προβληματισμοί σχετικά με την παραγωγική ανασυγκρότηση του πρωτογενούς τομέα

PHOTO-14Εδώ και τουλάχιστον τρία χρόνια, από την εκτόξευση της οικονομικής κρίσης και έπειτα, η γεωργία και ο πρωτογενής τομέας εν γένει παρουσιάζονται ως ένα από τα κρυφά χαρτιά της χώρας για την έξοδο από την κρίση. Πόσο αληθινό μπορεί να είναι αυτό και κάτω από ποιες προϋποθέσεις; Στο κείμενο αυτό κατατίθενται κάποιες πρώτες σκέψεις και προβληματισμοί σχετικά, καθώς και για την παραγωγική ανασυγκρότηση του πρωτογενούς τομέα.

Στην προσπάθεια ανάγνωσης της υπάρχουσας κατάστασης, πέρα από τη μελέτη για το αγροτικό εισόδημα και απασχόληση, το αγροτικό εμπορικό ισοζύγιο, το ισοζύγιο φυτικής- ζωικής παραγωγής, τα κόστη παραγωγής, τη σύνδεση με τη γεωργική βιομηχανία, το δευτερογενή και τριτογενή τομέα και πολλά ακόμα, θα πρέπει κανείς να δει το μοντέλο ανάπτυξης που ακολουθήθηκε στη χώρα συνολικότερα, το ρόλο του πρωτογενούς τομέα σε αυτό καθώς και το μοντέλο ανάπτυξης πρωτογενούς τομέα που επιλέχθηκε.

Η επιλογή που έγινε για την Ελλάδα ήταν η μετάβαση της οικονομίας της στον τριτογενή τομέα, κυρίως στον τομέα των υπηρεσιών – διαμετακομιστικό κέντρο, παροχή υπηρεσιών, τουρισμός κ.λπ. Το μοντέλο αυτό οδήγησε στην αποδιάρθρωση του παραγωγικού πρωτογενούς τομέα και στην εξάρτηση από τις ολοένα και αυξανόμενες εισαγωγές γεωργικών προϊόντων και εφοδίων. Ακόμα, στο πλαίσιο αυτό, επιλέχθηκε η εντατική συμβατική γεωργία και κτηνοτροφία, η μονοκαλλιέργεια με στόχο αποκλειστικά τις εξαγωγές, η εγκατάλειψη της παραγωγής κυρίως σε μειονεκτικές περιοχές, οι εναλλαγές των καλλιεργειών με βάση τις επιδοτούμενες καλλιέργειες και άλλα.

Η γεωργία όμως αποτελεί τον τομέα, που ιδίως σε περιόδους κρίσης, αποτελεί προϋπόθεση επιβίωσης και βασική πηγή διατροφικών αγαθών για τον πληθυσμό. Η κρίση της γεωργίας οδηγεί και σε επισιτιστική κρίση. Συνεπώς το ζήτημα της διατροφικής αυτάρκειας της χώρας ιεραρχείται και εύλογα κανείς αναρωτιέται πώς γίνεται να έχεις ανάπτυξη του πρωτογενούς τομέα, πώς μπορείς να βγεις από την κρίση αν δεν είσαι παραγωγικός; Και τι σημαίνει σήμερα παραγωγικός πρωτογενής τομέας;

Η συμβολή της γεωργίας στην αποφυγή της επισιτιστικής κρίσης έγκειται στη στροφή της γεωργικής παραγωγής στην κάλυψη των διατροφικών αναγκών του πληθυσμού. Συνεπώς μιλάμε για έναν πρωτογενή τομέα που θέτει ως βάση την τροφή ως αγαθό και ως θεμελιώδες κοινωνικό δικαίωμα και όχι ως εμπόρευμα ή χρηματιστηριακό αγαθό. Ο πρωτογενής τομέας θα πρέπει να αποσκοπεί πρωταρχικά στην κάλυψη των διατροφικών αναγκών του λαού με ντόπια παραγόμενα, σε λογικές τιμές, ποιοτικά προϊόντα στο πρότυπο της παραδοσιακής ελληνικής μεσογειακής διατροφής και σε αντίθεση με το κυρίαρχο καταναλωτικό και διατροφικό μοντέλο. Ένα σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης του πρωτογενούς τομέα οφείλει να συνυπολογίσει αυτή την αρχή.

Ακόμα δεν μπορεί να μη μιλήσει για ένα άλλο παραγωγικό μοντέλο, της ήπιας γεωργίας, της βιολογικής γεωργίας, με σεβασμό στον άνθρωπο και στο περιβάλλον, με εξορθολογισμό στη χρήση των φυσικών πόρων, με μετάβαση από τις εντατικές μονοκαλλιέργειες στην πολυκαλλιέργεια και στην παραγωγή αγροτικών προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας και διεθνούς ζήτησης που παράλληλα καλύπτουν και τις εγχώριες ανάγκες.

Έχει ακόμα να αναμετρηθεί με το ερώτημα πώς νοείται ο σημερινός γεωργός. Παραγωγός τροφής, παραγωγός προϊόντων για μεταποίηση, παραγωγός ενέργειας, πάροχος αγρο-τουριστικών υπηρεσιών, προστάτης του φυσικού περιβάλλοντος και του κοινωνικού ιστού της υπαίθρου, εξαγωγέας προϊόντων με υψηλή προστιθέμενη αξία; Όλα αυτά και πολλά ακόμα ή ένας άνθρωπος εξαρτώμενος από το αγροδιατροφικό λόμπι που θα παράγει απλώς προϊόντα ως είλωτας στα «δικά του» χωράφια; Αυτός που θα έχει στα χέρια του την τροφή του κόσμου και θα τη διαχειρίζεται μόνο με βάση το μέγιστο δυνατό για αυτόν κέρδος ανεξαρτήτως του αν ο κόσμος πεινάει;

Ποια θα μπορούσαν να είναι τα μέτρα για την ανασυγκρότηση του παραγωγικού δυναμικού; Ο αναδασμός γης ίσως είναι ένας τρόπος για να ενοποιήσει τις πολυτεμαχισμένες εκτάσεις και να μειώσει το κόστος παραγωγής. Το συνεταιριστικό-συνεργατικό κίνημα θα πρέπει να τεθεί σε νέες υγιείς βάσεις, ώστε να δώσει διέξοδο τόσο στο επίπεδο της καλλιέργειας (συγκέντρωση γης και μηχανημάτων, εξοικονόμηση στην προμήθεια εφοδίων, οργάνωση της αγοράς κ.λπ.). Εφόσον ο πρωτογενής τομέας θεωρηθεί στρατηγικής σημασίας θα πρέπει να αναζητηθούν ευνοϊκοί όροι χρηματοδότησης που θα επιτρέπουν τις επενδύσεις σε αυτόν. Ακόμα θα πρέπει να επανεκτιμηθούν θεσμικά μέτρα σχετικά με τη φορολογία των αγροτών, της γης, τα αγροτικά μητρώα, τις ενισχύσεις που παρέχονται σε ένα πλαίσιο ανασυγκρότησης του συνόλου της οικονομίας.

Δεν μπορούμε να μιλάμε για την παραγωγική ανασυγκρότηση του πρωτογενούς τομέα δίχως την επέμβαση στη λειτουργία της εγχώριας αγοράς με το σκεπτικό των πολλαπλών επιλογών σε παραγωγούς και καταναλωτές ενάντια στα μονοπώλια διακίνησης τροφής στην Ελλάδα. Η επέμβαση αυτή μπορεί να γίνει σε θεσμικό επίπεδο κατοχυρώνοντας δομές που μέχρι στιγμής υστερούν. Υστέρηση που οδηγεί σε καρτέλ και μονοπωλιακές καταστάσεις. Ένα τέτοιο θεσμικό μέτρο μπορεί να είναι η νομοθέτηση αγορών αγροτών-παραγωγών, ώστε να δοθεί απευθείας διέξοδος στον παραγωγό στην αγορά και στους καταναλωτές με την παράκαμψη μεσαζόντων και με στόχο την εξυγίανση της αγοράς τροφίμων και τον εξορθολογισμό των τιμών των γεωργικών προϊόντων.

Στο επίπεδο της διάθρωσης της παραγωγής θα πρέπει να συνυπολογιστεί το εδαφικό ανάγλυφο της Ελλάδας, να μελετηθούν οι δυνατότητες της κάθε περιφέρειας, ο όποιος σχεδιασμός να γίνει με γνώμονα το τι είναι δυνατό να καλλιεργηθεί και πού, να υπάρξει πρόβλεψη για βοσκοτόπους και επαρκείς καλλιέργειες ζωοτροφών, ποια μπορεί να είναι τα προϊόντα αυτά που έχουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα και υψηλή προστιθέμενη αξία ώστε μπορούν να είναι εξαγώγιμα. Σε κάθε σχεδιασμό όμως το ζητούμενο είναι να προτάσσεται ως μορφή η βιώσιμη και ποιοτική γεωργική παραγωγή.

Δεν θα πρέπει να αγνοηθούν ακόμα τομείς όπως η δασοπονία, η αλιεία, η μελισσοκομία. Μπορούν να αναπτυχθούν και να είναι ιδιαίτερα «αποδοτικοί» για την οικονομία και παράλληλα να συντελέσουν στην προστασία της βιοποικιλότητας, των δασών και θαλασσών, στην ανανέωση δασικών εκτάσεων, στην εκμετάλλευση των ορεινών περιοχών τηρώντας πάντοτε τους περιβαλλοντικούς κανόνες.

Αναγκαία είναι και έργα υποδομής με γνώμονα τη μείωση του κόστους παραγωγής, την ορθολογική χρήση πόρων όπως το νερό, τη δημιουργία αποθεμάτων νερού κ.λπ. Θα πρέπει ακόμα να προβλεφθεί το πώς εντάσσονται οι ήπιες μορφές ενέργειας και οι ΑΠΕ στην αγροτική παραγωγή.

Η όποια ανασυγκρότηση όμως δεν μπορεί να γίνει μόνο με θεσμικά μέτρα και διακηρύξεις. Χρειάζεται τη δημιουργία ενός κινήματος παραγωγών (αγροτών, κτηνοτρόφων, αλιέων κ.λπ.), των ανθρώπων της υπαίθρου αλλά και των πόλεων («καταναλωτές», ενεργοί πολίτες, κινήματα πόλης), των εμπλεκομένων στους άλλους οικονομικούς τομείς, των κινημάτων της οικολογίας και πολλών ακόμα. Μια κυβέρνηση της αριστεράς δεν μπορεί να λύσει τα παραπάνω ζητήματα με τρόπο «αυτονόητο». Έχει την ανάγκη ύπαρξης ενός κινήματος παραγωγικής ανασυγκρότησης και αγροτικής μεταρρύθμισης, ώστε να μπορέσει να συγκρουστεί με τα εγχώρια συμφέροντα αλλά κι αυτά των πολυεθνικών του αγροδιατροφικού λόμπι.

Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να προβληματιστούμε για το αν η παραγωγική ανασυγκρότηση του αγροτικού τομέα με άξονα την ανάπτυξη και την ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσα από τις πολιτικές της ΕΕ για την περιφερειακή και αγροτική ανάπτυξη, για την προστασία του περιβάλλοντος και την Κοινή Γεωργική Πολιτική. Θα πρέπει παράλληλα να γίνει και ένας ειλικρινής απολογισμός της μέχρι τώρα πορείας του γεωργικού χώρου στο πλαίσιο της ΚΓΠ και μια ανάγνωση δίχως αυταπάτες των ήδη ανακοινωμένων μελλοντικών πολιτικών.

Ο αγροτικός τομέας παρουσιάζεται ως η διέξοδος από την κρίση. Αυτό όμως που σχεδιάζουν αφορά την ανάπτυξη του αγροτικού χώρου στη λογική της αγροδιατροφικής βιομηχανίας και όχι στη λογική της ανασυγκρότησης της παραγωγικής βάσης της χώρας για τη διέξοδο από την οικονομική κρίση με αξιοπρέπεια για τον αγροτικό κόσμο και προοπτική παραμονής του στην παραγωγή και ανάπτυξης μέσα από αυτή.

Κάθε φορά που τίθεται στο τραπέζι η πρόταση να ιεραρχηθεί η αλλαγή του γεωργικού μοντέλου και να προταχθούν βιώσιμες μορφές γεωργίας, όπως η βιολογική, το αμέσως επόμενο ερώτημα είναι αν αυτή μπορεί να καλύψει τις ανάγκες συνολικά. Θα πρέπει αν θέλουμε να μιλήσουμε για την ανασυγκρότηση του πρωτογενούς τομέα με όρους οικολογίας, να φύγουμε από αυτό το δίλημμα. Η βιώσιμη και οικολογική επαναπροσέγγιση του αγροτικού μοντέλου δείχνει την πρόθεσή μας να αναμετρηθούμε με το ίδιο το σύστημα που μας έχει οδηγήσει σε αδιέξοδα, δείχνει αν είμαστε σε θέση να προβάλουμε έναν άλλο τρόπο παραγωγής και έναν άλλο τρόπο κοινωνικής συνύπαρξης και οικονομικής βιωσιμότητας. Είναι ανάγκη να υπάρξει αυτή η αλλαγή και μάλιστα με περιβαλλοντικά βιώσιμη προοπτική.

ΙΩΑΝΝΑ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ 

Advertisements