μεθοδολογικές αφετηρίες και άξονες για την αναδιάρθρωση της παραγωγής

PHOTO-13Το ζήτημα της αναδιάρθρωσης της παραγωγικής δομής και υποδομής δεν μπορεί να ιδωθεί ξέχωρα από το ζήτημα του αναπτυξιακού μοντέλου. Συνεπώς το ερώτημα που πρέπει να απαντιέται από τη σχεδιαζόμενη πολιτική θα πρέπει να απαντά στην ανάγκη για άλλο αναπτυξιακό μοντέλο. Ποιες λοιπόν πρέπει να είναι η αφετηρίες μιας αποτελεσματικής πολιτικής; Κατά τη γνώμη μου οι εξής:

Από τη λογική μείωσης κόστους πρέπει να πάμε στη λογική παραγωγής αξίας, το οποίο είναι και συμβατό με τις ιδεολογικές αναφορές μας (κοινωνικά προσδιορισμένη αξία χρήσης, που παράγεται από την εργασία). Η νέα αξία παράγεται μέσω της συνεχούς καινοτομίας σε προϊόν και παραγωγική διαδικασία. Η εστίαση στην παραγωγή με τη στενή έννοια τη μεταποίησης (μετασχηματισμός εισροών σε προϊόν) είναι ανεπαρκής. Αυτό δεν σημαίνει ότι η καινοτομία παράγεται μόνο στα εργαστήρια. Αντίθετα, παράγεται και στη σύζευξη σχεδιασμού και παραγωγής, αλλά και στην αλληλεπίδραση παραγωγή και χρήσης. Η βασική διαφορά έγκειται από τη μία στις αυξανόμενες αποδόσεις που χαρακτηρίζουν την οικονομική της καινοτομίας και από την άλλη στο σαφή προσανατολισμό που απαιτείται τόσο σε ότι αφορά στην πολιτική απασχόλησης όσο και στο ποιος θα είναι ο φορέας της ανάπτυξης (ταλέντο και όχι κεφάλαιο όπως λέει ο Florida).

Συνέπεια των παραπάνω είναι και η ανάγκη να ξεφύγουμε από την παράθεση κλαδικών αναλύσεων και πολιτικών. Η ανάλυση μάλλον πρέπει να γίνει στο επίπεδο των συστημάτων αξίας (όχι απλά αλυσίδες), όπου περιλαμβάνονται τόσο μονάδες από διαφορετικούς κλάδους που αφορούν στην παραγωγή αξίας και στην ανάπτυξη εξοπλισμού και υποδομών, όσο και λειτουργικές υποδομές τεχνολογικής δραστηριότητας (έρευνα, τεχνική υποστήριξη, πιστοποίηση-προτυποποίηση κλπ) και λειτουργιών (εφοδιασμός, μεταφορές κοκ).

Η πολιτική θα πρέπει να προσδιορίζεται και χωρικά, ώστε να αναγνωρίζεται η αντίστοιχη εμπέδωση της παραγωγικής και καινοτομικής  δραστηριότητας.

Βασικό ζήτημα αφορά και στο υποκείμενο του μετασχηματισμού. Ποιοι θα αναλάβουν το έργο του μετασχηματισμού και της νέας μορφής παραγωγής, αν το παρόν επιχειρείν είναι ανεπαρκές;

Άξονες αναπτυξιακής πολιτικής

Με βάση τα παραπάνω οι άξονες σχεδιασμού πολιτικής θα πρέπει να είναι οι εξής:

Συγκρότηση παραγωγικών συμπλεγμάτων, με σχετική εξειδίκευση και χωρικό προσδιορισμό.

Τα παραγωγικά συστήματα δεν συγκροτούνται σε κλαδική βάση, αλλά με την αλληλεπίδραση δραστηριοτήτων από διαφορετικούς κλάδους και τομείς οικονομικής δραστηριότητας. Η πολιτική πρέπει να εστιάζει στην ενίσχυση στους αδύνατους κρίκους οι οποίοι είναι – εν γένει:

– Ανάπτυξη προϊόντος: έλλειψη καινοτομικής δραστηριότητας, αδυναμία στην ανάλυση των αναγκών και των καταναλωτικών τάσεων, απουσία τεχνολογικών υποδομών υποστήριξης (προ/τυποποίηση, διαπίστευση, παρέμβαση σε διεθνείς οργανισμούς προτυποποίησης, πρόσβαση σε εργαστηριακές λειτουργίες κοκ).

– Τεχνολογική εξάρτηση και έλλειψη απορροφητικής ικανότητας: η παθητική, μιμητική συμπεριφορά έχει οδηγήσει σε απουσία καινοτομικής δραστηριότητας, οπότε δεν υπάρχει το δυναμικό που θα μπορέσει να αξιοποιήσει τις τεχνολογικές εξελίξεις και θα συνεργαστεί με παρόχους τεχνολογίας (προμηθευτές εξοπλισμού και πρώτων υλών), κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε σχετική εξειδίκευση κλαδικών δραστηριοτήτων.

– Στον ύπαιθρο χώρο, από την αγροτική παραγωγή πρέπει να πάμε στην πολυδραστηριότητα, ώστε να καθετοποιηθεί τοπικά η παραγωγή αξίας, αναπτυχθεί η επωνυμία του προϊόντος και η ταυτότητα του τόπου και συνδεθεί οργανικά με συμπληρωματικές δραστηριότητες βιομηχανικής μεταποίησης και τεχνολογικής υποστήριξης.

Αμφίπλευρη παρέμβαση του κράτους στης πλευρές της «παροχής» και της «ζήτησης»

Ο ρόλος της κρατικής παρέμβασης δεν μπορεί πια να περιορίζεται στην πλευρά της παροχής πόρων και ενίσχυσης τεχνολογικής και ερευνητικής δραστηριότητας. Από τη μία πρέπει να αναπτυχθούν υποδομές τεχνολογικής δραστηριότητας, σε συνεργασία με τις παραγωγικές συστάδες, εξειδικευμένες με βάση τις ανάγκες μιας επιθετικής πολιτικής καινοτομίας προϊόντος. Αυτές οι υποδομές δεν είναι απαραίτητο να είναι κρατικές, ούτε να αφορούν απαραίτητα σε νέους φορείς. Μπορούν να είναι συλλογικές δομές στο πρότυπο της Τρίτης Ιταλίας, ή να αφορούν σε μακροπρόθεσμα ανοικτά προγράμματα που θα αξιοποιούν υφιστάμενες υποδομές, μοχλεύοντας παράλληλα την αλλαγή προσανατολισμού τους από τον ακαδημαϊσμό σε πιο πολύπλευρη δραστηριότητα. (αυτό προϋποθέτει και αλλαγή του τρόπου αξιολόγησης της ερευνητικής δραστηριότητας).

Από την άλλη η κρατική παρέμβαση μπορεί να διαδραματίσει κρίσιμο, στρατηγικό ρόλο στην πλευρά της ζήτησης. Αυτό μπορεί να γίνει με τρεις βασικούς τρόπους:

– Πολιτική προμηθειών: οι προδιαγραφές προμηθειών πρέπει να αποτελέσουν ένα αποτελεσματικό εργαλείο προσέλκυσης καινοτομικής δραστηριότητας, ώστε μέσα από τη διαμόρφωσή τους να ωθούνται οι προμηθευτές να αναπτύσσουν προϊόντα, λύσεις και εν τέλει ικανότητες που θα τους καθιστούν πρωτοπόρους διεθνώς. Η διαδικασία καθορισμού μέσα από μηχανισμούς διαβούλευσης και ο χρονισμός εισαγωγής τους σε συνδυασμό με συμπληρωματικές ενέργειες και μέτρα στην πλευρά της παροχής-προσφοράς μπορεί να έχει σημαντικά αποτελέσματα σε αγορές όπως οι κατασκευές, ο εξοπλισμός, οι ΑΠΕ κ.λπ.

– Ρυθμιστικές παρεμβάσεις στην κατανάλωση: σε αντίθεση με την παθητική αντιμετώπιση των προδιαγραφών στην λογική φθοροποιού διευκόλυνσης και προστασίας των εγχώριων παραγωγών ο ευρύτερος χώρος της κατανάλωσης μπορεί να αποτελέσει πεδίο ενεργούς παρέμβασης με σκοπό την προετοιμασία και ανάπτυξη προϊόντων που θα ανταγωνίζονται με βάση την αξία και όχι την τιμή.

– Επενδύσεις σε υποδομές κλπ.: ένα νέο πρόγραμμα επενδύσεων σε δημόσιες υποδομές θα πρέπει να ξεφύγει από τη λογική του τι μπορούμε να κάνουμε και να εστιάσει στο τι πραγματικά χρειάζεται και πώς κατά την επένδυση θα αναπτυχθούν τεχνολογίες και ικανότητες που μπορούν να αξιοποιηθούν και σε άλλες εφαρμογές και – κυρίως θα μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εξαγωγικής δραστηριότητας.

Η λογική των παραπάνω είναι να σχεδιασθούν στρατηγικοί θύλακες αγοράς, οι οποίοι θα μπορούν να αποτελέσουν προνομιακό πεδίο μάθησης για εγχώριους παραγωγούς.

Ανάδειξη νέων υποκειμένων

Το βασικό, θεμελιώδες πρόβλημα αφορά στο ποιες θα είναι οι δυνάμεις που θα υλοποιήσουν τη μετάβαση σε ένα νέο παραγωγικό σύστημα, στο πλαίσιο ενός νέου μοντέλου ανάπτυξης με τους κοινωνικούς και περιβαλλοντικούς όρους που απαιτούμε. Είναι ιστορικά και εμπειρικά βιωμένο ότι οι κυρίαρχες σήμερα δυνάμεις έχουν περιορισμένες δυνατότητες. Προφανώς υπάρχουν δυναμικές, καινοτόμες, εξωστρεφώς ανταγωνιστικές μονάδες, με ισχυρές και καλλιεργούμενες ικανότητες, αλλά δεν αποτελούν τον κανόνα.

Τα νέα υποκείμενα παραγωγικής δραστηριότητας θα πρέπει να τα αναζητήσουμε σε δύο «οικοσυστήματα-κοινότητες-κινήματα» που συγκροτούνται ήδη.

Το πρώτο αφορά ένα οικοσύστημα νέας επιχειρηματικότητας, διακριτής και σχετικά ξένης με το υφιστάμενο, το οποίο όμως ιδεολογικά συγγενεύει με αυτό. Βασικό χαρακτηριστικό του είναι ότι συγκεντρώνεται κυρίως σε τομείς τεχνολογικής αιχμής (κυρίως λογισμικό, μικρο-ηλεκτρονική και λίγο σε βιολογία, φάρμακο) καθώς και σε ορισμένους τομείς όπως η γεωργία. Σήμερα το οικοσύστημα είναι ποικίλο και διεθνοποιημένο, αλλά όχι σε επαρκή βαθμό. Χαρακτηρίζεται από αδύναμη θεσμική πύκνωση, περιορισμένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση, αγορές και τεχνολογικές υποδομές ενώ αντιμετωπίζεται ως εξωτικό προϊόν από κράτος και τράπεζες. Είναι δυνατή η εξάπλωσή του και σε άλλους τομείς παραγωγικής δραστηριότητας. Απαιτείται συγκροτημένη ενισχυτική παρέμβαση, που θα εστιάζει στη μόχλευση δραστηριοτήτων και θεσμών και – πολύ σημαντικό – στην ανάπτυξη πόλων δραστηριότητας σε περιφερειακό επίπεδο.

Το δεύτερο αφορά στο κίνημα νέων συνεταιρισμών (συνεργατικού χαρακτήρα σε αντιπαράθεση με την προβληματική παράδοση των αγροτικών συνεταιρισμών) που είτε με την ωρίμανση της συνείδησης είτε με το παράδειγμα άλλων στην Ελλάδα και στο εξωτερικό (Λατινική Αμερική και κυρίως το Mondragon) συνθέτουν το πρόβλημα παραγωγής και κατανάλωσης με το ζήτημα της δημοκρατίας και της οικολογίας. Σε αυτό προστίθενται και τα εγχειρήματα αυτοδιαχείρισης σε υφιστάμενες επιχειρήσεις και παλιού τύπου συνεταιρισμούς (ΔΩΔΩΝΗ, ΒΙΟΜΕΤ, ΣΕΚΑΠ), πολύ κρίσιμα κατά τη γνώμη μου για να αποτελέσουν αντικείμενο παρέμβασης και υποστήριξης.

Τα βασικά ζητήματα που αντιμετωπίζει το νέο συνεταιριστικό κίνημα είναι: έλλειψη θεσμικού πλαισίου, ειδικά για ζητήματα μικτών συνεταιρισμών, απουσία τεχνικής υποστήριξης και οργανωμένης παρέμβασης και ελλείψεις στη ικτύωση και συνεργασία μεταξύ των συνεταιριστικών εγχειρημάτων.

Οι δυνατότητες αυτής της κατεύθυνσης είναι σημαντικές. Το νέο και το έμπειρο ανθρώπινο δυναμικό υπάρχει. Οι εν δυνάμει δραστηριότητες αφορούν το σύνολο του φάσματος παραγωγικής δραστηριότητας. Η πολιτική κατεύθυνση και ενίσχυση πρέπει να αφορά στην ενίσχυση της παραγωγής νέων θέσεων εργασίας, με όρους ευνοϊκούς για την εργασία και στην ανάπτυξη δραστηριοτήτων που θα έχουν σημαντικό στοιχείο καινοτομικής δραστηριότητας, παραγωγής γνώσης κοκ.

Ειδική κατηγορία αποτελούν οι καταναλωτικοί συνεταιρισμοί, οι οποίοι μπορούν να διαδραματίσουν στρατηγικό ρόλο τόσο στη διάδοση και εμπέδωση των αξιών του συνεργατισμού, όσο και στη συγκέντρωση ισχύος και ρευστότητας που μπορεί να κατευθυνθεί στην ενίσχυση παραγωγικών εγχειρημάτων. Το διεθνές συνεταιριστικό κίνημα έχει ισχυρές δομές και υποδομές και έχει επανειλημμένα εκφράσει τη βούληση να υποστηρίξει συγκεκριμένες πρωτοβουλίες και πολιτικές. Θα αποτελέσει κρίσιμο σύμμαχο μιας κυβέρνησης της αριστεράς που θα δέχεται επιθέσεις και εκβιασμούς και σε ότι αφορά τη λειτουργία του παραγωγικού και οικονομικού συστήματος.

Ένα τρίτο υποκείμενο που θα αποτελέσει σημαντικό σύμμαχο είναι εκείνο το τμήμα των ΜμΕ που αναπτύσσουν παραγωγική δραστηριότητα και έχουν την πρόθεση να επενδύσουν σε παραγωγικές επενδύσεις και ανθρώπινο δυναμικό. Αποτελούν κρίσιμο παραγωγικό δυναμικό που δεν μπορεί να αφεθεί να καταρρεύσει ούτε να διαβρωθεί. Εδώ απαιτούνται εργαλεία διαρθρωτικής παρέμβασης ώστε: να ενισχυθεί η καινοτομική δραστηριότητα και οι κάθετες, διακλαδικές συνεργασίες, να αναπτυχθούν κρίσιμες υποδομές τεχνικής και επιχειρηματικής υποστήριξης (όχι απαραίτητα κρατικές) και να υπάρξουν πολιτικές στήριξης της διαδοχής (σε απογόνους, εργαζομένους ή μέσω συγχωνεύσεων με άλλες ΜμΕ).

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΤΑΜΠΟΥΛΗΣ

Λέκτορας, Τμ. Οικονομικών Επιστημών Παν. Θεσσαλίας

Advertisements