θα ήταν ο Μαρξ θιασώτης του εξορυκτισμού;

του Eduardo Gudynas, ερευνητής στο CLAES (Latin America Centre of Social Ecology)
Αναδημοσίευση άρθρου από το «Ιnternational Viewpoint».
Ο Eduardo Gudynas ειδικεύεται σε θέματα αειφόρου  ανάπτυξης στο CLAES με έδρα την Ουρουγουάη.

photo-10Στη Λατινική Αμερική η εξορυκτική βιομηχανία μετάλλων και υδρογονανθράκων καθώς και οι μονοκαλλιέργειες, παραμένουν στο επίκεντρο, παρά το γεγονός ότι αναπαράγουν από τη μια το μοντέλο των εξαγωγέων πρώτων υλών και από την άλλη τις αντιστάσεις των πολιτών.

Αυτό το εξορυκτικό μοντέλο «ύπαρξης» εκφράζεται ταυτόχρονα τόσο από συντηρητικές, όσο και από προοδευτικές κυβερνήσεις. Ο «εξορυκτισμός» ελκύει νέες επεξεργασίες πολιτικής δικαιολόγησης. Μια από τις πιο χαρακτηριστικές είναι η επίκληση των κλασικών θεωρητικών του σοσιαλισμού, επιχειρηματολογώντας ότι εκείνοι δεν θα αντιτίθονταν στον εξορυκτισμό τον 21ο αιώνα, αλλά αντίθετα θα τον προωθούσαν.

Αναμφισβήτητα το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα υπήρξε ο πρόεδρος του Εκουαδόρ Ραφαέλ Κορέα, ο οποίος προκειμένου να υπερασπιστεί τον εξορυκτισμό έθεσε δύο «προκλητικές» ερωτήσεις: «Πού λέει το Κομμουνιστικό Μανιφέστο όχι στις εξορύξεις; Ποια σοσιαλιστική θεωρία είπε όχι στις εξορύξεις»; (Μάιος 2012).

Ο Κορέα επέκτεινε τον ισχυρισμό του, αφού πέραν των αναφορών στους Μαρξ και Ένγκελς πρόσθεσε και τη δική του συμπερασματική διαπίστωση ότι «παραδοσιακά οι σοσιαλιστικές χώρες υπήρξαν εξορυκτικές». Το μήνυμα που αναπαράγεται είναι ότι η θεωρητική βάση του σοσιαλισμού εδράζεται στο λειτουργικό-χρηστικό εξορυκτισμό και πρακτικά, οι χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού τον εφάρμοσαν με επιτυχία. Εάν η θέση του Κορέα είναι σωστή, σήμερα στη Λατινική Αμερική, οι Μαρξ και Ένγκελς θα ενθάρρυναν τις εξορύξεις, τις εκμεταλλεύσεις υδρογονανθράκων και τις μεγάλες εξαγωγικές μονοκαλλιέργειες.

Με το όνειρο ενός Μαρξ των εξορύξεων

Σταθμίζοντας την εγκυρότητα της ερώτησης του Κορέα, κανείς δεν μπορεί να προσδοκά ότι το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, γραμμένο στα μέσα του 19ου αιώνα, εμπεριέχει όλες τις απαντήσεις για όλα τα προβλήματα του 21ου αιώνα.

Όπως τονίστηκε από δύο από τους πιο γνωστούς Μαρξιστές του 20ου αιώνα, τους Λίο Χούμπερμαν και Πολ Σουίζι, από κοινού οι Μαρξ και Ένγκελς θεωρούσαν ότι οι αρχές του Μανιφέστου παρέμεναν σωστές, αλλά ότι το κείμενο είχε κάποια «ηλικία». «Ειδικότερα, αναγνώριζαν ότι τα μέσα με τα οποία ο καπιταλισμός θα επεκτεινόταν και θα εισήγαγε νέες χώρες και περιοχές στην κυρίαρχη τάση της σύγχρονης ιστορίας, θα οδηγούσαν απαρέγκλιτα στην ανάδυση προβλημάτων και μορφών ανάπτυξης που δεν είχαν ληφθεί υπόψη στο Μανιφέστο». Χωρίς αμφιβολία αυτή είναι η περίπτωση των χωρών της Λατινικής Αμερικής, στο πλαίσιο των οποίων θα ήταν χρήσιμο να εντάξουμε τόσο τα ερωτήματα όσο και τις απαντήσεις.

Συνεπώς, είναι απαραίτητο να αποσαφηνίσουμε εάν οι σοσιαλιστικές χώρες ήταν πράγματι εξορυκτικές. Αυτό δεν είναι ολοκληρωτικά αληθές, ενώ ταυτόχρονα στις τοποθεσίες όπου η εξορυκτική δραστηριότητα απέκτησε αυξημένη σημασία, σήμερα γνωρίζουμε ότι το περιβαλλοντικό, κοινωνικό και οικονομικό ισοζύγιο ήταν πολύ αρνητικό.

Δεν μπορούμε να αγνοήσουμε το γεγονός ότι πολλές από αυτές τις επιχειρηματικές δραστηριότητες, δεδομένου του υψηλού κοινωνικού και περιβαλλοντικού τους κόστους, καθίστανται πραγματοποιήσιμες μόνο όταν απουσιάζει επαρκής περιβαλλοντικός έλεγχος και όταν οι αντιστάσεις των πολιτών φιμώνονται με απολυταρχικά μέσα. Επίσης, δεν μπορούμε να μην σημειώσουμε ότι ο εξορυκτισμός, σοβιετικού τύπου, αποδείχθηκε ανίκανος να παράξει το οικονομικό και παραγωγικό άλμα που προέβλεπαν τα ίδια τα προγράμματα (πλάνα).

Σήμερα, οι προοδευτικοί υπέρμαχοι της ανάπτυξης υπερασπίζονται τον εξορυκτισμό, στοχεύοντας στην αξιοποίηση του οικονομικού οφέλους για τη χρηματοδότηση κοινωνικών προγραμμάτων και το μετασχηματισμό της παραγωγικής βάσης ώστε να συγκροτηθεί ένα νέο οικονομικό μοντέλο.

Το πρόβλημα που ανακύπτει είναι ότι κατά αυτόν τον τρόπο αναπτύσσεται μια αλληλεξάρτηση μεταξύ κοινωνικών προγραμμάτων και εξορυκτισμού. Αυτό συνεπάγεται ότι το ίδιο το κράτος γίνεται «εξορυκτικό», συμμετέχοντας ως εταίρος σε ποικίλες εξορυκτικές επενδυτικές δραστηριότητες, προσελκύοντας επενδυτές κάθε είδους, παρέχοντας ταυτόχρονα ποικίλες διευκολύνσεις (π.χ. υποδομές, εγκαταστάσεις). Χωρίς αμφιβολία συντελούνται αλλαγές στο γενικό φάσμα των «προοδευτικών», το πρόβλημα όμως έγκειται στο ότι οι κοινωνικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις εξακολουθούν και ενισχύουν το ρόλο των εθνικών οικονομιών ως εξαρτημένων προμηθευτών πρώτων υλών.

Ο ισχυρισμός ότι η διέξοδος από αυτή την εξάρτηση είναι εφικτή μέσω περισσότερου εξορυκτισμού είναι απίθανο να πραγματοποιηθεί. Δημιουργεί μια κατάσταση όπου η υπόσχεση της μετάβασης καθίσταται αδύνατη δια των ίδιων των συνεπειών του εξορυκτισμού σε μια πληθώρα επιπέδων: εκτόπιση της τοπικής βιομηχανίας, ανατίμηση του εθνικού νομίσματος και καταστολή των κοινωνικών αντιστάσεων. Η χρήση εργαλείων αναδιανομής του εισοδήματος έχει περιορισμένο πεδίο εφαρμογής, όπως καταδεικνύεται από τις επαναλαμβανόμενες κοινωνικές κινητοποιήσεις. Ταυτόχρονα όμως είναι και δαπανηρή, απολήγοντας στην ανάγκη των κυβερνήσεων για ακόμα περισσότερα νέα εξορυκτικά σχέδια.

Το «διάγγελμα» του Κορέα, παρότι «δύσκολο», στην πραγματικότητα δεν εδράζεται στις αρχές του Μαρξ που διατηρούν όλη την ισχύ τους στον 21ο αιώνα.

Ας ακούσουμε την προειδοποίηση του Μαρξ

Ο Μαρξ δεν απέρριπτε τις εξορύξεις και τη μεταλλευτική δραστηριότητα. Ούτε η πλειοψηφία των κοινωνικών κινημάτων τις απορρίπτει και εάν η επιχειρηματολογία και οι διεκδικήσεις τους εξεταστούν με προσοχή θα διαπιστωθεί ότι επικεντρώνονται σε ένα συγκεκριμένο τύπο επιχειρηματικής δραστηριότητας: μεγάλης κλίμακας, με τεράστιες εξορυσσόμενες ποσότητες, εντατικές και ανοικτού ορύγματος. Με άλλα λόγια δεν πρέπει να συγχέουμε τις εξορύξεις και τη μεταλλευτική δραστηριότητα με τον εξορυκτισμό.

Ο Μαρξ δεν απέρριπτε τις εξορύξεις, όμως ήταν εξαιρετικά σαφής για το πού θα έπρεπε να υπάρξουν αλλαγές. Από αυτή την άποψη υπάρχουν απαντήσεις στις ερωτήσεις του Κορέα: Ο Μαρξ διέκρινε μεταξύ «χυδαίου σοσιαλισμού» και «ουσιώδους» σοσιαλισμού και αυτή η διαφοροποίηση πρέπει να ληφθεί προσεκτικά υπόψη σήμερα.

Στην «Κριτική του Προγράμματος της Γκότα» ο Μαρξ υπενθυμίζει ότι η διανομή των μέσων κατανάλωσης είναι, στην πραγματικότητα, συνέπεια του τρόπου παραγωγής. Η παρέμβαση στην κατανάλωση δεν μετασχηματίζει τους τρόπους παραγωγής, αλλά είναι σε αυτό ακριβώς το επίπεδο, του τρόπου παραγωγής, στο οποίο οι πραγματικές αλλαγές πρέπει να συντελούνται. Ο Μαρξ προσθέτει: «Ο χυδαίος σοσιαλισμός […] κληρονόμησε από τους αστούς οικονομολόγους την αντίληψη να θεωρεί και να χειρίζεται τη διανομή ανεξάρτητα από τον τρόπο παραγωγής και έτσι να παρουσιάζει το σοσιαλισμό σαν να περιστρέφεται κυρίως γύρω στη διανομή».

Σε αυτό το σημείο εντοπίζεται η απάντηση στο ερώτημα του Κορέα: Ο Μαρξ, σήμερα στη Λατινική Αμερική, δεν θα ήταν θιασώτης του εξορυκτισμού, διότι αυτό θα σήμαινε την εγκατάλειψη του στόχου του μετασχηματισμού των όρων παραγωγής και τη μετατροπή του σε αστό οικονομολόγο. Αντίθετα, θα προωθούσε εναλλακτικούς τρόπους παραγωγής και αυτό θα σήμαινε, στο παρόν πλαίσιο, την κίνηση προς την υπέρβαση του εξορυκτισμού.

Σίγουρα η διορατικότητα του Μαρξ δεν επαρκεί προκειμένου να οργανωθεί η υπέρβαση και το τέλος του εξορυκτισμού, καθώς έζησε εντός του ιστορικού περιβάλλοντος κατίσχυσης των ιδεών της προόδου και της νεωτερικότητας, αναγνωρίζοντας όμως ταυτόχρονα τη σημασία και την ανάγκη ύπαρξης εναλλακτικών. Πράγματι, καθίσταται σαφές ότι τόσο οι προσαρμογές όσο και η ενίσχυση μηχανισμών αναδιανομής μπορεί να αντιπροσωπεύουν κάποια πρόοδο, παρά ταύτα παραμένει επιτακτική η ανάγκη υπέρβασης της εξάρτησης από τον εξορυκτισμό ως κεντρικού στοιχείου του σημερινού τρόπου παραγωγής. Το ζήτημα αυτό είναι απόλυτα σαφές, ο ίδιος ο Μαρξ καταλήγει: «από τη στιγμή που η πραγματική σχέση των πραγμάτων αποκαταστάθηκε, γιατί να πάμε πίσω»; Συνεπώς, γιατί συνεχίζουμε να εμμένουμε στο εξορυκτισμό;

μετάφραση-επιμέλεια:
ΠΕΤΡΟΣ ΨΑΡΡΕΑΣ

Advertisements