εξορυκτικές δραστηριότητες, ανάπτυξη και τοπικές κοινωνίες

photo 45Ο ορυκτός πλούτος θεωρήθηκε στο παρελθόν και συνεχίζει έως σήµερα –σε πολλές περιπτώσεις– να θεωρείται «προνόµιο» και «ευλογία» ενός τόπου. Σύγχρονες τοπικές κοινωνίες συχνά διαφοροποιούνται, προβάλλοντας σειρά λόγων – κυρίως περιβαλλοντικών. Η τοπικότητα σε αντίστιξη µε την εθνική εµβέλεια και την παγκόσµια αγορά επαναπροσδιορίζεται υπό το πρίσµα της διαχείρισης των φυσικών πόρων και εν γένει του φυσικού περιβάλλοντος αλλά και της αξιοποίησης των ανθρώπινων πόρων. Η «ανωριµότητα» των τοπικών κοινωνιών και η «όψιµη» σωτηρία «εκ των άνω» ή «εκ των έξω» αναδεικνύονται όλο και συχνότερα σε βασικά επιχειρήµατα, συνηγορώντας αντιστοίχως στις διαφορετικές απόψεις του τρόπου διαχείρισης / αξιοποίησης / εκµετάλλευσης του ορυκτού πλούτου των περιοχών αυτών. Η «αναπτυξιακή» προοπτική τέτοιων περιοχών µοιάζει να αντιστρατεύεται στη διατήρηση των τοπικών χαρακτηριστικών τους, της διαµορφωµένης «ταυτότητάς τους», επικαλούµενη το εθνικό συµφέρον.

Συχνά αναδύονται «αναπτυξιακά» διλήµµατα εγκλωβισµένα σε ένα φάσµα «αντίπαλων» εναλλακτικών προτάσεων που κινούνται µεταξύ της «σωτήριας οικονοµικά επένδυσης για εξορυκτικές δραστηριότητες» που εξασφαλίζει θέσεις εργασίας και της προστασίας των φυσικών πόρων, του τοπίου και των λοιπών χαρακτηριστικών της περιοχής σχετικού επενδυτικού ενδιαφέροντος. Μέθοδοι και τεχνικές αξιολόγησης της επικρατέστερης πρότασης επιστρατεύονται για να αποδείξουν το «σωτήριο» ή το «καταστροφικό» αποτέλεσµα του σχετικού εγχειρήµατος. Ο ισχύων και ο υπό µεταρρύθµιση χωρικός σχεδιασµός φαίνεται ότι προτάσσει την «επιχειρηµατική» διάσταση του θέµατος. Οι θεσµοθετηµένες διαδικασίες fast track για την «επιτάχυνση και διαφάνεια υλοποίησης στρατηγικών επενδύσεων» λειτουργούν στην κατεύθυνση της παράκαµψης εµποδίων περιβαλλοντικού και κοινωνικού χαρακτήρα που αναδεικνύουν συχνά πρωτοβουλίες και συλλογικότητες.

Ο ορυκτός πλούτος ως εφήµερο τοπικό προνόµιο

Το «προνόµιο» περιοχών υπό την έννοια της ύπαρξης ενός φυσικού πόρου δυνάµει αξιοποιήσιµου/εκµεταλλεύσιµου, έχει απασχολήσει επί δεκαετίες το διάλογο περί «ανάπτυξης» σε διεθνές επίπεδο, από τα βρετανικά ανθρακωρυχεία του ’60, έως το πόνηµα του Δ. Μπάτση, από το Λαύριο και το Μαντούδι του ’80 έως τη σύγχρονη Rosia Montana, την Γκιώνα, την Οίτη και τη Χαλκιδική. Η µονοδιάστατη εξάρτηση από την εξορυκτική δραστηριότητα και τον τοπικό πόρο-«προνόµιο» έχει καταλήξει, σε πολλές περιπτώσεις, σε τροχοπέδη µιας βιώσιµης και κοινωνικά δίκαιης αναπτυξιακής προοπτικής τέτοιων «ευλογηµένων» τόπων. Το αρχικό «προνόµιο» / τοπικό συγκριτικό πλεονέκτηµα µετατράπηκε σε καταλυτικό µοχλό «αναπτυξιακής παθογένειας» περιοχών, ειδικά δε στις περιπτώσεις που η εξορυκτική δραστηριότητα απορρόφησε µεγάλο τµήµα του δυναµικού των λοιπών παραγωγικών ασχολιών. Η χαρακτηριστική περίπτωση του Μαντουδίου µε ποσοστό ανεργίας άνω του 70% το 2000 µετά την παύση εξόρυξης του λευκολίθου, συνηγορεί στις δραµατικές συνέπειες που προκύπτουν από την εξασφάλιση προσωρινών θέσεων εργασίας που µακροπρόθεσµα όµως, όπως έχει αποδειχθεί, λειτουργούν ανασταλτικά στη δηµιουργία µονιµότερων και περισσότερων, υποθηκεύοντας την οποιαδήποτε κοινωνική απόδοση από την αξιοποίηση των φυσικών πόρων.

Η ωριµότητα των τοπικών κοινωνιών για επενδύσεις εθνικού συµφέροντος

Ποικίλες αφορµές, φέρνουν στο προσκήνιο τοπικές κοινωνίες, συλλογικότητες και πρωτοβουλίες που αντιδρούν στην υλοποίηση συγκεκριµένων επενδυτικών σχεδίων που αφορούν στην περιοχή τους. Κοινό τόπο αποτελεί η απαίτηση για διαφύλαξη του περιβάλλοντος, του τοπίου, του χαρακτήρα της περιοχής-υποδοχέα συγκεκριµένου τύπου επενδύσεων. Επίσης, συχνή είναι η διάσταση αντίληψης περί της ανάπτυξης της περιοχής αλλά και του «εθνικού συµφέροντος», όπως αυτή διατυπώνεται από την κεντρική εξουσία, την Τοπική Αυτοδιοίκηση και τους λοιπούς δρώντες του τόπου.

Η ωριµότητα των τοπικών κοινωνιών τίθεται συχνά ως το κοµβικό σηµείο αντιπαράθεσης. Σε κάθε περίπτωση το δικαίωµα των τοπικών κοινωνιών να αποφαίνονται για τον επιθυµητό χαρακτήρα της ανάπτυξης της περιοχής τους αποτελεί κεκτηµένο δικαίωµα και δεν πρέπει να αντιµετωπίζεται ως προϊόν πίεσης για σχετική παραχώρησή του από την κεντρική εξουσία. Η ωριµότητα των τοπικών κοινωνιών, των πολιτών, οφείλει να αποτελεί ζητούµενο πολλαπλών επιπέδων για σειρά θεµάτων που αφορούν στην ανάπτυξη. Η δράση συλλογικοτήτων και πρωτοβουλιών βοηθά στην ταχύτερη διάχυση της πληροφορίας και την ενηµέρωση ευρύτερου φάσµατος ενδιαφεροµένων. Η «εκπαίδευση» των τοπικών κοινωνιών ώστε να καθίστανται «ώριµες» για τη λήψη πρωτοβουλιών και αποφάσεων που αφορούν στη βιωσιµότητα τον τόπων τους αποτελεί µια εκ των βασικών προϋποθέσεων επίτευξης της κοινωνικής ευθύνης και δικαιοσύνης που προβάλλονται πιο επιτακτικά πλέον ως αρχές κοινωνικής συγκρότησης και δηµοκρατίας.

Διεκδικώντας µια «νέα κουλτούρα για τον ορυκτό πλούτο ως άξονα ανάπτυξης»

Ο τρόπος αντιµετώπισης και εποµένως διαχείρισης, ενός δηµόσιου αγαθού, όπως του ορυκτού πλούτου στη χώρα µας αποτελεί –µεταξύ πολλών άλλων– ζητούµενο έως σήµερα. Με αφορµή τα όρια της «τοπικότητας» των πόρων απαιτείται η επανατοποθέτηση του «τοπικού» κόστους και οφέλους από ανάλογες επενδύσεις.

Η επί δεκαετίες έλλειψη χωροταξικού σχεδιασµού αντικαθίσταται από την επικινδυνότητα της ύπαρξης ή της µεταρρύθµισης του ισχύοντος σήµερα σχεδιασµού που δηµιουργεί νέες προσδοκίες σε όλους τους ενδιαφερόµενους, επενδυτές και ενεργές τοπικές κοινωνίες. Η χωρίς όρους και όρια «διευκόλυνση» χωροθέτησης και άσκησης δραστηριοτήτων µε «εξάρτηση από πρώτες ύλες» δεν πρέπει να αποτελεί σήµερα µονόδροµο «χωρικού σχεδιασµού και αειφόρου ανάπτυξης», ειδικότερα σε συνθήκες κρίσης. Η ύπαρξη, η µοναδικότητα, η ποιότητα ενός εντοπισµένου πόρου είναι αναγκαίο να σταθµίζονται παραλλήλως µε σειρά στοιχείων και ποιοτήτων του αναπτυξιακού περιβάλλοντος της επιλεγείσας κάθε φορά θέσης µιας επένδυσης, µε µεσοπρόθεσµο και µακροπρόθεσµο χρονικό ορίζοντα αναφοράς. Στο γενικότερο αυτό πλαίσιο θα πρέπει να εντάσσεται και ο χειρισµός για επενδύσεις που αφορούν στην εξορυκτική δραστηριότητα. Η αδιάκριτη δυνατότητα σχετικών επενδύσεων (συναρτώµενη µόνο µε την ύπαρξη πόρου) δεν αποτελεί σε καµµία περίπτωση επιλέξιµη «στρατηγική» ανάπτυξης. Στον αντίποδα µιας τέτοιας θεώρησης καταγράφεται η ανάγκη για προτεραιότητες και απαγορεύσεις βάσει κριτηρίων που αποτυπώνουν την υφιστάµενη και σκιαγραφούν τη µελλοντικά επιθυµητή κοινωνικοοικονοµική και περιβαλλοντική κατάσταση αυτών των τόπων, ενσωµατώνοντας ουσιαστικά τη γνώµη των τοπικών κοινωνιών. Με άλλα λόγια, ο σχεδιασµός των τόπων εξόρυξης πρέπει να συνδιαλέγεται επί της ουσίας και µε όρους δηµοκρατίας µε το σχεδιασµό σε αυτούς µε την ενεργό συµβολή των τοπικών κοινωνιών.

Άλλωστε, κάθε τόπος φέρει τα αποτυπώµατα του χρόνου, της φύσης και των ανθρώπων του, την ταυτότητά του. Το κύριο διακύβευµα για έναν ουσιαστικά διαφορετικό αναπτυξιακό σχεδιασµό, στο πλαίσιο µιας κοινωνικά δίκαιης και περιβαλλοντικά βιώσιµης προοπτικής, είναι οι όροι στη βάση των οποίων θα επιτρέψει σε κάθε τόπο να συνεχίσει να τα φέρει.

ΡΕΝΑ ΚΛΑΜΠΑΤΣΕΑ
Λέκτορας, Σχολή Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ

Advertisements