διάλογοι για τnν εκτροφή ζώων και το γουνεμπόριο

photo-9Πρόσφατα, με αφορμή εκδηλώσεις διαμαρτυρίας του φιλοζωικού κινήματος ενάντια σε εμπορικές εκθέσεις γούνας, αναζωπυρώθηκε ο δημόσιος διάλογος σχετικά με τις επιχειρηματικές δραστηριότητες που σχετίζονται με την παραγωγή και διακίνηση προϊόντων γούνας. Αυτές οι δραστηριότητες στηρίζουν σε μεγάλο βαθμό την ανάπτυξη περιοχών της Δυτικής Μακεδονίας, ιδιαίτερα της Καστοριάς και της Κοζάνης.

Ποιοι είναι οι λόγοι που το ζωοφιλικό κίνημα αντιστέκεται στο εμπόριο γούνας; Γιατί ακόμη και σήμερα, στο πλαίσιο της πολύπλευρης κρίσης, δεκάδες ομάδες και σύλλογοι αλλά και πολιτικές οργανώσεις και κόμματα ζητούν τη σταδιακή κατάργηση αυτής της δραστηριότητας;

Καταρχήν, τίθενται τα ζητήματα της ευζωίας των ζώων που εκτρέφονται για τη γούνα τους. Οι συνθήκες διαβίωσης των ζώων αυτών, όπως έχει επισημανθεί και σε ευρωπαϊκές εκθέσεις (πχ. http://goo.gl/zf50L) παρουσιάζουν σημαντικότατα προβλήματα: οι ακατάλληλοι κλωβοί και οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται για την εκτροφή γουνοφόρων έχουν ως αποτέλεσμα την υψηλή θνησιμότητα, σημαντικά προβλήματα νοσηρότητας, έντονες συμπεριφορές, δαγκώματα ή αυτοακρωτηριασμούς. Τα ζώα κακοποιούνται όσο ζουν, ενώ θα πρέπει να σταθούμε ιδιαίτερα στο «απάνθρωπο» του γεγονότος ότι τις περισσότερες φορές τα γδέρνουν ζωντανά!! Χωρίς αμφιβολία, οι συνθήκες στα εκτροφεία γουνοφόρων ζώων δεν επιτρέπουν τη φυσιολογική συμπεριφορά των ζώων, ενώ δεν μπορεί βεβαίως να γίνεται λόγος για ευζωία.

Επιπλέον η συγκεκριμένη επιχειρηματική δραστηριότητα σε μεγάλη κλίμακα επιβαρύνει το περιβάλλον, ενώ ελλοχεύουν πάντοτε σημαντικοί κίνδυνοι από την εισαγωγή ξενικών ειδών ζώων που εισάγονται από οικοσυστήματα άλλων ηπείρων – ιδιαίτερα εαν βρεθούν ελεύθερα στο φυσικό περιβάλλον. Δεν είναι όμως μόνο οι συνθήκες διαβίωσης και οι γενικότερες περιβαλλοντικές επιβαρύνσεις και κίνδυνοι από την εκτροφή ζώων για τη γούνα τους.

Οι ενστάσεις αφορούν επίσης και συνολικότερα τη «χρήση» ζώων για να παραχθεί ένα προϊόν ένδυσης που είναι εντελώς περιττό στην εποχή μας και δε συμβολίζει παρά την ανθρώπινη ματαιοδοξία. Τα ζώα, είναι αισθανόμενα όντα με εγγενή αξία. Υπάρχουν μόνο γι’ αυτά τα ίδια και διόλου για άλλα όντα, ούτε βέβαια για εξυπηρέτηση του ανθρώπου! Δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως προϊόντα προς εκμετάλλευση σε ένα γενικότερο σύστημα όπου απλώς αποτελούν πρώτη ύλη. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για το γουνεμπόριο, αλλά και συνολικά βεβαίως για τις εντατικές κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις μεγάλης, βιομηχανικής κλίμακας.

Σήμερα, σε παγκόσμιο επίπεδο υπάρχει η τάση για τον περιορισμό ή και την οριστική απαγόρευση της εκτροφής ζώων για τη γούνα τους. Ωστόσο, στην Ελλάδα βρισκόμαστε στον αντίποδα αυτών των εξελίξεων. Βλέπουμε να συνεχίζεται και να επεκτείνεται η στήριξη του τομέα γουνοπαραγωγής από την πολιτεία, ικανοποιώντας τα αιτήματα του κλάδου των εκτροφέων και χρηματοδοτώντας τους ουσιαστικά με χρήματα φορολογούμενων πολιτών, χωρίς μάλιστα αυτοί να έχουν ερωτηθεί αν συμφωνούν να στηρίζουν μια τέτοια δραστηριότητα.

Με πρόσφατες κυβερνητικές αποφάσεις η εκτροφή των γουνοφόρων ζώων εντάσσεται στις δραστηριότητες του πρωτογενούς τομέα και συνεπώς οι εγκαταστάσεις, ο εξοπλισμός και το ζωικό «κεφάλαιο» μπορούν να ενταχθούν σε επενδυτικά σχέδια πρωτογενούς παραγωγής με κοινοτική ή εθνική οικονομική ενίσχυση, ενώ παράλληλα «απλοποιήθηκαν» περαιτέρω οι διαδικασίες αδειοδότησης των σχετικών κτηνοτροφικών εγκαταστάσεων. Όλα αυτά προβάλλοντας το επιχείρημα ότι η εκτροφή γουνοφόρων ζώων αποτελεί από τους πιο «εξωστρεφείς» κλάδους της χώρας, που εξασφαλίζει σημαντικό εισόδημα και δημιουργεί θέσεις εργασίας, εν μέσω μάλιστα οικονομικής κρίσης…

Όμως η κοινή γνώμη θέτει πλέον στο στόχαστρο αυτό το μοντέλο ανάπτυξης που βασίζεται στη μονοκαλλιέργεια και την πλήρη εξάρτηση από τις διεθνείς αγορές, υπερβαίνει τη φέρουσα ικανότητα των περιοχών και έχει εξαιρετικά προβληματικές ηθικές διαστάσεις. Οι ευαισθητοποιημένοι πολίτες προβάλλουν το όραμα μιας κοινωνίας και οικονομίας με σεβασμό στο περιβάλλον και τα ζώα. Υπάρχουν διαφορετικές, βιώσιμες και αποδεκτές δραστηριότητες στο πλαίσιο ενός νέου παραγωγικού μοντέλου για τις περιοχές της Δυτ. Μακεδονίας, μιας περιοχής που προσφέρεται για την ανάπτυξη εναλλακτικών μορφών τουρισμού, βιολογικής γεωργίας, δραστηριοτήτων με επίκεντρο τη φυσική ομορφιά, την πολιτιστική κληρονομιά και η αξιοποίηση των ιστορικών μνημείων και παραδοσιακών οικισμών

Αποτελεί ευθύνη της πολιτείας η διερεύνηση των δυνατοτήτων και η χάραξη στρατηγικής για τη σταδιακή μετάβαση προς αυτό το στόχο, βεβαίως με την ενεργό συμμετοχή και συμπόρευση της τοπικής κοινωνίας, των επαγγελματιών και των εργαζομένων των περιοχών.

ΡΟΖΙΝΑ ΓΙΩΤΗ

μέλος τμήματος περιβάλλοντος και οικολογίας ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ

 

Η Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΚΥΑ) των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Αγροτικής Ανάπτυξης (ΦΕΚ 2486Β/12-9-2012) με την οποία ρυθμίζεται η αδειοδότηση εγκαταστάσεων εκτροφής γουνοφόρων ζώων, αναζωπύρωσε μια μακρά διαμάχη μεταξύ των εκτροφέων, των τοπικών κοινωνιών (ιδίως των περιοχών Καστοριάς και Κοζάνης) και των υπερμάχων των δικαιωμάτων των ζώων.

Για να αποφευχθούν κατ’ αρχήν κάποιες λάθος εντυπώσεις, διευκρινίζεται ότι η εν λόγω ΚΥΑ δεν επέβαλε κάποιο προνομιακό καθεστώς ή κάποιες ευνοϊκές ρυθμίσεις αδειοδότησης ειδικά για τα εκτροφεία γουνοφόρων. Τα ενέταξε όμως στο συνολικό κανονιστικό πλαίσιο του κλάδου της οικονομίας που αφορά στην εκτροφή και εκμετάλλευση ζώων, δηλαδή της κτηνοτροφίας. Άρα, με δεδομένη την ύπαρξη των εκτροφείων γουνοφόρων, είναι απόλυτα απαραίτητο να ενταχθούν σε ένα σύστημα δημόσιων ελέγχων ώστε η λειτουργία τους να διασφαλίζει «την προστασία του περιβάλλοντος και της δημόσιας υγείας, την υγιεινή και καλή διαβίωση των εκτρεφόμενων ζώων, τις ελάχιστες αποστάσεις μεταξύ κτηνοτροφικών εγκαταστάσεων και χώρων ή δραστηριοτήτων που χρήζουν προστασίας, καθώς και οικισμών και πηγών ύδατος και την ικανοποίηση των ζωοτεχνικών δεδομένων της εγκατάστασης».

Στο επίκεντρο της διαμάχης είναι το ρώτημα αν είναι οικολογικά ορθή η εκτροφή ζώων για δευτερεύουσες ή και πλαστές καταναλωτικές ανάγκες. Όμως, αν ορίσουμε ως αποκλειστικό κριτήριο επιτρεπόμενης κτηνοτροφικής δραστηριότητας την παραγωγή τροφής και δευτερευόντως τη χρησιμοποίηση των υποπροϊόντων (μαλλί, δέρμα κ.λπ.), μήπως θα έπρεπε να απαγορευτεί και η εκτροφή π.χ. στρουθοκαμήλων, ελαφιών, κροκοδείλων, καγκουρό κ.λπ. (τα δύο τελευταία όχι στη χώρα μας φυσικά) που προορίζονται για «γκουρμέ» ουρανίσκους και χοντρά πορτοφόλια;

Εξάλλου το τι ορίζεται ως κοινωνική ανάγκη έχει να κάνει και με τις συνθήκες ζωής. Για τους κατοίκους των βόρειων περιοχών δεν είναι βασική ανάγκη η ένδυση που να τους προστατεύει από πολικές θερμοκρασίες; Ή μήπως η «οικολογική» λύση είναι η συνθετική γούνα που προωθείται και από τη βιομηχανία μόδας και τις επιχειρήσεις συνθετικών ινών, υποπροϊόντων των ορυκτών καυσίμων;

Τελικά, υπάρχει ζήτημα «δικαιωμάτων των ζώων»; Ρητά και κατηγορηματικά ναι. Αλλά αφορά, δυστυχώς, σε πολύ μεγαλύτερο αριθμό και είδη εκτρεφόμενων ζώων. Η εξάπλωση της εντατικής κτηνοτροφίας σε όλο τον κόσμο, οι επιπτώσεις στην ευζωία των ζώων και στην ανθρώπινη υγεία, αλλά και τα περιορισμένα φυσικά αποθέματα του πλανήτη, καθιστούν την αντιμετώπιση κατεπείγουσα. Είναι καιρός να επιτευχθεί μια παγκόσμια δεσμευτική συμφωνία για να περιοριστεί ο πόνος στα ζώα και να μετριαστούν οι πολλές ακούσιες και ανεπιθύμητες συνέπειες από την εκτροφή τους, όσο και κατά τη μεταφορά και τη σφαγή τους.

Και με τα γουνοφόρα, τι θα γίνει; Η Ολλανδία που απαγόρευσε στις 18/12/2012 την εκτροφή των μινκ, θα εφαρμόσει την απόφαση την 1.1.2024 αναγνωρίζοντας την ανάγκη μεταβατικής περιόδου για την υλοποίησή της.

Στη χώρα μας και ιδίως σε ό,τι αφορά στη δική μας Αριστερά, ο διάλογος για την αλλαγή παραγωγικού μοντέλου και καταναλωτικών προτύπων που έτσι κι αλλιώς έχει ξεκινήσει, μπορεί να δώσει λύσεις και διεξόδους. Πάντα όμως με τη συμμετοχή και τη συναίνεση όλων των εμπλεκομένων μερών και των τοπικών κοινωνιών.

ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΤΣΙΝΟΠΟΥΛΟΥ

συντονίστρια τμήματος αγροτικής πολιτικής ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ 

Advertisements