Ελληνικό: πεδίο σύγκρουσης πολιτικών προτεραιοτήτων

 

photo-18Το τελευταίο διάστημα το Ελληνικό βρίσκεται διαρκώς, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, στην επικαιρότητα. Από την πλευρά της κυβέρνησης και των κυρίαρχων ΜΜΕ υποστηρίζεται με κάθε τρόπο ο διαγωνισμός του ΤΑΙΠΕΔ για την προσέλκυση επενδυτών που βρίσκεται σε εξέλιξη, επικεντρώνοντας τη συζήτηση στα «έσοδα» που θα προκύψουν από «την αξιοποίηση του Ελληνικού», στην «ανάπτυξη που θα έρθει στον τόπο» και στις «θέσεις εργασίας που θα δημιουργηθούν». Την ίδια στιγμή όμως που αγνοούν με επιδεικτικό τρόπο την ιστορία της έκτασης, το έργο όλων όσων έχουν ασχοληθεί με το Ελληνικό, τους κοινωνικούς αγώνες που έχουν συνδεθεί με το χώρο και μαζί βέβαια τις ανάγκες των κατοίκων της Αθήνας, το μέτωπο ενάντια στην εκποίηση του Ελληνικού διευρύνεται με νέες δυνάμεις και το αίτημα για τη δημιουργία μητροπολιτικού πάρκου αποκτά νέα δυναμική.

Από τις δημόσιες εξαγγελίες στο έλλειμμα πολιτικής βούλησης

Η συζήτηση για το μέλλον του Ελληνικού ξεκινά τη δεκαετία του ΄70, όταν γίνονται οι πρώτες ρυθμίσεις για τη μετεγκατάσταση του διεθνούς αεροδρομίου της Αθήνας αλλά ζωηρεύει στα μέσα της δεκαετίας του ΄90 όταν λαμβάνονται οι οριστικές αποφάσεις για τη δημιουργία νέου αεροδρομίου στα Σπάτα. Και ενώ με νομοθετική ρύθμιση κατοχυρώνεται ως κύριος προορισμός του Ελληνικού «η δημιουργία μητροπολιτικού χώρου πρασίνου» (Ν.2338/1995) και επί δύο δεκαετίες γίνονται αλλεπάλληλες κυβερνητικές εξαγγελίες, στην πράξη δεν λαμβάνεται καμία πρωτοβουλία για την υλοποίησή του. Απεναντίας, αμέσως μετά την απομάκρυνση του αεροδρομίου το 2001 και χωρίς κανένα σχεδιασμό, ο χώρος κατακερματίζεται με αποσπασματικές επαναχρήσεις κτιρίων και χωροθετήσεις νέων χρήσεων, με αποκορύφωμα τις εγκαταστάσεις που κατασκευάστηκαν για τις ανάγκες των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004.

Την περίοδο των μεγάλων έργων και δυναμικής ανάπτυξης του τομέα των ακινήτων προκηρύσσεται το 2003 από το ΥΠΕΧΩΔΕ και τον ΟΡΣΑ διεθνής αρχιτεκτονικός διαγωνισμός για το Ελληνικό, στις προδιαγραφές του οποίου, εκτός από τη δημιουργία πάρκου, προβλέπεται η πολεοδομική ανάπτυξη 1.000 στρ. σε σύνολο 5.300 στρ. του πρώην αεροδρομίου, με νέα δόμηση συνολικής επιφάνειας 1.325.000 τ.μ. Η πρόταση του πρώτου βραβείου αποτελεί τη βάση για το σχέδιο που θα παρουσιάσει το 2007 το ΥΠΕΧΩΔΕ, συνδυάζοντάς το μάλιστα με την κατασκευή νέων μεγάλων οδικών αξόνων στην Αττική. Το σχέδιο τελικά θα ναυαγήσει χάρη σε ένα κύμα αντιδράσεων από την αντιπολίτευση, την αυτοδιοίκηση, περιβαλλοντικές οργανώσεις, πανεπιστήμια και κινήματα πόλης. Η αποτροπή της υλοποίησης των σχεδιασμών του ΥΠΕΧΩΔΕ ενδυνάμωσε περαιτέρω το στόχο της δημιουργίας μητροπολιτικού πάρκου στο Ελληνικό, συσπειρώνοντας σημαντικές δυνάμεις. Έτσι γεννήθηκε και η πρόταση του Εργαστηρίου Αστικού Περιβάλλοντος ΕΜΠ, στην οποία συγκλίνουν σήμερα οι δήμοι της περιοχής, και η οποία υποστηρίζεται από το επίσημο όργανο των δήμων της Αττικής, επιστημονικούς φορείς, συλλογικότητες και πρωτοβουλίες πολιτών.

Το Ελληνικό στην εποχή του μνημονίου

Το ξέσπασμα της κρίσης αποτέλεσε μία πρώτης τάξης αφορμή για να ξεχαστούν πολιτικές δεσμεύσεις δεκαετιών και να δρομολογηθεί η «θυσία» και του Ελληνικού στο βωμό του δημόσιου χρέους. Το έδαφος προετοιμάζεται με τις απευθείας διαπραγματεύσεις της κυβέρνησης με το Κατάρ το 2011 και με το χρυσοπληρωμένο «σχέδιο Acebillo» που εμφανίζεται τον ίδιο χρόνο, ενώ με το μεσοπρόθεσμο το Ελληνικό μπαίνει και επίσημα στο πρόγραμμα ιδιωτικοποίησεων της χώρας για την αποπληρωμή του δημόσιου χρέους. Το ΤΑΙΠΕΔ, ο φορέας που έχει δημιουργηθεί για να υλοποιήσει το πρόγραμμα των ιδιωτικοποίησεων, λειτουργώντας σε ένα καθεστώς πλήρους αδιαφάνειας και με αποκλειστικά οικονομικά κριτήρια (τι σόι άραγε και αυτά;), προκηρύσσει στα τέλη του 2011 διαγωνισμό για την προσέλκυση επενδυτών για την έκταση 6.300 στρ. που περιλαμβάνει το πρώην αεροδρόμιο του Ελληνικού και την παραλία του Αγ. Κοσμά. Ταυτόχρονα ψηφίζεται ο νόμος για την «αξιοποίηση του Ελληνικού» (Ν.4062/2012) που διαμορφώνει ένα ευέλικτο πλαίσιο για την εντατική εκμετάλλευση του ακινήτου, με 3.700.000 τ.μ. νέας δόμησης, κάθε είδους χρήσεις (εκτός βιομηχανίας!) και μοναδική επιδίωξη την κατοχύρωση των συμφερόντων των επενδυτών.

Η έκταση του Ελληνικού, όπως άλλωστε και το σύνολο του παράκτιου μετώπου της Αττικής, αντιμετωπίζεται ως μία έκταση γυμνή από χρήσεις, χωρίς καμία σχέση με την πόλη και την κοινωνία, χωρίς καμία αναφορά στους σχεδιασμούς και τις κοινωνικές διεκδικήσεις, χωρίς κανένα συνολικό όραμα. Στο πλαίσιο μιας υπερνεοφιλελεύθερης προσέγγισης, έχουν προκληθεί σοβαρές τριβές ακόμα και μεταξύ όσων εμπλέκονται στην ιδιωτικοποίηση του Ελληνικού, με αποκορύφωμα την πρόσφατη απομάκρυνση από τη θέση του προέδρου της ΕΛΛΗΝΙΚΟ Α.Ε. (της εταιρείας που έχει αναλάβει τη διαχείριση του Ελληνικού από την πλευρά του κράτους), εξαιτίας των διαφωνιών του απέναντι στους χειρισμούς του ΤΑΙΠΕΔ. Ως επιστέγασμα των κυβερνητικών επιλογών για το Ελληνικό, είναι ότι παραδίδεται στους επενδυτές «με τεράστια προίκα», καθώς υπάρχει η δέσμευση να καλυφθεί με κρατικούς πόρους το κόστος υλοποίησης συνοδευτικών έργων υποδομής (οδικοί άξονες, δίκτυα, κ.λπ.) και μετεγκατάστασης δεκάδων φορέων του δημοσίου που αυτή τη στιγμή βρίσκονται στο χώρο. Επαναλαμβάνεται για άλλη μια φορά, μια πολυφορεμένη ιστορία: ιδιωτικοποίηση των κερδών, κοινωνικοποίηση του κόστους!

Επιλογή ενός «άλλου» μοντέλου αστικής ανάπτυξης

Η πρόταση για το μητροπολιτικό πάρκο στο Ελληνικό, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί από το Εργαστήριο Αστικού Περιβάλλοντος ΕΜΠ και την αυτοδιοίκηση, προβλέπει τη δημιουργία ενός δημόσιου και κοινόχρηστου μητροπολιτικού πάρκου υψηλού πρασίνου για όλους τους κατοίκους και τους επισκέπτες της Αθήνας, αναβαθμίζοντας συνολικά τις περιβαλλοντικές συνθήκες και βελτιώνοντας άμεσα την ποιότητα ζωής στην πόλη. Ταυτόχρονα, πλήθος υφιστάμενων κτιρίων και εγκαταστάσεων επαναχρησιμοποιούνται για χρήσεις αθλητισμού, πολιτισμού και έρευνας. Η τμηματική ανάπτυξη του πάρκου καθιστά οικονομικά εφικτή την υλοποίησή του, καθώς τα έσοδα που θα προκύψουν από επιμέρους χρήσεις μπορούν να αξιοποιηθούν για την ολοκλήρωση και τη συντήρηση του πάρκου. Είναι άλλωστε κάτι που με τις δυνάμεις που διαθέτουν κάνουν εδώ και χρόνια η αυτοδιοίκηση και τα τοπικά κινήματα.

Η πρόταση αυτή για το μητροπολιτικό πάρκο έχει χαρακτηριστεί από πολλούς ανέφικτη για λόγους οικονομικούς, καταδικασμένη σε αποτυχία για λόγους διαχείρισης και ανεπαρκής για λόγους πολεοδομικής συγκρότησης. Εκεί πάνω πατάνε άλλωστε –μεμονωμένες ή μη– φωνές από όλους τους πολιτικούς και κοινωνικούς χώρους που διατυπώνουν ανώδυνα σενάρια για «αξιοποίηση» του συνόλου ή τμήματος της έκτασης.

Όμως τελικά η συζήτηση για το μέλλον του Ελληνικού συνδέεται άμεσα με το μοντέλο αστικής ανάπτυξης που επιθυμούμε για την Αθήνα. Απέναντι στα αδιέξοδα ενός μοντέλου που γεννά φτώχεια, ανισότητες και αδικία, η πρόταση για τη δημιουργία μητροπολιτικού πάρκου αναφέρεται σε ένα μοντέλο αστικής ανάπτυξης που έχει ως κεντρικό άξονα την κοινωνική και περιβαλλοντική δικαιοσύνη. Προτείνεται η προσέγγιση της δημόσιας γης ως κοινού πόρου αντί για εμπόρευμα, της κοινωνίας ως κεντρικού μετόχου στη λήψη και την υλοποίηση των αποφάσεων για την πόλη αντί για τον αποκλεισμό της, του χωρικού σχεδιασμού ως διαδικασίας σύνθεσης αναπτυξιακών στόχων με κοινωνικές ανάγκες και την προστασία του περιβάλλοντος αντί για εργαλείο κατοχύρωσης επενδυτικών συμφερόντων. Σε μια μελλοντική στροφή της ελληνικής κοινωνίας, η δημιουργία μητροπολιτικού πάρκου στο Ελληνικό, ώριμη από καιρό, μπορεί να αποτελέσει βασικό σημείο αναφοράς για την Αθήνα, με ιδιαίτερη συμβολική και πολιτική αξία.

ΦΕΡΕΝΙΚΗ ΒΑΤΑΒΑΛΗ

Δρ. Αρχιτέκτων – Πολεοδόμος

 

Advertisements