τρόπο αυτό δεν μπορούν να αξιολογηθούν και να κοστολογηθούν ανθρώπινα συναισθήματα (π.χ. φόβος ή απέχθεια για σοβαρές τεχνολογικές καταστροφές με μικρή πιθανότητα αλλά τεράστιες επιπτώσεις, όπως ένα πυρηνικό ατύχημα τύπου Τσερνομπίλ ή Φουκουσίμα). Για το λόγο αυτό αναζητούνται τρόποι για μια συμμετοχική αξιολόγηση πέρα από μια καθαρά μονεταριστική προσέγγιση. Η χρήση τέτοιων μεθόδων δίνει την δυνατότητα και στον απλό πολίτη να συναποφασίσει για το ενεργειακό του μέλλον και να φέρει ένα μέρος της ευθύνης για τις επιλογές του. Προϋπόθεση είναι ωστόσο μια αντικειμενική πληροφόρηση του ενεργού πολίτη με βάση τα αποτελέσματα σοβαρών και ανεπηρέαστων αναλύσεων πριν αυτός κληθεί να εκφραστεί.

ΚΩΣΤΑΣ ΦΩΣΚΟΛΟΣ

Μηχανολόγος Μηχανικός ΕΜΠ

Advertisements