Λέσβος: περιβαλλοντική υποβάθµιση και τοπικές αντιστάσεις

OLYMPUS DIGITAL CAMERAΠριν από λίγα χρόνια στη Λέσβο, στην περιοχή της Γέρας, κάποιοι κάτοικοι θεώρησαν καλό να µπαζώσουν το µονοπάτι που οδηγούσε στα χωράφια τους, στον υδροβιότοπο Ντιπί-Λάρσος που «απολαµβάνει» καθεστώς προστασίας Natura. Η περιοχή, γεµάτη καλαµιές, πληµµύριζε κάθε χειµώνα και το µονοπάτι ήταν προσβάσιµο µόνο κάποιους µήνες το χρόνο. Εναποτέθηκαν παράνοµα, µεγάλες ποσότητες δοµικών υλικών, πιθανά από τις εκσκαφές για τη δηµιουργία παρακείµενης εθνικής οδού και πολύ γρήγορα ανοίχθηκε ένας δρόµος µε πλάτος τέσσερα και µήκος τριακόσια µέτρα. Ο υγρότοπος χωρίστηκε στη µέση.

Στις περιβαλλοντικές υποβαθµίσεις οι ευαισθητοποιηµένοι πολίτες είναι εκείνοι που ενεργοποιούνται, κυρίως όταν οι αρµόδιες υπηρεσίες, για διάφορους λόγους, δεν δραστηριοποιηθούν. H καταγγελία αποτελεί την πιο άµεση λύση και µπορεί, στην καλύτερη περίπτωση, να οδηγήσει σε πρόστιµο από την Περιφέρεια, σε πίεση για νέο έλεγχο από τις υπηρεσίες και πιθανά σε νέο πρόστιµο. Τα υπόλοιπα µέσα που µπορεί να χρησιµοποιήσει κανείς είναι η ενηµέρωση των τοπικών κοινωνιών, η συλλογή υπογραφών, η πίεση µέσω δηµοσιευµάτων, οι συµµαχίες και οι κοινές δράσεις µε άλλες οµάδες ενεργών πολιτών ή άµεσα θιγόµενων καθώς και τα µέσα που προσφέρει η ΕΕ για διαµαρτυρία.

Εάν εξετάσει κάποιος το ζήτηµα από την σκοπιά των κρατικών υπηρεσιών, διαπιστώνει ότι το νοµοθετικό καθεστώς περιβαλλοντικής ευθύνης στη χώρα µας είναι αρκετά ανεπτυγµένο και επαρκές για όποιον υπάλληλο θέλει να κάνει σωστά τη δουλειά του. Υπάρχει όµως ένα τεράστιο κενό στη εκτέλεση του ελέγχου επιτρέποντας στους παρανοµούντες να συνεχίζουν να υποβαθµίζουν το περιβάλλον, δηµιουργώντας ιδιωτικό κέρδος και παραµένοντας ατιµώρητοι. Η διαδικασία απαιτεί όλα να φαίνονται “εντάξει” µε τις Μελέτες Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) στην φάση της αδειοδότησης αλλά στην ουσία, οι αρµόδιοι φορείς, δεν ασχολούνται µε το τι γίνεται στη συνέχεια, δηλαδή στην αποπεράτωση και στην µετέπειτα λειτουργία του έργου ή της επιχείρησης.

Η γραφειοκρατία είναι τόσο µεγάλη που δίνει την ευκαιρία στις υπηρεσίες να καλύπτονται πίσω από αυτή. Εξαιτίας της έλλειψης ανθρώπινου δυναµικού, καυσίµων για την κίνηση των οχηµάτων και άλλων προβληµάτων, ο ελεγκτής σπάνια βγαίνει στο δρόµο, ακινητοποιηµένος και από τις αυξηµένες διεκπεραιωτικές εργασίες. Κάθε ΜΠΕ για να εγκριθεί απαιτεί τόσο χρονοβόρα διαδικασία που οι αρµόδιοι υπάλληλοι, προβαίνουν σε ελέγχους, κυρίως, σε περίπτωση καταγγελιών.

Η Ειδική Υπηρεσία Επιθεωρητών, σε όλη τη χώρα, είναι στελεχωµένη µόνο µε 40 υπαλλήλους (µαζί µε τους διοικητικούς), η Υπηρεσία Επιθεωρητών Δόµησης µε ένα υπάλληλο και η Υπηρεσία Κατεδαφίσεων (και για αυθαίρετα) µε δύο, εκ των οποίων ο ένας συνταξιοδοτείται και ο άλλος φεύγει µε απόσπαση. Αυτή είναι η κατάσταση και το Μεσοπρόσθεσµο ήρθε να την κάνει χειρότερη ορίζοντας ρητά για το πράσινο ταµείο, που είναι ο κύριος φορέας για την χρηµατοδότηση περιβαλλοντικών παρεµβάσεων, ο φορέας στον οποίο καταλήγουν όλοι οι “πράσινοι” φόροι, τέλη, δασµοί, εισφορές, πρόστιµα (πχ νοµιµοποίηση αυθαιρέτων από το νόµο Παπακωνσταντίνου) κλπ, ότι δεν µπορεί να διαχειριστεί πάνω από το 2,5% του προϋπολογισµού του, αφού, το 97,5% προορίζεται να µεταφερθεί στον κρατικό προϋπολογισµό. Να µην αναφέρουµε περαιτέρω και την κατάσταση µε τους Φορείς Διαχείρισης, τα fast track και τις εξελίξεις στην ενέργεια.

Τα δεδοµένα δείχνουν ότι η περιβαλλοντική πολιτική που ασκείται οδηγεί σε µεγάλη υποβάθµιση και µη εύκολα ανατρέψιµη, συρρίκνωση του περιβαλλοντικού πλούτου της χώρας.
Ο νόµος 3937/11 «περί διατήρησης της βιοποικιλότητας» παρόλα αυτά, απλουστεύει κάπως τις διαδικασίες για τις ΜΠΕ για τις επιχειρήσεις χαµηλής όχλησης και σε κάποιες περιπτώσεις τις αντικαθιστά µε πρότυπες περιβαλλοντικές δεσµεύσεις. Υπάρχει επίσης µία τάση ιδιώτες µελετητές να εµπλακούν στην διαδικασία ελέγχου και αδειοδότησης των ΜΠΕ, διευκολύνοντας τους αρµόδιους ελεγκτές να βγουν στο πεδίο και να πραγµατοποιούν ελέγχους. Αυτές οι προσπάθειες, αν εφαρµοστούν χωρίς να δηµιουργήσουν πρόσθετα προβλήµατα, σε συνδυασµό µε υιοθέτηση ενιαίων ελεγκτικών κανόνων και διαφάνεια, θα µπορούσαν να αποτελέσουν τα πρώτα βήµατα για µία βελτίωση της κατάστασης.

Η χρόνια, όµως, χαµηλή προτεραιότητα των περιβαλλοντικών υποθέσεων δείχνει ότι οι διαχειριστικές λύσεις, από µόνες τους, δεν είναι δυνατό να ευοδωθούν. Έτσι, η κατάσταση παραµένει στα χέρια των ενεργών πολιτών που, αντιµέτωποι µε την κρατική αδράνεια, αναγκάζονται να οργανωθούν και να αντιδράσουν. Όσοι αντέξουν βέβαια και συνεχίσουν να παλεύουν, µε προσωπικό κόστος, σε αυτά τα ασφυκτικά πλαίσια, για να σώσουν ό,τι µπορεί να σωθεί.

ΣΤΕΛΙΟΣ ΚΡΑΟΥΝΑΚΗΣ
µέλος του συλλόγου «Ναυτίλος εν δράσει»

 

Advertisements