ανάπτυξη, παραγωγική ανασυγκρότηση και κυβέρνηση της αριστεράς

PHOTO-18«Ανάπτυξη 0,6% το 2014» προβλέπει σύμφωνα με τον ελληνικό τύπο το ΔΝΤ, ενώ με 3,3% θα «τρέχει» η ελληνική οικονομία το 2018. Η εκτίμηση αφορά βέβαια σε αύξηση του ΑΕΠ, αναφέρεται δηλαδή στη μεγέθυνση της ελληνικής οικονομίας. Ο στενός ορισμός της ανάπτυξης (development) με όρους αγοράς και η ταύτισή της με την οικονομική μεγέθυνση (economic growth) είναι συνήθης, χαρακτηριστικό παράδειγμα η πρόσφατη υποβάθμιση της Ελλάδας από την MSCI, από αναπτυγμένη σε αναπτυσσόμενη (ή ορθότερα αναδυόμενη) αγορά, με βάση το μέγεθος, τη ρευστότητα και τις διευκολύνσεις κεφαλαίου καθώς και το νομικό καθεστώς. Ποια είναι όμως η διαφορά των δύο εννοιών, και ποια από τις δύο πρέπει πραγματικά να μας απασχολεί στο σχεδιασμό της οικονομικής / αναπτυξιακής πολιτικής μιας αριστερής κυβέρνησης;

Η οικονομική μεγέθυνση μετράται κυρίως με βάση τους οικονομικούς δείκτες του ΑΕΠ (του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος αλλά και του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος), συνολικού και κατά κεφαλήν, ενίοτε λαμβάνοντας υπόψη και την ισοτιμία αγοραστικής δύναμης (Purchasing Power Parity). Τα μεγέθη αυτά παραβλέπουν μια σειρά από κριτήρια και δείκτες, ποσοτικούς και ποιοτικούς, που ορίζουν την ανάπτυξη σε μια χώρα. Τέτοιοι δείκτες είναι για παράδειγμα η κατανομή του πλούτου, η φορολογία και οι δημόσιες δαπάνες για δημόσια αγαθά, η ανεπίσημη οικονομία (συμπεριλαμβανόμενης της αυτοκατανάλωσης και της ανεπίσημης ανταλλαγής), το ποσοστό συμμετοχής στην οικονομία του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, η εξάρτηση της οικονομίας από ένα ή περιορισμένα προϊόντα και κλάδους, και τα οφέλη αλλά και οι αρνητικές εξωτερικότητες που σχετίζονται με την ορθή ή μη περιβαλλοντική διαχείριση. Επιπλέον, μία σειρά ποιοτικών δεικτών, όπως η βρεφική θνησιμότητα και το προσδόκιμο ζωής, ο αλφαβητισμός και οι δείκτες εκπαίδευσης εν γένει, οι δείκτες διαφθοράς, οι εγκληματολογικοί δείκτες, οι δείκτες χειραφέτησης (Gender Empowerment Measure, Gender-related Development Index) κοκ. Γίνεται λοιπόν κατανοητό ότι η έννοια της ανάπτυξης είναι κατά πολύ περιεκτικότερη και ενδεικτικότερη της κατάστασης όχι μόνο της οικονομίας αλλά και της κοινωνίας μιας χώρας.

Με βάση το δείκτη ανθρώπινης ανάπτυξης (HDI) του Προγράμματος των Ηνωμένων Εθνών για την Ανάπτυξη (UNDP), που περιλαμβάνει δεδομένα για το προσδόκιμο ζωής, την εκπαίδευση και το εισόδημα, η Ελλάδα κατατάσσεται συστηματικά στις χώρες με «πολύ υψηλή ανθρώπινη ανάπτυξη», στη θέση 29 για το 2013, σημειώνοντας όμως μείωση, σε αντίθεση με τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες που κατατάσσονται υψηλότερα και με αυξητικές τάσεις. Επιπλέον, στο διορθωμένο ως προς την ανισότητα δείκτη (IHDI), η Ελλάδα καταγράφει μόνο για το 2013 μείωση 11.5%, σημειώνοντας συνεχή πτώση την τελευταία τριετία. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι με βάση το λόγο «εισόδημα του πλουσιότερου 10% του πληθυσμού προς το εισόδημα του φτωχότερου 10% του πληθυσμού» των Ηνωμένων Εθνών, η Ελλάδα παρουσιάζει μεγαλύτερη εισοδηματική ανισότητα όχι μόνο από τις χώρες της ΕΕ, αλλά και από χώρες όπως η Ινδία, το Πακιστάν, η Αιθιοπία, το Μπαγκλαντές, η Αίγυπτος και το Μπενίν.

Η ενδεχόμενη, λοιπόν, ανάκαμψη και μεγέθυνση της ελληνικής οικονομίας δεν συνεπάγεται αυτομάτως τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων, καθώς δεν εξασφαλίζει την οικειοποίηση από τους εργαζόμενους της αύξησης του παραγόμενου προϊόντος. Αντιθέτως, οι εφαρμοζόμενες κυβερνητικές πολιτικές λιτότητας και εσωτερικής υποτίμησης της εργασίας επιδεινώνουν συστηματικά τη θέση των εργαζομένων, αυξάνοντας ταυτόχρονα τα κέρδη των επιχειρήσεων ακόμα και σε συνθήκες παρατεταμένης ύφεσης (Ιωακείμογλου, Success Story, Αυγή 08.06.13).

To σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης μιας κυβέρνησης της Αριστεράς, επομένως, θα πρέπει να έχει ως γνώμονα την ανάπτυξη και όχι τη μεγέθυνση της οικονομίας, να είναι δηλαδή ταυτόχρονα και σχέδιο κοινωνικής ανασυγκρότησης, στοχεύοντας εκτός από την ανάκαμψη των οικονομικών δεικτών και στη βελτίωση της θέσης των εργαζομένων, όχι μόνο σε ό,τι αφορά τους μισθούς, τα επιδόματα και τη μείωση της ανεργίας, αλλά και στη βελτίωση όλων των επιμέρους δεικτών ανάπτυξης. Οι βασικοί άξονες ενός τέτοιου σχεδίου παραγωγικής και κοινωνικής ανασυγκρότησης, που διαπερνούν οριζόντια όλους τους κλάδους της οικονομίας μπορούν να συνοψισθούν ως εξής:

Έμφαση στην εκπαίδευση και την υγεία: η αναβάθμιση της δημόσιας εκπαίδευσης σε όλες τις βαθμίδες αλλά και του εθνικού συστήματος υγείας, και ιδιαίτερα της πρωτοβάθμιας περίθαλψης, διασφαλίζει την ουσιαστική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου όλων των πολιτών. Επιπλέον, η αναβαθμισμένη δημόσια εκπαίδευση μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στην καλλιέργεια μιας διαφορετικής αντίληψης για την οικονομία και την παραγωγή (περιβαλλοντική συνείδηση, συνεργατική αντίληψη), αλλά και να διασφαλίζει άρτια εκπαιδευμένο και υψηλού επιπέδου ανθρώπινο δυναμικό.

Περιβαλλοντικά βιώσιμη ανάπτυξη: πέρα από ένα πρόγραμμα συγκεκριμένων δράσεων που αφορούν τον τομέα του περιβάλλοντος και της ενέργειας (περιβαλλοντική ανακαίνιση κτηρίων, οικιακά φωτοβολταϊκά, διαχείριση και επεξεργασία απορριμμάτων), το σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης πρέπει να προωθεί τον οικολογικό μετασχηματισμό της παραγωγής και την εξοικονόμηση ενέργειας σε όλους τους κλάδους και όλα τα στάδια της παραγωγής, με ιδιαίτερη έμφαση στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας αξιοποιώντας τα πλεονεκτήματα τόσο των φυσικών πόρων (ηλιακή και αιολική ενέργεια) αλλά και το υψηλά εξειδικευμένο αργούν ανθρώπινο δυναμικό.

Έμφαση στην έρευνα και τις νέες τεχνολογίες: Η ενθάρρυνση της χρήσης νέων τεχνολογιών σε όλους τους τομείς της οικονομίας, και η ταυτόχρονη στήριξη του κλάδου της τεχνολογίας συγκεκριμένα, με αυξημένη χρηματοδότηση για έρευνα και δράσεις στήριξης των νέων επιστημόνων, μπορεί να αποφέρει σημαντικά αποτελέσματα, τόσο στην αύξηση και βελτίωση της παραγωγής και την αύξηση του εισοδήματος, όσο και στη μείωση της ανεργίας. Επιπλέον, σε συνδυασμό με τους υπόλοιπους άξονες (π.χ. έρευνα προσανατολισμένη στις ΑΠΕ ή στην τεχνολογία της υγείας), και με την τεχνολογική αναβάθμιση της δημόσιας διοίκησης μπορεί να έχει καταλυτικό ρόλο στην αναβάθμιση της ποιότητας ζωής του πληθυσμού συνολικότερα.

Αλλαγή του τρόπου οργάνωσης της παραγωγής: Κομβικό ρόλο στην παραγωγική και κοινωνική ανασυγκρότηση έχει ο λεγόμενος τομέας της «κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας». Τα εγχειρήματα και οι δομές κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας, συνεταιρισμοί παραγωγών, συνεταιρισμοί καταναλωτών, συνεργατικά εγχειρήματα αυτοδιαχείρισης παραγωγικών μονάδων, δομές και κινήματα αλληλέγγυας οικονομίας, προωθούν μια διαφορετική αντίληψη για την οργάνωση της οικονομίας και της κοινωνίας από τους ίδιους τους εργαζόμενους. Προτάσσουν την ισότιμη συμμετοχή, τη δημοκρατία στη λήψη αποφάσεων, τη συλλογική διαχείριση, την ισότιμη διανομή του αποτελέσματος, την οργάνωση και αλληλοϋποστήριξη των δομών. Η προώθηση αυτού του τρόπου οργάνωσης της παραγωγής, από τους ίδιους τους εργαζόμενους και με στόχο το συλλογικό όφελος και όχι το ατομικό κέρδος, δεν έχει μόνο θετικά αποτελέσματα στη μείωση της ανεργίας και στην αύξηση του εισοδήματος, αλλά αμφισβητεί τον πυρήνα των καπιταλιστικών σχέσεων εξουσίας. Εξάλλου, ο κομμουνισμός δεν είναι παρά η κοινωνία των ελεύθερα συνεταιρισμένων παραγωγών.

Η ατζέντα ανάπτυξης της κυβέρνησης Σαμαρά στοχεύει αποκλειστικά στη μεγέθυνση της οικονομίας, με την εφαρμογή πολιτικών σκληρής λιτότητας που, όχι απλώς παραβλέπουν όλους τους υπόλοιπους δείκτες ανάπτυξης, αλλά έχουν ως αποτέλεσμα την επιδείνωσή τους, τόσο στο οικονομικό (μείωση μισθών, αύξηση ανεργίας) όσο και στο κοινωνικό επίπεδο (διάλυση κοινωνικού κράτους, παιδείας, υγείας, καταστροφή περιβάλλοντος). Ακόμα λοιπόν και αν επιτευχθεί ο στόχος της μεγέθυνσης για το 2014, αυτό θα γίνει επιβαρύνοντας ακόμα περισσότερο τη θέση της εργασίας προς όφελος του κεφαλαίου. Αντίθετα, η αναπτυξιακή πολιτική της Κυβέρνησης της Αριστεράς, πρέπει να εστιαστεί σε ένα σχέδιο παραγωγικής και κοινωνικής ανασυγκρότησης, που θα στοχεύει στο συνολικό μετασχηματισμό της οικονομίας και της κοινωνίας, με έμφαση στη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των εργαζόμενων και όχι στη μεγέθυνση των οικονομικών δεικτών, και ταυτόχρονα στη μετατόπιση του συσχετισμού δύναμης μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, μετατόπιση που θα επιτρέπει την ανάπτυξη των αγώνων από καλύτερες θέσεις και με διαρκώς διευρυνόμενες προοπτικές.

ΣΤΕΦΑΝΙΑ ΓΕΩΡΓΑΚΑΚΟΥ–ΚΟΥΤΣΟΝΙΚΟΥ

Οικονομολόγος, Τμ. Οικονομικής Πολιτικής ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ

ΜΙΧΑΛΗΣ ΝΙΚΟΛΑΚΑΚΗΣ

Κοινωνιολόγος, Επιστ. Συνεργάτης ΚΟ ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ

Advertisements