Αστικές αναπλάσεις; ναι, αλλά για ποιους;

photo-20Ειδήσεις από το κέντρο της Αθήνας διαδέχονται η μια την άλλη, πλέκοντας μια μυθολογία που σχεδόν έχει αυτονομηθεί από την πραγματικότητα. Κάποιες περιοχές σηματοδοτούνται ως επικίνδυνα γκέτο, ως άντρα εγκληματικότητας με ύποπτους ξένους που καταλαμβάνουν το δημόσιο χώρο και εκτοπίζουν τους ντόπιους. Άλλες πάλι ανυψώνονται σε συμβολικές σφαίρες, γίνονται αντικείμενα πολεοδομικών φαντασιώσεων και υπερφίαλων παρεμβάσεων. Ο ισοπεδωτικός λόγος που τονίζει την παραβατικότητα και την εξαθλίωση, την υποβάθμιση και ερήμωση, που γενικεύει το εντοπισμένο, που συγχέει αιτία και αποτέλεσμα, πιέζει συνεχώς προς εύρεση δυναμικών λύσεων.

Η ανακούφιση της κοινής γνώμης, όπως τουλάχιστον τη μεταδίδουν και τη διαμορφώνουν τα ΜΜΕ, είναι έντονα αισθητή κάθε φορά που ανακοινώνεται ένα ακόμη μεγαλόπνοο έργο πολεοδομικών παρεμβάσεων. Έγινε με το Rethink Athens, έγινε και πιο τελευταία με τις αναπλάσεις στην περιοχή του Μεταξουργείου. Με την οικονομική, πολιτιστική και κοινωνική κρίση να βαθαίνει μέρα με τη μέρα, και με έναν ολοένα και πιο αποδεκτό ξενοφοβικό δημόσιο λόγο, είναι πάρα πολύ δύσκολο να μιλήσει κανείς με ψυχραιμία για το τι συμβαίνει στον αστικό σχεδιασμό στην Αθήνα. Όλοι και όλες μας καταφεύγουμε σε υποθέσεις, πιστεύοντας πως μπορούμε να μαντέψουμε τις κρυφές προθέσεις των άλλων. Όμως οι αστικές αναπλάσεις είναι συνήθως πιο σύνθετες και δεν επιτρέπουν μονοσήμαντες ερμηνείες.

Η αστική ανάπλαση αναφέρεται συνήθως στην αναβάθμιση του κτιριακού αποθέματος ή της υποδομής μιας περιοχής. Μπορεί να έχει (εκφρασμένο ή μη) στόχο και μια παρέμβαση στην κοινωνική της σύνθεση ή αντίστροφα να στοχεύει στη διατήρησή της. Στην Ευρώπη του κράτους-πρόνοιας οι αναπλάσεις είναι αντικείμενο κεντρικού πολεοδομικού σχεδιασμού. Προϋποθέτουν σημαντικό κρατικό προϋπολογισμό κυρίως για την κάλυψη νέων υποδομών ή για την προσφορά εξισορροπητικών κοινωνικών μέτρων. Συμπεριλαμβάνει όμως και πόρους για αποζημιώσεις από επεμβάσεις στην ιδιοκτησία, για οικονομικά κίνητρα (κυρίως φορολογικές ελαφρύνσεις) σε επενδυτές, ιδιοκτήτες κ.λπ. Αντίστροφα, κι αυτό είναι σημαντικό, όσοι εμπλέκονται στις αναπλάσεις δεσμεύονται και από αυστηρούς κανόνες: περιορισμοί τιμών ακινήτων ή ύψους ενοικίων, προσφορά κοινωνικών ή τεχνικών υποδομών, φροντίδα του δημόσιου χώρου κ.λπ. Και κράτος και ιδιώτες επενδύουν, κι ενώ οι δεύτεροι προσβλέπουν στο κέρδος, το πρώτο στοχεύει σε βελτίωση της περιοχής. Σε αυτή την ισορροπία βασίζεται η λογική των μέτρων αστικής ανάπλασης. Με ένα συρρικνωμένο κράτος η εξάρτηση από τον ιδιώτη θα είναι πολύ μεγαλύτερη, κάνοντας τη ζυγαριά να κλίνει πολύ επικίνδυνα προς τη μια μερά. Αξίζει τον κόπο όμως να κοιτάξει κανείς πόσες δυνατότητες έχει ακόμη το κράτος (κυρίως μέσα από την πολεοδομική νομοθεσία και τη διαδικασία αδειοδότησης) να θέσει τους όρους της ιδιωτικής επένδυσης. Το ότι τo κράτος «δεν μπορεί» είναι περισσότερο ιδεολογική τοποθέτηση παρά ερμηνεία της πραγματικότητας.

Από τις αναπλάσεις επωφελούνται πολλοί και με διάφορους τρόπους: Αυξάνει η αξία των ακινήτων, αναβαθμίζεται ο δημόσιος χώρος, τονώνεται το αίσθημα (πραγματικής ή φανταστικής) ασφάλειας, βελτιώνεται η ποιότητα ζωής στο άμεσο περιβάλλον, αναβαθμίζεται αισθητικά αλλά και συμβολικά η περιοχή και πολλά άλλα.

Όμως διαβάζοντας τα παραπάνω θα έλεγε κανείς πως οι αναπλάσεις παράγουν μόνον κερδισμένους. Κάθε άλλο. Και η διαδικασία της ανάπλασης, αλλά και το αποτέλεσμά της είναι σε θέση να εκτοπίσουν σημαντικά τμήματα των πιο ευάλωτων κατοίκων. Σε πόλεις όπως η Αθήνα που ένα μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού έχει καταφύγει σε ημιπαράνομες ή εντελώς παράνομες μορφές κατοικίες (καταλήψεις άδειων κτιρίων, υπόγεια, αποθήκες κ.λπ.) μια διαδικασία αναβάθμισης σημαίνει γι’ αυτούς συνήθως, όχι βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης, αλλά βίαιο εκτοπισμό. Η δε αύξηση των τιμών ακινήτων παράγει γρήγορα θύματα ανάμεσα σε όλους όσους πληρώνουν ενοίκιο, κατοίκους και τοπικές επιχειρήσεις. Γι’ αυτό και συνήθως εκεί που γίνονται αναπλάσεις υπάρχει και νομικός περιορισμός των ενοικίων ή και πρόβλεψη για κατασκευή εναλλακτικών κατοικιών με χαμηλά ενοίκια (π.χ. κοινωνικές κατοικίες) μέσα στην ίδια περιοχή. Συχνά σε περιπτώσεις που το κράτος δεν είναι σε θέση να κάνει αυτήν την επένδυση, η υποχρέωση αυτή μεταφέρεται στους ιδιώτες, με απρόβλεπτες επιπτώσεις.

Όταν οι αστικές αναπλάσεις δεν συμπεριλαμβάνονται σε έναν ευρύτερο πολεοδομικό σχεδιασμό, συνήθως είναι προϊόντα πίεσης ιδιωτών που έχουν επενδύσει το κεφάλαιό τους σε ακίνητα. Αυτό επηρεάζει και την όλη διαδικασία λήψης αποφάσεων καθώς και τις διαπραγματεύσεις κράτους-ιδιώτη. Οι περιπτώσεις που κάτοικοι και τοπικές επιχειρήσεις συμμετέχουν σε αυτήν τη διαδικασία δεν είναι σπάνιες, παραμένουν όμως πολύ άνισες. Εκτός από λίγες εξαιρέσεις (εκεί που ο επενδυτής χρειάζεται ένα μέρος των κατοίκων με το μέρος του για την αναβάθμιση της περιοχής), συνήθως οι συμμετοχικές διαδικασίες δυσκολεύουν τον ιδιώτη καθώς οι τοπικές φωνές είναι ένας μη προβλέψιμος παράγοντας. Γι’ αυτό και η συμμετοχή συνήθως είναι περιορισμένη σε τόπους με ισχυρά κοινωνικά κινήματα ή με μια σημαντική προϊστορία συμμετοχικών διαδικασιών στον αστικό σχεδιασμό. Όμως κι εδώ ισχύει ένας σημαντικός περιορισμός: η πρόσβαση στο δημόσιο λόγο (κύρια προϋπόθεση για τη συμμετοχή) είναι πολύ άνιση. Αυτή η ανισότητα έχει φύλο, τάξη, προέλευση, ηλικία και γλωσσική ικανότητα.  Δεν είναι τυχαίο πως δημόσιες διαβουλεύσεις συνήθως κυριαρχούνται από νέους ντόπιους άντρες. Η συμμετοχή είναι (σχεδόν πάντα) συμμετοχή των λίγων ικανών.

Τίποτα από τα παραπάνω δεν αναιρεί την ανάγκη να βελτιωθούν γειτονιές της πόλης, απλώς περιπλέκουν σημαντικά τις φαινομενικά εύκολες απαντήσεις. Βάζοντας τους κατοίκους (και τις τοπικές επιχειρήσεις) και την καθημερινότητά τους στο κέντρο της σκέψης μας για τις πολεοδομικές παρεμβάσεις, αναδεικνύονται πολύ διαφορετικά θέματα από αυτά που απασχολούν τη δημόσια συζήτηση για την πόλη. Κύριο ζητούμενο παραμένει το ερώτημα «σε ποιον ανήκει η πόλη» με τα πολλά του παρακλάδια: Ποιος ελέγχει το δημόσιο λόγο και ποιος είναι ο ρόλος του στον αστικό σχεδιασμό; Ποιος αποφασίζει για τις παρεμβάσεις και με τι στόχο; Ποιος κερδίζει τελικά και ποιος χάνει; Είναι ανάγκη να προσεγγιστούν προσεκτικά αυτά τα ερωτήματα αν είναι να βρεθούν λύσεις. Αντίθετα μια συζήτηση που μιλάει για ένα αφηρημένο «κοινό καλό» κουκουλώνει τα ζητήματα της άνισης πρόσβασης στην κατοικία, στην εργασία και στις υπηρεσίες – στην πόλη και στη δημόσια σφαίρα.

ΑΡΗΣ ΚΑΛΑΝΤΙΔΗΣ

Δρ. Πολεοδόμος

Advertisements