γεωργική βιοποικιλότητα: αναζητώντας νέες πολιτικές

VegetablesΤο θέμα της αγροτικής παραγωγής και της διατροφής εν γένει έχει έρθει πολύ έντονα στο προσκήνιο τα τελευταία χρόνια όχι μόνο λόγω της ανάγκης προστασίας του περιβάλλοντος και της υγείας των καταναλωτών (κάτι που εμφανίστηκε σαν αίτημα τα τελευταία 30 χρόνια τουλάχιστον) αλλά και λόγω της επαναφοράς του αιτήματος της διατροφικής ασφάλειας. Ένα αίτημα που σχετίζεται με πολλούς παράγοντες, μεταξύ των οποίων η λειτουργία της γεωργίας σε ένα παγκοσμοποιημένο περιβάλλον, όπου ο προστατευτισμός μειώνεται και η παραγωγή γεωργικών εφοδίων συγκεντρωποιείται. Πολύ πρόσφατα στη χώρα μας η αγροτική παραγωγή προβάλλεται ως η λύση για το πρόβλημα ανάπτυξης και ανεργίας λόγω της κρίσης. Θέματα που πριν έμπαιναν δειλά, τώρα μπαίνουν πιο έντονα και πιο επιτακτικά.

Όλα αυτά θέτουν το ζήτημα του επαναπροσδιορισμού της αγροτικής παραγωγής θέτοντας νέα ή προβάλλοντας πιο έντονα παλαιότερα αιτήματα όπως α) η βελτίωση της ποιότητας των γεωργικών προϊόντων σε επίπεδο γεύσης και οργανοληπτικών συστατικών αλλά και στη μείωση των υπολειμμάτων από αγροχημικά, β) η αύξηση της παραγόμενης ποσότητας και γ) η εφαρμογή γεωργικών πρακτικών φιλικών προς το περιβάλλον. Η επίτευξη των παραπάνω απαιτεί τον συνδυασμό πολλών δράσεων. Μία από τις πιο σημαντικές δράσεις, στρατηγικού χαρακτήρα, αποτελεί η διαφύλαξη της γεωργικής βιοποικιλότητας. Η γεωργική βιοποικιλότητα συντίθεται τόσο από τα γεωργικά είδη όσο και τους άγριους συγγενείς τους που απαντούν στην φύση. Η ποικιλότητα των καλλιεργουμένων ειδών εντοπίζεται κυρίως στις τοπικές παραδοσιακές ποικιλίες.

Τοπικές ποικιλίες

Οι τοπικές ποικιλίες ή εγχώριοι πληθυσμοί ή παραδοσιακές ποικιλίες ή ποικιλίες διατήρησης είναι δημιούργημα της επιλογής της φύσης και των αγροτών, τυχαίων μεταλλάξεων και διασταυρώσεων και της συνεχούς προσαρμογής τους στο περιβάλλον που καλλιεργήθηκαν ή καλλιεργούνται. Βασικά χαρακτηριστικά τους είναι η ετερογένεια (σε αντίθεση με τις βελτιωμένες ποικιλίες που είναι ομοιόμορφες) και η προσαρμοστικότητα στις αγροοικολογικές συνθήκες της περιοχής. Είναι πληθυσμοί που δεν έχουν προκύψει από βελτιωτικά προγράμματα. Οι αγρότες τις καλλιεργούσαν κυρίως μέχρι την εμφάνιση των βελτιωμένων ποικιλιών (στον τεχνολογικά ανεπτυγμένο κόσμο μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα) οπότε άρχισαν να καλλιεργούν τις πιο αποδοτικές βελτιωμένες ποικιλίες και έτσι οι εγχώριοι πληθυσμοί καλλιεργούνται σε όλο και λιγότερες εκτάσεις παγκοσμίως. Λόγω αυτών των χαρακτηριστικών αποτελούν πολύ σημαντική πηγή γονοτύπων βάσει των οποίων υλοποιείται η βελτίωση των φυτών. Το γεγονός επίσης ότι ανήκουν στο ίδιο φυτικό είδος με τις ποικιλίες που θέλουμε να δημιουργήσουμε διευκολύνει αφού μειώνει το χρόνο δημιουργίας τους.

Γενετική διάβρωση

Tον περασμένο αιώνα φωτισμένοι γενετιστές με πρωτοπόρο τον Ρώσο Nikolai Vavilov (1887-1943) κατέγραψαν, συνέλεξαν και διέσωσαν μεγάλο μέρος του παγκόσμιου γενετικού πλούτου στις Τράπεζες Γενετικού Υλικού. Ωστόσο, εσφαλμένες αντιλήψεις και πρακτικές στην αγροτική παραγωγή παγκοσμίως, όπως η μονοκαλλιέργεια, η καλλιέργεια περιορισμένου αριθμού βελτιωμένων ποικιλιών που δε διέφεραν πολύ μεταξύ τους, η υποτίμηση της ανάγκης συστηματικής διατήρησης των εγχώριων πληθυσμών μέσω της καλλιέργειας τους, οδήγησε στη γενετική διάβρωση δηλαδή στην απώλεια πολύτιμου γενετικού υλικού και στο «στένεμα» της γενετικής βάσης. Φαίνεται λοιπόν από τα παραπάνω ότι οι υψηλοαποδοτικές ποικιλίες που δημιούργησαν οι βελτιωτές φυτών, με πρωτοπόρο το νομπελίστα Norman Borlaug (Βραβείο Nobel Ειρήνης 1970), δεν αξιοποιήθηκαν με τον καλύτερο τρόπο. Ενώ συνέβαλαν, οι υψηλοαποδοτικές ποικιλίες, στην μείωση της πείνας (ενός φαινομένου που είναι σύνθετο με πολιτικές και οικονομικές πλευρές και όχι μόνο παραγωγικές) σε σημαντικές περιοχές στη γη, παράλληλα η κακή χρήση τους οδήγησε στη γενετική διάβρωση. Έκτοτε η εντεινόμενη γενετική διάβρωση, δηλαδή η μείωση του γενετικού πλούτου που συνέβαινε και συμβαίνει ποικιλότροπα, όπως με την εξαφάνιση εγχώριων πληθυσμών και πληθυσμών αγρίων φυτικών ειδών, έκανε τους διατηρημένους εγχώριους πληθυσμούς στις Τράπεζες Γενετικού Υλικού και αυτούς που διατηρήθηκαν σε καλλιέργεια από διάφορους αγρότες, πολύτιμο υλικό για την επιστημονική κοινότητα αλλά και για τους καταναλωτές.

Η γενετική διάβρωση εξακολουθεί να λαμβάνει χώρα στους εγχώριους πληθυσμούς που διατηρούνται στις Τράπεζες Γενετικού Υλικού αφού αναπαραγόμενοι εκτός του τόπου προέλευσης τους και χωρίς την αλληλεπίδραση με το αρχικό τους περιβάλλον, όπως θα συνέβαινε με τον γεωργό που τις καλλιεργούσε, να χάνουν την ποικιλότητα τους. Γι’ αυτό, παράλληλα δηλαδή με την φύλαξή τους στις τράπεζες γενετικού υλικού, οι εγχώριοι πληθυσμοί πρέπει να διατηρούνται στον αγρό στον τόπο που δημιουργήθηκαν ή και εξεσελλίσονται. Ωστόσο, αυτή η διατήρηση πρέπει να γίνεται βάσει σχεδίου αφού η εμπειρία αλλά και μελέτες έχουν δείξει ότι σημαντικό μέρος της γενετικής διάβρωσης οφείλονταν και στις επιλογές των αγροτών οι οποίοι (και ορθά) έχουν σαν κύριο στόχο τη διασφάλιση του εισοδηματός και όχι τη διατήρηση της βιοποικιλότητας. Έτσι προέκυψε η ανάγκη ενός επιστημονικά τεκμηριωμένου σχεδίου συλλογής, διατήρησης αλλά και ορθολογικής διαχείρισης των εγχώριων πληθυσμών.

Διαχείριση και χρήση των εγχώριων πληθυσμών

Η ορθολογική αυτή διαχείριση θα πρέπει να εμπεριέχει ένα συνδυασμό πρακτικών που να εξασφαλίζει τη σωστή αναπαραγωγή τους ώστε να μην υπάρξει γενετική διάβρωση λόγω μη αντιπροσωπευτικής αναπαραγωγής και τη διατήρηση και αν είναι δυνατό την αύξηση του υπάρχοντος γενετικού πλούτου. Αυτές οι πρακτικές εξαρτώνται από το καθεστώς διατήρησης ενός εγχώριου πληθυσμού. Δηλαδή αν διατηρείται μόνο σε Τράπεζες Γενετικού Υλικού, ή σε καλλιέργεια στον αγρό σε μικρές (κήπους) ή σε μεγάλες εκτάσεις. Η προσπάθεια πρέπει να αυξάνει την έκταση καλλιέργειας ώστε να διευρύνεται η γενετική βάση. Όμως η επέκταση της καλλιέργειας τέτοιων πληθυσμών (που από μόνη της έχει όρια αφού πρόκειται για πληθυσμούς τοπικής κλίμακας που συνήθως έχουν χαμηλή απόδοση) θέτει ορισμένες προϋποθέσεις μεταξύ των οποίων το προϊόν να έχει ή να βρει μια θέση στην αγορά και να οργανωθεί η παραγωγή και διάθεση πολλαπλασιαστικού υλικού. Σήμερα η Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.) έχει ένα νομοθετικό πλαίσιο για την διαχείριση των εγχώριων πληθυσμών που προβλέπει την εγγραφή τους στον Εθνικό Κατάλογο, την σποροπαραγωγή τους και την εμπορία τους, πλαίσιο που δυστυχώς, μετά από χρόνια, δεν έχει ενεργοποιηθεί στη χώρα μας με ευθύνη του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. Και αυτό όμως το νομοθετικό πλαίσιο είναι υπό συζήτηση αυτή τη στιγμή στην ΕΕ. Οι γενικοί προβληματισμοί σχετίζονται αφενός με το αν πράγματι το νομοθετικό αυτό πλαίσιο βοηθά στη μείωση της γενετικής διάβρωσης ή μακροπρόθεσμα την επιτείνει,. Από την άλλη αυτή η ελεύθερη ανταλλαγή και η απουσία των κατάλληλων μέτρων κατά την αναπαραγωγή περιέχει κινδύνους, όπως την εξάπλωση σπορομεταδιδόμενων ασθενειών, την υπονόμευση της τοπικότητας των παραδοσιακών ποικιλιών με συνέπεια την απώλεια του συγκριτικού πλεονεκτήματος της τοπικής κοινωνίας και την αύξηση της γενετικής διάβρωσης μέσω της επιλογής συγκεκριμένων τύπων από τους αγρότες και απόρριψη άλλων.

Είτε έτσι είτε αλλιώς η διαχείριση των εγχώριων πληθυσμών δεν μπορεί να γίνει αυτόνομα αλλά θα πρέπει να εντάσσεται σε μία συνολική στρατηγική που θα περιλαμβάνει το τι είδους γεωργία θέλουμε, με ποιους και για ποιους. Μία τέτοια λοιπόν στρατηγική θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη της τη διάσωση και διατήρηση των φυσικών πόρων και του γενετικού πλούτου της χώρας και θα πρέπει να είναι προσανατολισμένη σε ένα αειφορικού τύπου αναπτυξιακό μοντέλο όπου η γνώση θα παράγεται από το σύνολο των εμπλεκομένων φορέων.

Οι τοπικές ποικιλίες για την Ελληνική γεωργία αποτελούν και μπορούν να αποτελέσουν παράγοντα ποιοτικής διαφοροποίησης των προϊόντων της. Σε συνδυασμό με την ερευνητική υποστήριξη, τη σωστή εμπορία και σταθερές πολιτικές μπορεί να συμβάλουν στην ανάπτυξη των τοπικών κοινωνιών της περιφέρειας, ιδιαίτερα της ορεινής και νησιωτικής. Αυτά δεν είναι υπερβολή αν κάποιος συνειδητοποίησει τι σημαίνουν για τις τοπικές κοινωνίες οι επιτραπέζιες ελιές, τα κρασιά, τα ξερά σύκα, τη φάβα Σαντορίνης, τα φασόλια Πρεσπών και Καστοριάς, τα ελαιόλαδα, τα μανταρίνια Χίου κ.ά. Το πιο εντυπωσιακό είναι ότι δεκάδες τοπικές ποικιλίες ακόμα και τώρα υπάρχουν και μπορούν να προσφέρουν ποιοτικά προϊόντα. Μια πρόκληση τόσο για τις τοπικές κοινωνίες όσο και την κυβέρνηση.

Βελτιωμένες φυτικές ποικιλίες

Οι βελτιωμένες ποικιλίες είναι αυτές που τα τελευταία 60 χρόνια συνέβαλαν με περισσότερο από 50% στην αύξηση της γεωργικής παραγωγής παγκοσμίως και αναμένεται να παίξουν έναν κρίσιμο ρόλο στην Γεωργία του 21ου αιώνα. Οι βελτιωμένες φυτικές ποικιλίες είναι εκείνες οι ομάδες των φυτών που έχουν προκύψει από προγράμματα βελτίωσης φυτών (Ινστιτούτων ή εταιρειών) έχουν ομοιομορφία (όλα τα φυτά έχουν όμοια χαρακτηριστικά), σταθερότητα (η ποικιλία διατηρεί τα βασικά της χαρακτηριστικά σε διαφορετικά περιβάλλοντα) και διακριτότητα (η ποικιλία διακρίνεται από όλες τις άλλες ποικιλίες) Προκειμένου να πουληθεί θα πρέπει να εγγραφεί στον Εθνικό Κατάλογο Ποικιλιών. Αυτό απαιτεί να έχει η ποικιλία τα τρία παραπάνω χαρακτηριστικά αλλά και να είναι εφάμιλλη (ή καλύτερη για κάποια χαρακτηριστικά) από τις ποικιλίες που μέχρι εκείνη τη στιγμή κυκλοφορούν στην αγορά.

Προκειμένου να δημιουργηθούν και να παραχθούν σπόροι για τις ποικιλίες, υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος που εργάζεται σε ερευνητικό και παραγωγικό επίπεδο. Μπορούμε να σκιαγραφήσουμε αυτό το κομμάτι της διατροφικής βιομηχανίας χωρίζοντας το στα εξής τμήματα: α) βασική έρευνα σε θέματα γενετικής και βελτίωσης φυτών, β) εφαρμοσμένη έρευνα στη βελτίωση των φυτών, γ) δημιουργία νέου γενετικού υλικού και αξιολόγηση και επιλογή των ποικιλιών με τα πιο επιθυμητά χαρακτηριστικά, δ) σποροπαραγωγή των ποικιλιών αυτών και επεξεργασία του σπόρου και ε) εμπορία του σπόρου στον αγρότη. Η διαδικασία δημιουργίας μίας νέας ποικιλίας, δηλαδή το στάδιο γ) μπορεί να απαιτήσει από 7 με 10 έτη. Γενικά είναι μια πολυετής και επίπονη διαδικασία. Το θεμέλιο σε όλο αυτό το οικοδόμημα είναι η γενετική ποικιλότητα που υπάρχει και η οποία περιλαμβάνει κυρίως άγρια είδη, εγχώριους πληθυσμούς και παλιές ποικιλίες. Με βάση την γενετική ποικιλότητα είναι δυνατόν μέσα από διασταυρώσεις, επιλογές και πλείστες άλλες μεθόδους να δημιουργήσουμε τις πολυπόθητες νέες ποικιλίες. Οι εμπορικές ποικιλίες συνήθως είναι πιο παραγωγικές αλλά και απαιτητικές σε εισροές (λιπάσματα, φυτοφάρμακα, άρδευση).

Χαράζοντας το μέλλον για την αγροβιοποικιλότητα

Χαράζοντας λοιπόν το μέλλον όσον αφορά την διατήρηση και αξιοποίηση της γεωργικής βιοποικιλότητας στην χώρας μας χρειάζονται ολοκληρωμένες πολιτικές που θα εκκινούν από την προστασία των άγριων συγγενών στη φύση, θα προστατεύουν τις τοπικές ποικιλίες στον αγρό με στόχο την ορθολογική διαχείριση και χρήση τους. Αυτά απαιτούν την στενή συνεργασία ερευνητικών ιδρυμάτων με αγρότες με βάση επιστημονικά στοιχειοθετημένα προγράμματα, όπως ήδη συμβαίνει σε άλλες χώρες.

Μια τέτοια συνεργασία θα μπορεί να έχει συγκεκριμένη δομή και να περιλαμβάνει και προγράμματα βελτίωσης φυτών και σποροπαραγωγικές διαδικασίες για κάποια τουλάχιστον φυτικά είδη δίνοντας τη δυνατότητα στη χώρα μας να είναι πιο αυτάρκης σε πολλαπλασιαστικό υλικό και να διαμορφώσει μία βιομηχανία παραγωγής γενετικού υλικού που θα προσφέρει τεχνογνωσία και μεγαλύτερο εισόδημα σε όσους εμπλέκονται (αγρότες, γεωπόνους, εταιρείας κλπ), νέες παραγωγικές δραστηριότητες για την υποστήριξη των κύριων δραστηριοτήτων με ποικίλα οφέλη.

Εν τέλει η πρόκληση είναι, όπως λέει ο Βορέντε, Αιθίοπας βοτανικός-γενετιστής, να γίνει εφικτό να αυξηθεί η παραγωγικότητα χωρίς να θυσιαστεί η ποικιλότητα.

Παναγιώτης Ι. Τερζόπουλος, Ροίκος Θανόπουλος, Πηνελόπη Ι. Μπεμπέλη

Διδάκτορες, ερευνητές στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο

Advertisements