ιστορία της αιολικής ενέργειας: σημειώσεις για τεχνολογική πολιτική

photo-30Η κεντρική τεχνολογική προσδοκία των ημερών μας είναι ότι με τον άνεμο θα σωθεί αυτό που κατέστρεψε ο ατμός, ότι δηλαδή η ανεμογεννήτρια θα αντιστρέψει την ιστορία που άνοιξε με την ατμομηχανή, την ιστορία που μπορεί και να οδηγήσει στο τέλος της ιστορίας εξαιτίας της πρωτοφανούς και απρόβλεπτης καταστροφής του περιβάλλοντος. Η αιολική ενέργεια συνδέεται σήμερα με μια τεχνολογική επανάσταση που ελπίζεται ότι θα σώσει τον πλανήτη από την τεχνολογική επανάσταση της ατμομηχανής και των επιγόνων της (από τις διάφορες μηχανές εσωτερικής καύσης ορυκτών καυσίμων μέχρι τον πυρηνικό αντιδραστήρα). Δεν είναι, όπως θα δούμε, η πρώτη φορά στην ιστορία που η μαζική εισαγωγή και χρήση αιολικών διατάξεων συνδέεται με κάποια επανάσταση, τεχνική και κοινωνική.

Η διάδοση της χρήσης ανεμόμυλων συμπίπτει με τους καταληκτικούς αιώνες των μέσων χρόνων. Αν συγκριθεί με τη διάδοση του νερόμυλου στους αιώνες που προηγούνται, στους αιώνες δηλαδή που αντιστοιχούν στο επίκεντρο του μεσαιωνικού κόσμου, προκύπτει μια εικόνα επανάστασης. Ο νερόμυλος χτίστηκε μέσα στη γη του μεσαιωνικού ηγεμόνα-φεουδάρχη, υποστηρίχθηκε από την εξουσία του και στήριξε αυτή την εξουσία. Ενώ ο ανεμόμυλος μπορούσε να χτιστεί εκτός αυτής, να δραπετεύσει από αυτήν. Να την υπονομεύσει. Δεν χρειαζόταν γη που διατρέχεται από ρέμα, η οποία ήταν συνήθως αυτή που είχε καταλάβει πρώτη-πρώτη αυτός που αναδείχθηκε ως φεουδάρχης. Ο συμβολικός συσχετισμός των αιολικών διατάξεων και μιας νέας (μετα-μεσαιωνικής) τάξης πραγμάτων διακρίνεται με μεγάλη ευκρίνεια στη ζωγραφική της εποχής που αντιστοιχεί στην ανάδυση του εμπορικού κεφαλαίου.

Στην περίπτωση της Ολλανδίας, η αποστράγγιση που παρήγαγε νέα γη βασίστηκε στην ανάπτυξη καινοτόμων αιολικών διατάξεων, η χρήση των οποίων συνδυάστηκε με έναν επαναστατικό κοινωνικό πειραματισμό προς πιο δημοκρατικές κοινότητες. Στην Ολλανδία βρίσκουμε αργότερα και ένα αντίστροφο παράδειγμα, την άρνηση υιοθέτησης μιας τεχνικής καινοτομίας επειδή αυτή απειλούσε τα δικαιώματα των πολλών. Αποτυπώθηκε στην αντίσταση των εργατών στην εισαγωγή αγγλικών επαναστατικών μηχανισμών αυτόματης προσαρμογής του ανεμόμυλου στις μεταβολές του αέρα (όπως ο διάσημος «κυβερνήτης», γνωστός από τη μεταφορά της χρήσης του από τον ανεμόμυλο στην ατμομηχανή του James Watt).

Όπως οι κοινοτικές αιολικές διατάξεις, έτσι και αυτές που υποστήριζαν την αυτοπαραγωγή ενέργειας έτυχαν γενικά μαζικής επιδοκιμασίας. Πολύ χαρακτηριστικά, από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα μέχρι και το Μεσοπόλεμο χρησιμοποιήθηκαν στις ΗΠΑ περίπου πέντε εκατομμύρια αιολικές διατάξεις (π.χ. για άντληση νερού σε αγροικίες). Στον ύστερο Μεσοπόλεμο, εκατοντάδες χιλιάδες οικιακές ανεμογεννήτριες δοκιμάστηκαν με μεγάλη επιτυχία για παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος, σε αγροκτήματα και αλλού. Αρκετές εταιρείες προχώρησαν και στη διάθεση ανεμογεννητριών μικρού μεγέθους, για τη φόρτιση, για παράδειγμα, της μπαταρίας ενός ραδιοφώνου.

Με τη μεταπολεμική καλλιέργεια ουτοπικών προσδοκιών από τη χρήση πυρηνικών αντιδραστήρων («ενέργεια τόσο φθηνή που δεν θα χρειαζόταν μετρητές της κατανάλωσής της»), παράχθηκε μια ασυνέχεια δύο-τριών δεκαετιών στον πειραματισμό με διατάξεις αιολικής ενέργειας.  Όμως, η κριτική στην πυρηνική ενέργεια από τα κινήματα αμφισβήτησης που πρωτοεμφανίστηκαν στη δεκαετία του ΄60, η πετρελαϊκή κρίση του εβδομήντα, και η σταδιακή αποδοχή της γενικευμένης περιβαλλοντικής κρίσης μετά τη δεκαετία του ΄80, προκάλεσαν ένα νέο ενδιαφέρον για αιολικές διατάξεις.

Στην Ελλάδα υπήρχε ένα ιδιαίτερα ισχυρό κίνητρο για ανάπτυξη της αιολικής ενέργειας, καθώς έπρεπε να συντηρείται ένα πλήθος ανεξάρτητων μικρών θερμοηλεκτρικών σταθμών στα νησιά του Αιγαίου, οι οποίοι παρήγαγαν ηλεκτρικό ρεύμα με μεγάλο κόστος. Κι αν τα πολύ πρόσφατα χρόνια υποβάλλονται προτάσεις για τη διασύνδεση των νησιών και σύνδεσή τους με το ηπειρωτικό δίκτυο, οι τεχνικές αβεβαιότητες και το ύψος των επενδύσεων που θα απαιτούσε μια τέτοια σύνδεση δεν επέτρεπε επί μακρόν τη διατύπωση τέτοιων προτάσεων. Για τρεις περίπου δεκαετίες (1980-2010), το Αιγαίο πρόσφερε ένα προνομιακό πεδίο για την ανάπτυξη της αιολικής ενέργειας στο πλαίσιο αυτόνομων δικτύων.

Μια σειρά από ακαδημαϊκές και άλλες ερευνητικές ομάδες της χώρας, όπως και ένας μικρός αλλά εμπνευσμένος πυρήνας μηχανικών της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού, είχαν αναλάβει πρωτοβουλίες για την κατασκευή και εγκατάσταση  ανεμογεννητριών σε αντιπροσωπευτικά νησιά του Αιγαίου. Με την ολοκλήρωση ενός πρώτου πιλοτικού κύκλου, περί τα τέλη της δεκαετίας του ΄80, καταγράφηκαν πολύτιμα συμπεράσματα για να προετοιμασθεί η αποφασιστική διείσδυση της αιολικής ενέργειας στα αυτόνομα δίκτυα των νησιών. Με εγκατάσταση περισσότερων και ακόμη πιο προσαρμοσμένων ανεμογεννητριών μικρής κλίμακας, με αντίστοιχης κλίμακας αποθηκευτικές διατάξεις, με πρωτοβουλίες για την ευαισθητοποίηση των κατοίκων στα συλλογικά πλεονεκτήματα αλλά και τους αυτοπεριορισμούς από τη χρήση αιολικών διατάξεων, με έναν τουρισμό (και γενικότερα μια τοπική οικονομία) που θα στόχευε στην αποφυγή ακραίων εποχιακών ανισορροπιών στην χρήση ηλεκτρικού.

Η προετοιμασία όμως αυτή ακυρώθηκε στη συνέχεια από πολιτικές (εθνική νομοθεσία, ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις, ρυθμιστικές παρεμβάσεις) που ευνόησαν έναν αντιπαραθετικό τεχνολογικό προσανατολισμό, ο οποίος δεν ξεκινούσε από τοπικές ανάγκες αλλά στόχευε στην αξιοποίηση του αιολικού δυναμικού για την εξασφάλιση του μέγιστου δυνατού κέρδους από την εξαγωγή του παραγόμενου ρεύματος. Η κλίμακα, το πλήθος και το μέγεθος των ανεμογεννητριών, υπερβαίνει στον προσανατολισμό αυτό κατά πολύ τις ανάγκες του νησιού. Οι ανεμογεννήτριες δεν κατασκευάζονται και δεν τροποποιούνται στη χρήση με βάση τοπικές ιδιαιτερότητες. Την τοπική αποθήκευση αιολικής ενέργειας αντικαθιστά εδώ η συνέχιση της λειτουργίας συμβατικών σταθμών «βάσης». Αντί να μειώνει τη συνολική κατανάλωση ενέργειας, ο προσανατολισμός αυτός υπόσχεται απλά αύξηση στο ποσοστό συμμετοχής της αιολικής ενέργειας, κάτι που σημαίνει ότι μπορεί να υπάρξει (και η μέχρι τώρα εμπειρία δείχνει ότι υπάρχει) αύξηση στη συνολική κατανάλωση ενέργειας από συμβατικούς θερμοηλεκτρικούς σταθμούς. Αντί να συγκρατείται στον ίδιο τόπο την παραγωγή και χρήση ηλεκτρικού, αναπαράγεται τελικά το μοντέλο της μεταφοράς και κατανάλωσης ενέργειας σε μεγάλες αποστάσεις, μέσω γραμμών μεταφοράς που αντιπροσωπεύουν μια μεγάλη επένδυση σε κεφάλαιο.

Μάλλον λοιπόν φυσιολογικό το να έχει συναντήσει ο προσανατολισμός αυτός την αντίσταση κινημάτων που αναφέρονται στην προστασία του περιβάλλοντος και την κοινωνική δικαιοσύνη. Και καθόλου παράδοξο που αυτή η ιστορία της αιολικής ενέργειας έχει πρωταγωνιστή το μεγάλο κεφάλαιο της ενέργειας, αυτό που την ίδια στιγμή βασίζεται και σε κάθε είδους συμβατικούς σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής. Η τεχνολογική επανάσταση στην αιολική ενέργεια που χρειάζεται η κοινωνία και ο πλανήτης θα πρέπει νομίζω να αναζητήσει αλλού τις ιστορίες που θα την εμπνεύσουν.

ΤΕΛΗΣ ΤΥΜΠΑΣ

Επικ. Καθηγητής Ιστορίας της Τεχνολογίας, ΕΚΠΑ

Advertisements