η αλιεία την εποχή των μνημονίων

Η αλιεία αποτελεί ίσως την πιο ιδιαίτερη οικονομική δραστηριότητα των παράλιων περιοχών της Ευρώπης, αλλά και όλου του κόσμου. Πέρα από τη σημαντικότητα του επαγγέλματος για την οικονομική επιβίωση των τοπικών κοινωνιών αποτελεί και αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας, του πολιτισμού, αλλά και της αισθητικής των περιοχών αυτών. Ιδιαίτερα για την Ελλάδα, η αλιεία αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του πολιτισμού και ισχυρό στοιχείο διατήρησης του κοινωνικού ιστού και της ζωής στην πληθώρα των νησιών και των παράκτιων περιοχών της χώρας.

Μετά από τριάντα χρόνια εφαρμογής μιας αλιευτικής πολιτικής από την ΕΕ, από το 1983, που δεν κατάφερε να εναρμονίσει την ιδιαίτερη αυτή οικονομική δραστηριότητα με τη σημαντικότητα της προστασίας τόσο των θαλάσσιων οικοσυστημάτων όσο και των αποθεμάτων της, αποφασίστηκε η μεταρρύθμιση της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής. Η υπεραλίευση έχει φτάσει στο 80% περίπου στην Μεσόγειο και στο 47% στον Ατλαντικό, ενώ η πρώτη σε κατανάλωση ψαριού Ευρώπη πλέον δεν μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της. Η κατάσταση αυτή σε συνδυασμό με τη συνεχή υποβάθμιση των θαλάσσιων οικοσυστημάτων από ρυπογόνους παράγοντες, αλλά και τη μη βιώσιμη διαχείριση συνολικά του θαλάσσιου πλούτου, ολοκληρώνουν την εικόνα της καταστροφής για τον αλιευτικό κλάδο συνολικά στην Ευρώπη και ειδικά στην Ελλάδα.

Στην Ελλάδα η μεγάλη πλειοψηφία των αλιέων είναι μικρής κλίμακας, η λεγόμενη παράκτια αλιεία και αριθμεί περίπου 25.000 αλιείς. Ενώ υπάρχει και η μέσης κλίμακας αλιεία που αριθμεί περίπου 700 αλιείς. Η μέση αλιεία είναι και αυτή που κατηγορείται περισσότερο για σημαντικό μέρος της καταστροφής που έχει σημειωθεί τα τελευταία χρόνια λόγω κυρίως της χρήσης εργαλείων όπως η μηχανότρατα βυθού και τα γρι-γρι, που μπορούν να έχουν καταστρεπτικές επιπτώσεις σε σημαντικά οικοσυστήματα του βυθού.

Η νέα ΚΑλΠ, βάσει των τροποποιήσεων που υπερψηφίστηκαν θέτει ως κύριους στόχους, μεταξύ άλλων, την ανάκαμψη μέσω διαχειριστικών σχεδίων των υπεραλιευμένων ιχθυαποθεμάτων, την εξάλειψη των απορρίψεων και τη συνδιαχείριση με τη συμμετοχή όλων των εμπλεκομένων στο σχεδιασμό μέτρων προστασίας. Βέβαια η τόσο έντονη πλέον επιθυμία της ΕΕ να προστατευτεί η μικρής κλίμακας αλιεία θέτει και ερωτήματα, τα οποία θα πρέπει προσεκτικά να απαντηθούν. Το βασικό ζήτημα είναι ότι οι ανισότητες και οι διαφοροποιήσεις μεταξύ των αλιέων και των αλιευμάτων της Ευρώπης καθιστούν ιδιαίτερα δύσκολη την χάραξη μίας Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής.

Όταν λοιπόν οι ανάγκες σε κατανάλωση ψαριού στην Ευρώπη ήδη δεν καλύπτονται και γίνεται εισαγωγή περίπου των 2/3 των ψαριών (νωπών και κατεψυγμένων) που καταναλώνονται, αναγκαστικά η αγορά προσανατολίζεται στις υδατοκαλλιέργειες. Ένας ισχυρός κλάδος παγκοσμίως που τείνει ν΄ αντικαταστήσει τελείως την αλιεία. Η εύνοια της ΕΕ προς τον κλάδο της ιχθυοκαλλιέργειας είναι ολοφάνερη κι φυσικά έρχεται σε συνεχή σύγκρουση με την «φιλοπεριβαλλοντική» και «πράσινη» εικόνα που θέλει να καλλιεργεί. Τα προγράμματα χρηματοδότησης του κλάδου συνεχίζουν να υπάρχουν μέσω του Ευρωπαϊκού Ταμείου Αλιείας (ΕΤΑ), το οποίο συστάθηκε το 2007 για ν’ αντικαταστήσει το Χρηματοδοτικό Μέσο Προσανατολισμού της Αλιείας (ΧΜΠΑ) της περιόδου 1994-2006. Μέχρι στιγμής η χρηματοδότηση που πραγματοποιήθηκε στην Ελλάδα μέσω του ΕΠΑΛ ήταν κυρίως για την απόσυρση παλαιών αλιευτικών σκαφών που ουσιαστικά διέλυσε κομμάτι του αλιευτικού στόλου και πέταξε εκτός επαγγέλματος πολλούς αλιείς. Η μελλοντική χρηματοδότηση θα εξαρτηθεί και από το κατά πόσο θα μπορέσουν οι ελληνικές αρχές και το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων να εφαρμόσουν την νέα Κοινή Αλιευτική Πολιτική. Η μέχρι τώρα στάση του Υπουργού της συγκυβέρνησης κ. Τσαυτάρη, είναι ξεκάθαρη. Όσον αφορά τις εξελίξεις για τη μεταρρύθμιση της ΚΑλΠ ο κ. Υπουργός τηρεί «σιγή ιχθύος» και προκλητικά απέχει από οποιαδήποτε ουσιώδη δημόσια τοποθέτηση, παρά μόνο προβαίνει σε εξαγγελίες αόριστες και γενικές, ενώ ταυτόχρονα υποβαθμίζει τη Διεύθυνση Αλιείας, κάτι που θα έχει καταστροφικές συνέπειες για την αλιεία, καθώς και στην απορρόφηση των όποιων μελλοντικών χρηματοδοτήσεων από το ΕΤΑ.

Στην εποχή λοιπόν των Μνημονίων και της Ελλάδας με το κατακρεουργημένο Δημόσιο τομέα, την οικονομική εξουθένωση και την παντελή έλλειψη χρηματοδότησης, το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο (ΠΔΠ) αποτελεί το μακροπρόθεσμο πλαίσιο προϋπολογισμού της ΕΕ και είναι φυσικό και επόμενο τομείς και κλάδοι της οικονομίας όπως η παράκτια και μέση αλιεία, να έρχονται σε δεύτερη μοίρα, μια και οι «μεγάλες επενδύσεις» που προωθούνται αφορούν τις υδατοκαλλιέργειες, τις μεγάλες μεταποιητικές μονάδες και τις λίγες εταιρείες κολοσσούς του χώρου αυτού.

Τα άμεσα μέτρα που θα πρέπει να είναι προτεραιότητα του ΥΠΑΑΤ ενόψει της μεταρρύθμισης της ΚΑλΠ είναι συγκεκριμένα:

• Η χρηματοδότηση για αλλαγή εργαλείων σε μικρούς και μεσαίους ψαράδες, προκειμένου να μπορέσει να διασωθεί το επάγγελμα του αλιέα με ταυτόχρονη προστασία του θαλάσσιου πλούτου και περιορισμού της υπεραλίευσης. Αυτό θα μπορέσει να επιτευχθεί μόνο μέσω ενός θεσμικού πλαισίου πολυδραστηριότητας στις παράκτιες κοινότητες (πχ ο «αλιευτικός τουρισμός» που έχει μείνει στα συρτάρια ή προγράμματα εκπαίδευσης αλιέων), ώστε να προσαρμοστεί η αλιευτική ικανότητα στους διαθέσιμους βιολογικούς πόρους.

• Η αναθεώρηση όρων και προϋποθέσεων για υδατοκαλλιέργειες, ιδίως σε περιοχές όπου δραστηριοποιούνται για πολλά χρόνια και εντατικά.

• Η ενίσχυση υποδομών σε λιμάνια, υπηρεσίες, των ελεγκτικών μηχανισμών, αλλά και τη συλλογή δεδομένων και ουσιαστική χρήση τους στη διαμόρφωση των πολιτικών για τη διαχείριση των αποθεμάτων, μέσω των υπηρεσιών και φορέων του ΥΠΑΑΤ.

• Η δημιουργία διαχειριστικών θαλάσσιων πάρκων για την ανάκαμψη των αποθεμάτων, με προσεκτικά σχέδια και προγραμματισμό, καθώς και πλήρη συνεργασία τοπικών φορέων και κοινωνιών, με αυστηρή αστυνόμευση ακόμη και με ποινικές κυρώσεις.

• Η αναθεώρηση της νομοθεσίας για την «παρεμπίπτουσα» αλιεία-η μη επιλεκτική αλιεία- που έχει ως αποτέλεσμα την αλίευση ειδών που δεν αποτελούν στόχο και καταλήγουν στην απόρριψη, για να οδηγηθούν στην παραγωγή ιχθυάλευρου για τις ιχθυοκαλλιέργειες.

• Επαναδιαπραγμάτευση συμφωνιών με τρίτες χώρες και συγκεκριμένα τις γειτονικές όπως η Τουρκία, όπου τα θαλάσσια αποθέματα είναι κοινά.

Όλες οι μορφές αλιείας, η μέση, η παράκτια, η ερασιτεχνική, αλλά ακόμη και οι υδατοκαλλιέργειες μπορούν να συνυπάρξουν στη θάλασσα, με σαφείς όμως όρους και κανόνες που θα καθορίζονται από τις ανάγκες του ίδιου του φυσικού πόρου και των κοινωνιών και όχι από τους κανόνες των αγορών.

Δημήτρης Ζάννες

αλιέας, Πρόεδρος Ομοσπονδίας Παράκτιων Αλιέων Νοτίου Αιγαίου

Στεργιανή Σαπαρδάνη

Διεθνολόγος – Περιβαλλοντολόγος, Μέλος της Γραμματείας του Τμήματος Αγροτικής Πολιτικής ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ

To «Arctic Sunrise» στις Κυκλάδες

photo-18Το πλοίο της Greenpeace βρέθηκε στις αρχές Απριλίου στη χώρα μας στο πλαίσιο της πανευρωπαϊκής περιοδείας του για τη βιώσιμη αλιεία, την προστασία των παράκτιων ψαράδων και της θάλασσας. Στα λιμάνια που έδεσε πραγματοποιήθηκαν εκδηλώσεις παρουσίασης των επιβλαβών αποτελεσμάτων της βιομηχανικής αλιείας, συζητήσεις ανάμεσα σε ψαράδες και μέλη του ελληνικού γραφείου της οργάνωσης και ξεναγήσεις σχολείων στο ιστορικό πλοίο.

Σε συνέντευξη τύπου που πραγματοποιήθηκε στις 8 Απρίλη στο αγκυροβολημένο στη μαρίνα του Φλοίσβου καράβι, με προσκεκλημένους εκπροσώπους της πολιτείας και κομμάτων, παραβρέθηκε ο βουλευτής Κυκλάδων του ΣΥΡΙΖΑ Νίκος Συρμαλένιος. Στην παρέμβασή του, μεταξύ άλλων, ανέφερε:

«Ο πρωτογενής τομέας και συγκεκριμένα η αλιεία πρέπει να είναι βασικός πυλώνας της αειφόρου ανάπτυξης. Προϋπόθεση γι’ αυτό είναι η προστασία της αλιείας, κάτι που πρέπει να απαιτήσουν οι ίδιοι οι ψαράδες ως διαχειριστές της θάλασσας. Ως ΣΥΡΙΖΑ παρακολουθούμε και στηρίζουμε την προσπάθεια για βιώσιμη αειφόρο αλιεία. Είμαστε σαφώς υπέρ της δημιουργίας θαλάσσιων προστατευόμενων περιοχών, ως μία από τις εναλλακτικές λύσεις για τον εμπλουτισμό των αλιευτικών αποθεμάτων αλλά και της θαλάσσιας ζωής. Όπως επίσης είμαστε υπέρ της κατάργησης όσων εργαλείων καταστρέφουν το γόνο, την αναπαραγωγή και τελικά τον αλιευτικό πλούτο. Όμως είναι φανερό και άλλωστε η ίδια η ζωή και η εμπειρία, μας έχουν αποδείξει ότι, τίποτα δεν μπορεί να προχωρήσει και να υλοποιηθεί χωρίς τη συναίνεση των τοπικών κοινωνιών και των άμεσα ενδιαφερομένων, που στην περίπτωση μας είναι οι ψαράδες. Η λογική της εκ των άνω επιβολής αποφάσεων, δεν οδηγεί πουθενά, ούτε βεβαίως και η άρνηση του διαλόγου».

Advertisements