ένα αριστερό και οικολογικό πολιτικό σχέδιο για την ανθρωπιστική κρίση και την κρίση της πόλης

photo-9Συνέντευξη με την Ελένη Πορτάλιου, Δημοτική σύμβουλο Αθηναίων και Καθηγήτρια ΕΜΠ

Πώς δραστηριοποιούνται ιστορικά τα οικολογικά κινήματα πόλης;

Το οικολογικό κίνημα και τo κίνημα για το περιβάλλον και την ποιότητα ζωής συγκλίνουν σταδιακά, μετά την πρώτη μαζικού χαρακτήρα εμφάνισή τους στις αρχές της δεκαετίας του 1980, με κύριο θέμα το νέφος στην Αττική. Τροφοδοτούνται από τον επιστημονικό οικολογικό λόγο, συναντώνται με τη ριζοσπαστική αριστερά που αμφισβητεί τα κυρίαρχα αναπτυξιακά πρότυπα και αποκτούν ευρύτερα κοινωνικά ερείσματα στη δεκαετία του 1990.

Έκτοτε το οικολογικό ή περιβαλλοντικό κίνημα ενδυναμώνεται συνεχώς, δίνει μάχες που κερδίζει, δικτυώνεται πανελλαδικά και θέτει μείζονα ζητήματα όπως: η προστασία των δασών, η υπεράσπιση των ελεύθερων δημόσιων χώρων, η υποστήριξη των δημόσιων μέσων μεταφοράς, η προστασία και ο δημόσιος χαρακτήρας των ακτών, η προστασία περιοχών μεγάλης περιβαλλοντικής αξίας, η διαφύλαξη της γεωργικής γης και η αντίθεση σε μεγάλα έργα (εκτροπή του Αχελώου, αυτοκινητόδρομοι στον Υμηττό). Το κίνημα επιζητεί φιλοπεριβαλλοντικές νομοθετικές ρυθμίσεις και επικαλείται συχνά το Ρυθμιστικό Σχέδιο Αθήνας.

Το κίνημα κατά της διεξαγωγής των Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα είχε ως αφετηρία την αντιπαράθεση στη δόμηση μεγάλων εκτάσεων δημόσιας γης. Συν τω χρόνω επεκτάθηκε σε θέματα διασπάθισης του δημοσίου χρήματος – με αποτέλεσμα το επαχθές χρέος – ανατροπής των εργασιακών σχέσεων, περιστολής της δημοκρατίας και κριτικής του αθλητικού προτύπου των ντοπαρισμένων αθλητών. Μετά το 2004 ο αγώνας συνεχίστηκε με τη διεκδίκηση της δημόσιας χρήσης των Ολυμπιακών Ακινήτων και την αποτροπή νέας δόμησης.

Τι παρακαταθήκη άφησε η προηγούμενη περίοδος ανάπτυξης του δημόσιου λόγου για την ποιότητα ζωής, ιδιαίτερα στην Αθήνα, πριν και μετά το 2004;

Έχει σημασία να τονίσουμε ότι το κίνημα για την προστασία του περιβάλλοντος δεν έδρασε επί ματαίω. Δημιούργησε ένα ευρύ ιδεολογικό ρεύμα που αμφισβήτησε τα κυρίαρχα αναπτυξιακά και καταναλωτικά πρότυπα, προέβαλε τις αρχές της ήπιας χρήσης των φυσικών πόρων, της ανακύκλωσης και της επανάχρησης, τελικά τη συμβιωτική, έναντι της κατακτητικής/ εκμεταλλευτικής, σχέση του ανθρώπου με τη φύση. Ήδη από τη δεκαετία του 1990 έχει τεθεί το θέμα της καταστροφής του κλίματος και της επιβίωσης του πλανήτη. Η πρώτη μεγάλη συγκέντρωση στο Σύνταγμα για την ανάσχεση της κλιματικής αλλαγής οργανώθηκε κυρίως από τοπικά περιβαλλοντικά κινήματα. Το κίνημα δίνει, επίσης, τη μάχη κατά των μεταλλαγμένων, σε επαφή με το Ευρωπαϊκό και Παγκόσμιο Φόρουμ, θέτοντας το παγκόσμιο διατροφικό πρόβλημα και την κυριαρχία των μεγάλων πολυεθνικών στην αγροτική παραγωγή. Υποστηρίζει τη βιολογική γεωργία και κτηνοτροφία.

Το οικολογικό/περιβαλλοντικό κίνημα άφησε σημαντική πολιτική παρακαταθήκη, που δεν μπορεί να εξανεμίσει η σημερινή μνημονιακή λαίλαπα. Στο θεσμικό πεδίο λειτούργησε αποτρεπτικά, υπερασπιζόμενο περιβαλλοντικά κεκτημένα και καταφεύγοντας συχνά στο ΣτΕ για να αποτρέψει περιβαλλοντικά εγκλήματα. Δεν είναι τυχαίο ότι, παρά την αντιοικολογική θύελλα που ακολούθησε, αρχικά η κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου, με υπουργό την Τ. Μπιρμπίλη, διαχώρισε τα δημόσια έργα από το περιβάλλον, δημιουργώντας το ΥΠΕΚΑ στη θέση του ΥΠΕΧΩΔΕ και πάγωσε προς στιγμή νομοσχέδια που είχαν υποστεί δριμεία κριτική από το οικολογικό κίνημα.

Ακολούθησαν τα μνημόνια, η τρόικα και, στο πλαίσιο αυτό, η κατ’ ευφημισμόν πράσινη ενεργειακή πολιτική, η υποχώρηση σε όλα τα περιβαλλοντικά θέματα, τελικά η εγκατάσταση στο ΥΠΕΚΑ του πιο αδίστακτου μνημονιακού υπουργού  Γ. Παπακωνσταντίνου.

Σήμερα ακυρώνονται κατακτήσεις και επιβάλλονται νέοι κοινωνικοί αποκλεισμοί.

Η σημερινή περίοδος της γενικευμένης μνημονιακής επίθεσης έχει ως κύρια χαρακτηριστικά την εκποίηση μεγάλων εκτάσεων δημόσιας γης και την ιδιωτικοποίηση της διαχείρισης κοινωνικών αγαθών όπως το νερό, την αποδέσμευση των «επενδύσεων» από κάθε περιβαλλοντική προδιαγραφή, την κερδοσκοπία στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, την αντισυνταγματική νομιμοποίηση των αυθαιρέτων και την ιδιότυπη δήμευση της μικρής ιδιοκτησίας. Παρά την υπερεπάρκεια νεόδμητων και παλαιών κατοικιών, η κρίση στέγης αποκτά διαστάσεις λόγω της δραματικής μείωσης των εισοδημάτων.

Πώς εκφράζεται και εξυπηρετείται στο τοπικό και αυτοδιοικητικό επίπεδο η μνημονιακή νεοφιλελεύθερη αντεπίθεση;

Στο δήμο Αθηναίων η νεοφιλελεύθερη πολιτική εκφράζεται με την κατάρρευση εκτεταμένων περιοχών του κέντρου και των συνοικιών. Η ύφεση έχει πλήξει το Ιστορικό Εμπορικό Τρίγωνο, ενώ περιοχές όπως του Ψυρρή, που είχαν μέσω της ελεύθερης αγοράς απομακρύνει χρήσεις κατοικίας και μικρής παραγωγής, ερημώνουν. Παρά τις «επιχειρήσεις σκούπας» – των μεταναστών, του υπαίθριου εμπορίου, των χρηστών εξαρτησιογόνων ουσιών και των αστέγων – η φτώχεια εξακολουθεί να περιβάλλει το κέντρο της πόλης και ενίοτε εισχωρεί στην καρδιά του. Από την Ομόνοια μέχρι τις ιστορικές δυτικές συνοικίες και σε εκτεταμένους θύλακες περιοχών, όπως η Κυψέλη και τα Πατήσια, η πόλη βρίσκεται σε εγκατάλειψη. Αυτό σημαίνει ότι το αποκεντρωμένο κοινωνικό κράτος έχει πάψει να λειτουργεί. Η μείωση κατά 60% των θεσμοθετημένων πόρων της αυτοδιοίκησης και οι επιλογές της πλειοψηφίας του κ. Καμίνη για τη διαχείριση του μειωμένου προϋπολογισμού υπέρ ισχυρών και ημετέρων οικονομικών συμφερόντων, έχουν συρρικνώσει και υποβαθμίσει τις κοινωνικές υποδομές της πόλης (βρεφονηπιακοί σταθμοί, σχολεία, ΚΑΠΗ, χώροι πολιτισμού και αθλητισμού), με προοπτική εκτεταμένες ιδιωτικοποιήσεις. Ο δημόσιος χώρος στις λαϊκές περιοχές δε συντηρείται ούτε καν καθαρίζεται. Η Αθήνα είναι μια λαϊκή πόλη και δεκάδες χιλιάδες δημότες βιώνουν τις συνθήκες της ανθρωπιστικής κρίσης.

Οι κινήσεις αλληλεγγύης και τα συνεργατικά σχήματα που αναπτύσσονται σε πολλές πόλεις προσπαθούν να αντιμετωπίσουν καθημερινές βιοτικές ανάγκες ολοένα και περισσότερων κατοίκων. Μπορούμε να εντάξουμε παρόμοιες πρακτικές στην ανορθωτική πολιτική πρόταση της αριστεράς;

Οι Κινήσεις Αλληλεγγύης όπως και το Κίνημα Χωρίς Μεσάζοντες έχουν ήδη γράψει ιστορία, καλύπτοντας βασικές κοινωνικές ανάγκες σε θέματα τροφής, υγείας, παιδείας, πολιτισμού.

Πρέπει, όμως, να γνωρίζουμε ότι, παρά τη διαρκή επέκτασή τους, τα παραπάνω δίκτυα αλλά και οι ανάλογοι νεοσύστατοι θεσμοί των δήμων δεν καλύπτουν παρά ελάχιστο μέρος των σημερινών αναγκών. Μιλώντας ειδικότερα για το δήμο Αθηναίων, το ΚΥΑΔΑ – βασικός φορέας αντιμετώπισης της φτώχειας – όπως και οι άλλοι τομείς κοινωνικής πολιτικής δεν ανταποκρίνονται, λόγω υποχρηματοδότησης, στις αυξανόμενες ανάγκες. Κονδύλια εκατομμυρίων διατίθενται σε άλλες προτεραιότητες. Κραυγαλέο παράδειγμα αποτελεί η χρηματοδότηση με 4,5 εκατ. ευρώ της αποκατάστασης κτηρίου του ΕΒΕΑ, όταν οι θέσεις για άστεγους σε άθλια ξενοδοχεία δεν φτάνουν τις 150.

Σε αντιπαράθεση με τα παραπάνω, η Ανοιχτή Πόλη προτείνει ένα αριστερό και οικολογικό πολιτικό σχέδιο με δύο σκέλη, που αντιμετωπίζει ταυτόχρονα την ανθρωπιστική κρίση και την κρίση της πόλης : α. επαναλειτουργία και ανανέωση όλων των κοινωνικών υπηρεσιών που αποτελούν προϋπόθεση ζωής για τις λαϊκές τάξεις  β. εκτεταμένες αναπλάσεις  του δημόσιου χώρου και του οικιστικού αποθέματος της Αθήνας. Η χρηματοδότηση αυτού του σχεδίου θα γίνει βασικά με την απόδοση των ΚΑΠ και με πόρους του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων και του ΕΣΠΑ, ενεργοποιώντας παράλληλα ιδιωτικούς πόρους. Το πρόγραμμα θα βασιστεί στις δημοτικές υπηρεσίες του δήμου και θα δημιουργήσει θέσεις εργασίας για μεγάλο αριθμό ειδικοτήτων, ενισχύοντας νέες μορφές κοινωνικής οικονομίας.

Advertisements