κοινωνικο-οικολογικός µετασχηµατισµός και ενεργειακή πολιτική

του Ulrich Brand, καθηγητή στο Πανεπιστήµιο της Βιέννης

Απόσπασµα από την εισαγωγή του τεύχους «Socio-ecological Transformation and Energy Policy in Latin America and Europe», έκδοση πρακτικών συνεδρίου του Ιδρύµατος Ρόζα Λούξεµπουργκ Βρυξελλών (2012).

PHOTO-22Στη σηµερινή πολύµορφη κρίση του παγκόσµιου καπιταλισµού, που εξελίσσεται διαφορετικά κατά τόπους, αναδύεται µια γκάµα πραγµατικών και δυνητικών ρήξεων που σχετίζονται µε τις διαδικασίες διαχείρισης της κρίσης. […]

Οι µορφές διαχείρισης της κρίσης δεν µπορούν να ειδωθούν ανεξάρτητα από τις ιστορικές εξελίξεις και τα απρόοπτα, από το βάθος της οικονοµικής, πολιτικής και κοινωνικο-οικολογικής κρίσης, από τους κοινωνικούς θεσµούς και τις σχέσεις εξουσίας, ή από τη στρατηγική και των αγώνων. Γενικά, θα ήταν εποµένως δυνατό, να επικρατήσουν είτε πολιτικά αυταρχικά (νεοφιλελεύθερα, συντηρητικά, σοσιαλφιλελεύθερα, σοσιαλδηµοκρατικά) είτε απελευθερωτικά µονοπάτια.

Ένα φαίνεται βέβαιο. Η διαχείριση της σύνθετης κρίσης επιβάλλεται να δώσει απαντήσεις στην κοινωνικο-οικολογική κρίση: ιδιαίτερα όσον αφορά στο σχεδιασµό για την παροχή ενέργειας.

Οι απαντήσεις ενδέχεται να διαφέρουν: Μια δυνατότητα είναι η περαιτέρω εµπορευµατοποίηση της φύσης, µε κύριο παράδειγµα το εµπόριο ατµοσφαιρικών ρύπων. Μία άλλη δυνατότητα θα µπορούσε να περιλαµβάνει οικο-αυταρχικές παραλλαγές, στις οποίες η πολιτική δοµείται έτσι ώστε να ωφελεί µια µειοψηφία. Ή ένα διεθνές σύστηµα υπό το οποίο το δυτικό µοντέλο πλούτου υπερασπίζεται από µια στρατιωτική δύναµη και δις. ανθρώπων µε αυταρχικό τρόπο παρέµενουν στη φτώχεια. Ή θα µπορούσαν να εφαρµοστούν προτάσεις για µια Πράσινη Οικονοµία, όπως στη µορφή του «Green New Deal» που αναπτύσσεται στη Γερµανία, στη βάση ενός συνδυασµού αγοράς, κρατικού ελέγχου και κοινωνικού συµβιβασµού.

Όλες αυτές οι παραλλαγές έχουν ένα κοινό: ένα βαθµό πίστης στην παγκόσµια καπιταλιστική αγορά, στους υπάρχοντες πολιτικούς θεσµούς, και στις τεχνολογίες που αναπτύσσονται από τον καπιταλισµό για τη διαχείριση αυτών των πολλαπλών κρίσεων.

Σε αντίθεση µε αυτές τις πιθανές παραλλαγές εξέλιξης, οι προσεγγίσεις που αναφέρονται στον κοινωνικο-οικολογικό µετασχηµατισµό αντιµετωπίζουν τις καπιταλιστικές και ιµπεριαλιστικές δυναµικές – και τις σχέσεις παραγωγής και τις συνθήκες ζωής των ανθρώπων – περισσότερο σαν την αιτία των τωρινών προβληµάτων παρά σαν την επίλυση τους.

Η έννοια του κοινωνικο-οικολογικού µετασχηµατισµού είναι κατ’ αρχάς µια οπτική που δεν πρέπει να ερµηνευθεί λαθεµένα ως κοινωνικο-τεχνολογική. Το κατά πόσο µπορεί να αναπτυχθεί ως ένα πλουραστικό σχέδιο τα επόµενα χρόνια παραµένει ένα ανοιχτό ερώτηµα. Πρέπει να διαµορφωθεί ουσιαστικά και να στηριχθεί από ένα ευρύ πλέγµα ριζοσπαστικών δυνάµεων που προσανατολίζονται στις µεταρρυθµίσεις, πρέπει να µετατοπίσει τη σχετική συζήτηση και να αλλάξει τις θεσµικές πρακτικές.

Πρέπει να είναι ανοιχτή στην αναδιαµόρφωση των αξιών και των συµφερόντων για την επίλυση των συγκρούσεων και για την κριτική επεξεργασία των εµπειριών.

Τα παραπάνω µπορούν να ειδωθούν µε αναφορά στον τοµέα της παραγωγής, διανοµής και κατανάλωσης ενέργειας, που είναι το θεµέλιο όλων των τρόπων παραγωγής. (…).

Από µία κριτική σκοπιά, οι ακόλουθες όψεις πρέπει να ληφθούν υπόψη:
Οι ενεργειακές πηγές και οι µέθοδοι παραγωγής ενέργειας δεν είναι κοινωνικά ουδέτερες, αλλά συνδέονται στενά µε τις καπιταλιστικές κοινωνικές µορφές της αξίας και του χρήµατος, του αστικού κράτους και των διεθνών θεσµών, των ίδιων των υποκειµένων.

Αυτό το σηµείο είναι σηµαντικό για την κατανόηση των δυναµικών ανάπτυξης και τη θέση των ανανεώσιµων πηγών ενέργειας, την παραγωγή τους και τα συστήµατα µετασχηµατισµού τους. Η στροφή σε ανανεώσιµες πηγές είναι δυνατή µε καπιταλιστικούς όρους και ήδη βρίσκεται σε εξέλιξη µε την «πράσινη οικονοµία», αλλά είναι πιθανό να παραµείνει µια συµπληρωµατική στρατηγική και αν δεν ελεγχθεί θα παραµείνει υπό την κυριαρχία του κεφαλαίου.

Οι καπιταλιστικές δυναµικές εµπορευµατοποίησης της φύσης και η απαίτηση των ισχυρών οικονοµικών και πολιτικών δυνάµεων να ελέγξουν την πρόσβαση στη φύση και στη χρήση της προς ίδιον όφελος, δεν έχουν προς το παρόν αµφισβητηθεί στο πλαίσιο των στρατηγικών για µια «πράσινη οικονοµία».

Ο ρόλος του στρατού στην προστασία των υφιστάµενων πόρων και του ενεργειακού συστήµατος πρέπει να ληφθεί υπόψη. Δεν αποτελεί σύµπωση το γεγονός ότι σηµαντικές τεχνολογικές καινοτοµίες πραγµατοποιούνται εντός των στρατιωτικών δοµών. Ο στρατός παίζει σηµαντικό ρόλο στη σχέση Βορρά-Νότου, και – µαζί µε την αστυνοµία – στο εσωτερικό των κοινωνιών, προστατεύοντας υφιστάµενες σχέσεις εξουσίας.

Η χρήση ενέργειας στις καπιταλιστικές διαδικασίες παραγωγής είναι η βάση για την αντικατάσταση ανθρώπινης εργασίας από µηχανές. Εδώ επίσης η ενέργεια δεν είναι ουδέτερη, αλλά η φθηνή ορυκτή ενέργεια καθιστά δυνατές τις δυναµικές της καπιταλιστικής ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάµεων και της αντίστοιχης εµπορευµατοποίησής τους. Η διαθεσιµότητα φθηνής ενέργειας µπορεί να µεταφραστεί, µεταξύ άλλων, ως τµήµα της ταξικής πάλης και της διατήρησης της ισχύος του κεφαλαίου.

Το βιοµηχανικό σύστηµα που στηρίζεται στους ορυκτούς πόρους είναι επίσης στοιχείο του ταξικού συµβιβασµού που εξασφαλίζει την κυριαρχία των υφιστάµενων αρχών και ενσωµατώνει υλικά τα κατώτερα στρώµατα. Αυτό έχει επαληθευτεί ιστορικά στα καπιταλιστικά κέντρα. Τι τάσεις βλέπουµε στις µέρες µας;

Ποιά είναι η θέση της ενέργειας στην παγκόσµια εξάπλωση του «ιµπεριαλιστικού τρόπου ζωής»;

Το κυρίαρχο σύστηµα ενέργειας και πόρων είναι µέρος µιας νεο-αποικιακής παγκόσµιας τάξης, στο πλαίσιο της οποίας ανατίθεται σε συγκεκριµένες περιοχές και χώρες ο ρόλος των προµηθευτών πόρων για τις εσωτερικές και παγκόσµιες αγορές στο διεθνή καταµερισµό εργασίας. Οι τρέχουσες υψηλές παγκόσµιες τιµές αγοράς έχουν περισσότερο ως αποτέλεσµα την ισχυροποίηση παρά την αλλαγή αυτού του µηχανισµού.

Κεντρικό ζήτηµα είναι να ανοίξει η δυνατότητα για την κοινωνία για ένα εναλλακτικό, αυτο-διαχειριζόµενο ενεργειακό σύστηµα προµήθειας, µε ελάχιστες σχέσεις κυριαρχίας. Ένα τέτοιο εναλλακτικό σύστηµα και οι αγώνες και πολιτικές που απαιτεί, θα φέρει αλλαγές ως προς το πώς πρόκειται να εκτελεστεί η επιθυµητή και κοινωνικά αναγκαία εργασία, πώς πρέπει να οργανωθεί ο κοινωνικός καταµερισµός εργασίας, ποια επίπεδα παραγωγής και κατανάλωσης είναι επιθυµητά, και τι ρόλο θα παίξουν το πολιτικό πεδίο και η διαµόρφωση των δοµών συµφερόντων.

Η βιώσιµη εκµετάλλευση του περιβάλλοντος µπορεί µόνο να τεθεί σε συνδυασµό µε την κοινωνικο-οικολογική δικαιοσύνη. Εποµένως, το κεντρικό ζήτηµα είναι η δηµοκρατικά ελεγχόµενη παραγωγή, πρόσβαση και βιώσιµη χρήση της ενέρεγειας.

Αυτό περιλαµβάνει όχι απλά επένδυση σε «πράσινους» τοµείς, αλλά κυρίως δηµοκρατικούς τρόπους λήψης αποφάσεων για επενδύσεις και επίσης µια απάντηση στο θεµελιώδες ερώτηµα για το ποιος καλείται να διαµορφώσει την κατεύθυνση ανάπτυξης της κοινωνίας.

Μια απελευθερωτική ενεργειακή πολιτική και το αντίστοιχο σύστηµα προµήθειας ενέργειας που στηρίζονται στον κοινωνικο-οικολογικό µετασχηµατισµό θα εστιάσουν στο γεγονός ότι η έλλειψη πόρων έχει προκύψει από τον καπιταλισµό, και στο ότι οι µορφές που καθορίζουν το πώς γίνεται η διαχείριση τέτοιων κρίσεων – περιλαµβάνοντας την αυξηµένη απόδοση πόρων, ύλης και ενέργειας – είναι επίσης καπιταλιστικές. Αυτοί είναι σηµαντικοί παράγοντες. Η υλικότητα των κοινωνικών σχέσεων µε τη φύση πρέπει να ληφθεί υπόψη, αλλά θα πρέπει να συνδεθούν µε τις σχέσεις κοινωνικής εξουσίας και κυριαρχίας.

Αυτή η ολοκληρωµένη προοπτική µπορεί να οριοθετηθεί µε κανονιστικό τρόπο και να συνδεθεί µε αιτήµατα για τον καθορισµό της κατεύθυνσης της κοινωνίας. Η κανονιστική απαίτηση θα ήταν: Η επαρκής προµήθεια ενέργειας πρέπει να οργανωθεί δηµοκρατικά και είναι ανθρώπινο δικαίωµα.

µετάφραση-επιµέλεια: ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΑΡΓΑΡΗΣ

Advertisements