διάλογοι για τα «μικρά» υδροηλεκτρικά έργα

ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΝΔΡΙΩΤΗΣ, μέλος της Γραμματείας Τμήματος Ενέργειας ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ

Εδώ και αρκετό καιρό αναπτύσσεται στο χώρο της Αριστεράς ένας διάλογος για τα θέματα των υδροηλεκτρικών έργων. Ο διάλογος αυτός είναι φυσικά θεμιτός και μπορεί να αποβεί γόνιμος, αν οι διαφορετικές απόψεις που συμμετέχουν έχουν ειλικρινή διάθεση προωθητικών συνθέσεων, χωρίς εμμονές σε δογματικά επιχειρήματα.

Ένα από τα βασικά ερωτήματα που διατυπώνονται είναι αν υπάρχει επιστημονικό κριτήριο για το διαχωρισμό μικρών και μεγάλων έργων ώστε να κατατάσουμε στις ΑΠΕ μόνο τα πρώτα.

Κατ’ αρχήν η υδροηλεκτρική τεχνολογία είναι ίδια στη θεωρία της (μετατροπή της δυναμικής ενέργειας του νερού σε μηχανική και στη συνέχεια σε ηλεκτρική), είτε για έργο 18 KW, είτε 18 εκατομ. KW (το μεγαλύτερο που κατασκευάζεται τώρα στην Κίνα).

Το κριτήριο που ισχύει τώρα είναι μόνο το μέγεθος της ισχύος. Είναι ένα διοικητικό όριο, που θέτει η νομοθεσία χωρίς επιστημονική τεκμηρίωση, για να διαχωρίσει τον τρόπο πληρωμής της παραγόμενης ενέργειας. Δηλαδή κάτω από το όριο η ενέργεια απορροφάται κατά προτεραιότητα και πληρώνεται με διοικητικά ρυθμιζόμενη τιμή, ενώ πάνω από το όριο η απορρόφηση και η πληρωμή της διαμορφώνεται από την «ελεύθερη» αγορά. Στη χώρα μας ήταν αρχικά 5 MW, έγινε αργότερα 10 MW και σήμερα είναι 15 MW. Κανείς δεν μπορεί να υποστηρίξει επιστημονικά, ότι υπάρχει ποιοτική διαφορά ενός έργου 15 MW από ένα έργο 16 MW, ώστε το ένα να κατατάσσεται στις ΑΠΕ και το άλλο όχι. Το έργο του Λούρου (10 MW) ήταν το μεγαλύτερο υδροηλεκτρικό έργο της χώρας, όταν κατασκευάστηκε και τώρα κατατάσσεται στα μικρά. Το αναρρυθμιστικό φράγμα Αγ. Βαρβάρας στον ποταμό Αλιάκμονα είναι ένα μεγάλο φράγμα, στο οποίο υπάρχει και ένα μικρό υδροηλεκτρικό 0,7 MW. Το μεγαλύτερο υδροηλεκτρικό έργο της χώρας (Κρεμαστά 437 MW) είναι πολύ «μικρό» σε σχέση με το κινέζικο έργο που αναφέραμε (18.000 MW). Θα μπορούσαν να αναφερθούν πολλά ακόμη παραδείγματα που δείχνουν πόσο αυθαίρετο και αντιεπιστημονικό κριτήριο είναι το μέγεθος της ισχύος, το οποίο (με ποια δικαιολογία;) δεν ισχύει για άλλες μορφές ΑΠΕ, όπως η αιολική.

Θα μπορούσε να υιοθετηθεί διαφορετικό κριτήριο όπως το ύψος του φράγματος υδροληψίας; Υπάρχουν πολλά παραδείγματα (ορισμένα όπως του Λούρου με φράγμα 30 μ. και της Αγ. Βαρβάρας με φράγμα 15 μ. αναφέρθηκαν), που απαντούν αρνητικά σε αυτή τη δυνατότητα.

Τα προηγούμενα τουλάχιστον αμφισβητούν την επιστημονικότητα της διάκρισης του χαρακτήρα μικρών/μεγάλων υδροηλεκτρικών (αν είναι ανανεώσιμα ή όχι) με βάση οποιοδήποτε φυσικό μέγεθος. Η μόνη διάκριση που προέρχεται από το μέγεθος είναι ο χαρακτηρισμός σε ήπιες μορφές ή όχι, πράγμα που αφορά όλες τις ΑΠΕ και όχι μόνο τα υδροηλεκτρικά.

Η μόνη ποιοτική διάκριση που αντικειμενικά υπάρχει είναι μεταξύ των έργων με ταμιευτήρα, που μπορεί να ρυθμίσει τη λειτουργία τους και των έργων χωρίς ταμιευτήρα, που λειτουργούν σύμφωνα με τη φυσική ροή, χωρίς δυνατότητα ρύθμισης. Τα έργα με ταμιευτήρα είναι έργα διαχείρισης νερού, που εξυπηρετούν πολλούς σκοπούς (αντιπλημμυρική προστασία, αρδεύσεις, υδρεύσεις κ.λπ., μεταξύ των οποίων και η ενέργεια), ενώ τα έργα χωρίς ταμιευτήρα είναι κυρίως ενεργειακά. Η ενέργεια που παράγουν έχει διαφορετικό χαρακτήρα (στα πρώτα είναι εγγυημένη, στα δεύτερα βραχυπρόθεσμα προβλέψιμη). Αλλά, όπως απάντησε ο αρμόδιος Ευρωπαίος Επίτροπος σε σχετική ερώτηση του Ν. Χρυσόγελου, «η υδροηλεκτρική ενέργεια είναι ανανεώσιμη πηγή ενέργειας, η οποία δεδομένου ότι βασίζεται στην αξιοποίηση του φυσικού κύκλου του νερού δεν θα εξαντληθεί ποτέ, σε αντίθεση με τις μη ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με το άρθρο 2 εδάφιο α΄ της Οδηγίας για τις ΑΠΕ, το σύνολο της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από αυτές τις πηγές θεωρείται ως ανανεώσιμη μορφή ενέργειας».

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, Περιφερειακός Σύμβουλος Ηπείρου, μέλος της Γραμματείας Τμήματος Περιβάλλοντος ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ

Η σαφής διάκριση μεταξύ των –απορριπτέων– μεγάλων και των μικρών υδροηλεκτρικών είναι δεδομένη για το οικολογικό κίνημα και όχι μόνο γι’ αυτό. Ωστόσο η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα προϋποθέτει την έρευνα σημαντικών παραμέτρων, οι οποίες ασφαλώς δεν είναι «τεχνικές» και ουδέτερες αλλά συνδέονται ευθέως με τη διαδικασία ιδιωτικοποίησης της παραγωγής ενέργειας στη χώρα μας αλλά και το ειδικό βάρος του κατασκευαστικού κεφαλαίου. Ας αναφερθούμε με συντομία στις σημαντικότερες από τις παραμέτρους αυτές:

Μέγεθος. Μέχρι το 1999 το νομικό όριο στη χώρα μας μεταξύ μικρών και μεγάλων ΥΗΣ ήταν 5 MW ενώ σήμερα, μετά από 2 διαδοχικές αυξήσεις, βρίσκεται στα 15, πολύ μεγαλύτερο από ό,τι ισχύει στη συντριπτική πλειοψηφία των χωρών της Ε.Ε.

Τεχνολογία. Υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ των σταθμών παραγωγής, που εκμεταλλεύονται τη φυσική ροή του νερού, και αυτών που το αποθηκεύουν σε ταμιευτήρες, απαιτούν την κατασκευή φραγμάτων και διακόπτουν, λιγότερο ή περισσότερο, τον υδάτινο κύκλο. Είναι ευνόητο ότι οι πρώτοι είναι πάντα μικρής ισχύος.

Χωροθέτηση. Το Ειδικό Χωροταξικό για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας θεσμοθετεί την εντατική εκμετάλλευση των ποταμών της ορεινής Ελλάδας. Τόσο η επιτρεπόμενη πυκνότητα, οι ελάχιστες δηλαδή αποστάσεις μεταξύ διαδοχικών έργων στο ίδιο υδατόρευμα όσο και η ανεμπόδιστη χωροθέτησή τους σε περιοχές κρίσιμες για τη βιοποικιλότητα και το τοπίο (λ.χ. περιοχές Νatura) αλλά και η υπεροχή του ΕΧΣ έναντι αντίθετων καθεστώτων χρήσεων γης μετατρέπουν την προσεκτική και διάσπαρτη χρήση σε γενικευμένο κανόνα χωρίς τα απαραίτητα όρια.

Αξιολόηγηση συνεπειών. Όταν στο βωμό της διευκόλυνσης των επενδυτών προβλέπεται η μερική εκτροπή ποταμών, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του Αώου, ή αποκλείεται ο χαρακτηρισμός «ύδατα αναψυχής» για ολόκληρα κομμάτια ποταμών στα Σχέδια Διαχείρισης των Υδατικών Διαμερισμάτων, γίνεται φανερή η επικινδυνότητα για την οικολογική διαχείριση και ισορροπία.

Συναίνεση τοπικών κοινωνιών. Εδώ πιά ψάχνουμε για ψύλλους στ’ άχυρα. Μάλιστα δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και αυτό το «χρύσωμα του χαπιού» που προβλέπει για τους κατοίκους των τοπικών κοινωνιών η νομοθεσία, η είσπραξη ανταποδοτικών τελών από έργα ΑΠΕ, δεν έχει ακόμη υλοποιηθεί.

Συμπερασματικά, η πηγή ενέργειας μπορεί να είναι ανανεώσιμη αλλά η εφαρμογή της σε αρκετές περιπτώσεις εγκυμονεί σοβαρότατες οικολογικές και κοινωνικές επιπτώσεις και η καταφατική απάντηση δεν είναι δεδομένη. Ένα μοντέλο διάδοσης των ΑΠΕ, αποκεντρωμένης παραγωγής ενέργειας και κοινωνικού ελέγχου και σχεδιασμού προϋποθέτει διαφορετικά χαρακτηριστικά από τα ισχύοντα σήμερα. Ας αγωνιστούμε, στο όνομα των «ανανεώσιμων» κερδών, να μη γίνουν αναλώσιμα τα ποτάμια μας.

Advertisements