αγώνες µε επίκεντρο τη διαχείριση των απορριµµάτων: εµπειρίες & προβληµατισµοί

Η έναρξη της δηµοπράτησης τεσσάρων (4) νέων εργοστασίων επεξεργασίας σύµµεικτων, δηλαδή αδιάλεχτων, απορριµµάτων στην Αττική, έχει πυροδοτήσει νέες αντιδράσεις και κινητοποιήσεις. Το αποτέλεσµά τους πρόκειται να κριθεί, όχι µόνο από τη µαζικότητα, τη διάρκεια και το δυναµισµό τους, αλλά και από το περιεχόµενό τους. Από την άποψη αυτή έχει µια σηµασία να ανατρέξουµε στο παρελθόν αυτών των αγώνων, από τους πιο πρόσφατους στην Κερατέα και το Γραµµατικό, µέχρι και τους πολύ παλιότερους για το κλείσιµο της Φυλής. Έχοντας, βεβαίως, κατά νου το περιβάλλον, µέσα στο οποίο αναπτύχθηκαν.

Απωθητικό το περιβάλλον της διαχείρισης των ΑΣΑ

Ο όρος «απορρίµµατα» εισάγεται, για πρώτη φορά στην εθνική νοµοθεσία, το 1961, µε την υγειονοµική διάταξη Ε1/301/1964, ενώ η πρώτη σοβαρή κωδικοποίηση της νοµοθεσίας διαχείρισης αποβλήτων γίνεται την περίοδο 1996-97. Μια προσπάθεια ενοποίησης της σχετικής νοµοθεσίας, που περιλαµβάνει και την ενσωµάτωση της οδηγίας 2008/98/ΕΕ, γίνεται µόλις το 2012 (ν. 4042). Από διατάξεις αυτού του νόµου απορρέει η υποχρέωση εκπόνησης εθνικού σχεδίου πρόληψης παραγωγής αποβλήτων και εθνικού σχεδίου διαχείρισης, τα οποία, όµως, προωθούνται µε τόσο αργό ρυθµό, ώστε να κινδυνεύουν να ολοκληρωθούν αφού έχει πια κριθεί η τύχη των προωθούµενων βασικών έργων υποδοµής, σαν αυτά της Αττικής.

Ο περιφερειακός σχεδιασµός, από το νοµαρχιακό επίπεδο τη δεκαετία του ’90, πέρασε στη συνέχεια σε περιφερειακό επίπεδο και µορφοποιήθηκε στους λεγόµενους ΠΕΣΔΑ (περιφερειακούς σχεδιασµούς διαχείρισης αποβλήτων), την περίοδο από το τέλος του 2004, έως την αρχή του 2006. Σήµερα, οι αρµοδιότητες σχεδιασµού και υλοποίησης της διαχείρισης των αστικών απορριµµάτων, αφού πέρασαν από διάφορα «χέρια», ανήκουν στους διαπεριφερειακούς φορείς διαχείρισης. Αν και οι τελευταίες δηµοπρατήσεις έργων µε ΣΔΙΤ και τη διαδικασία του «ανταγωνιστικού διαλόγου» πείθουν ότι ο ουσιαστικός σχεδιασµός έχει εκχωρηθεί στους εργολάβους. Βασικό χαρακτηριστικό αυτών των σχεδιασµών ήταν η γενικότητα και η αοριστία. Περίσσευαν τα ευχολόγια, ενώ απουσίαζαν (και απουσιάζουν) οι συγκεκριµένοι δεσµευτικοί στόχοι και τα εργαλεία της υλοποίησής τους.

Για το λόγο αυτό, στην πράξη, αναπτύχθηκε ένα «παράλληλο σύµπαν» διαχείρισης, του οποίου κεντρικό χαρακτηριστικό, µέχρι πολύ πρόσφατα, ήταν η ανεξέλεγκτη διάθεση (ΧΑΔΑ) ή, στην καλύτερη περίπτωση, η διάθεση σε «νόµιµους» χώρους ταφής, που, όµως, λειτουργούσαν σαν κοινές χωµατερές. Σταδιακά, άρχισαν να δηµιουργούνται οι ΧΥΤΑ (χώροι ταφής µε µια στοιχειώδη στεγάνωση και προστασία), ενώ, πλέον, γίνεται λόγος για ΧΥΤΥ (χώρους υγειονοµικής ταφής υπολειµµάτων), οι οποίοι προϋποθέτουν διαχωρισµό και επεξεργασία των ΑΣΑ. Λόγοι, κυρίως, οικονοµικοί οδήγησαν στην κατασκευή ΣΜΑ (σταθµών µεταφόρτωσης), πολλοί από τους οποίους έγιναν αυθαίρετα και χωρίς περιβαλλοντική αδειοδότηση. Μέσα σε αυτό το γενικό κλίµα έχουν γίνει και οι πρώτες απόπειρες λειτουργίας µονάδων µηχανικής επεξεργασίας των ΑΣΑ, των οποίων τα αποτελέσµατα είναι, µάλλον, απογοητευτικά. Με τον ίδιο τρόπο θα µπορούσαµε να χαρακτηρίσουµε και το αποτέλεσµα των εµπειριών από τα βασικά συστήµατα εναλλακτικής διαχείρισης, παρά το ευνοϊκό κλίµα που υπάρχει στην κοινωνία. Ιδιαίτερα από αυτό των µπλε κάδων, που το «βαραίνει» αφόρητα ο αδιαφανής τρόπος λειτουργίας της διαχειρίστριάς του εταιρείας (ΕΕΑΑ).

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον µηδενικής, σχεδόν, προδιαλογής και διαχωρισµού υλικών και µε δεδοµένο ότι τα έργα κατασκευής χώρων ταφής σύµµεικτων (πολλές φορές επιµολυσµένων µε επικίνδυνα βιοµηχανικά) απορριµµάτων ήταν η κεφαλή των όποιων έργων υποδοµής, στη συνείδηση της συντριπτικής πλειοψηφίας των πολιτών, οποιαδήποτε διαδικασία διαχείρισής τους λειτουργεί απωθητικά. Με αποτέλεσµα, σε ορισµένες περιπτώσεις, ακόµη και ήπιες δραστηριότητες (π.χ. ανακύκλωσης) να έχουν γίνει αντικείµενο σφοδρών αντιδράσεων.

Βασικά χαρακτηριστικά των µέχρι τώρα αγώνων

Ήταν επόµενο, οι συνέπειες µιας διαχείρισης αυτού του τύπου (υπαρκτές ή αναµενόµενες) να αποτελέσουν σοβαρή αιτία εστιών αντίδρασης, αλλά και αγώνων µε µακροχρόνια διάρκεια. Κάποιες από αυτές τις συναντάµε δεκαετίες πίσω, µε πιο χαρακτηριστική αυτή για το κλείσιµο της χωµατερής της Φυλής, η οποία µε διάφορες παρεµβάσεις όχι µόνο εξακολουθεί να επιβιώνει σαν ΧΥΤΑ και σήµερα, αλλά προαλείφεται και σαν ο µελλοντικός κύριος υποδοχέας των απορριµµάτων της Αττικής. Δεν µπορεί να ξεχνάµε τον αγώνα για το κλείσιµο της χωµατερής του Σχιστού στον Πειραιά ή των Ταγαράδων στη Θεσσαλονίκη. Ούτε µια σειρά από πρόσφατους αγώνες για την αποτροπή δηµιουργίας ΧΥΤΑ και χώρων επεξεργασίας στην Κερατέα και στο Γραµµατικό, στη Λευκίµµη της Κέρκυρας, στο Καρβουνάρι της Θεσπρωτίας, στο Ελληνικό των Ιωαννίνων, στη Μαυροράχη και στην Ευκαρπία της Θεσσαλονίκης. Στο πλαίσιο αυτού του σηµειώµατος, περισσότερο από µια καταγραφή του ιστορικού των αντιδράσεων, µας ενδιαφέρει να εντοπίσουµε τα χαρακτηριστικά τους, από τα οποία παραθέτουµε τα πιο σηµαντικά:

  • Ως προς το περιεχόµενο, η συντριπτική πλειοψηφία των αγώνων έχει συνδεθεί µε το κλείσιµο ή την αποτροπή δηµιουργίας ΧΑΔΑ, χωµατερών και ΧΥΤΑ. Οι λόγοι της εναντίωσης σχετίζονται, κατά κανόνα, µε τις περιβαλλοντικές συνέπειες, την ακαταλληλότητα των χώρων και την εγγύτητα µε τον οικιστικό ιστό.
  • Η, σχετικά πρόσφατη, διεύρυνση της θεµατολογίας µε αιτήµατα για αναθεώρηση ή κατάργηση περιφερειακών σχεδιασµών (ΠΕΣΔΑ), αποσκοπεί, περισσότερο, στο να προσδώσει «κύρος» και υπερτοπικότητα στις αντιδράσεις και δεν σχετίζεται, πάντα, µε µια ουσιαστική, ριζοσπαστική κριτική των ΠΕΣΔΑ. Σε αυτή τη λογική θα µπορούσαµε να εντάξουµε και το παλιό αίτηµα (από τη δεκαετία του ’90) των δήµων της Λαυρεωτικής να διαχειρίζονται µόνοι τους τα δικά τους απορρίµµατα.
  • Απόρροια (και) των παραπάνω προσεγγίσεων είναι η απουσία εναλλακτικών σχεδίων διαχείρισης. Οι λίγες απόπειρες διατύπωσης εναλλακτικών λύσεων γίνονται ακόµη λιγότερες όταν επιχειρείται να υλοποιηθούν, έχουν αποσπασµατικό χαρακτήρα και αναφέρονται σε ένα µικρό µόνο µέρος του κύκλου της διαχείρισης (συνήθως, στην ανακύκλωση).
  • Η αδράνεια και η έλλειψη πρωτοβουλιών, η οποία χαρακτηρίζει την πρωτοβάθµια αυτοδιοίκηση, που έχει διαχρονικά περιοριστεί στο ρόλο του «σκουπιδοσυλλέκτη», αδιαφορώντας πλήρως για το πλαίσιο που διέπει τη διαχείριση των απορριµµάτων. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις στις οποίες έπαιξε ανασχετικό ρόλο σε αγώνες και διευκόλυνε την ενσωµάτωση µεγάλου µέρους των τοπικών κοινωνιών στη λογική των ανταποδοτικών οφελών (περίπτωση δήµων Α. Λιοσίων – Φυλής).
  • Ο δυσανάλογος µε τις δυνατότητές τους ρόλος των εργαζοµένων στην αυτοδιοίκηση, παρόλο που οι παρεµβάσεις τους στα ζητήµατα της διαχείρισης και στους αντίστοιχους αγώνες δεν είναι λίγες. Τα περισσότερα προβλήµατα εντοπίζονται σε πρακτικές ελλιπούς στήριξης εναλλακτικών πρωτοβουλιών, στην αποσπασµατική ένταξη στις διεκδικήσεις τους ζητηµάτων που σχετίζονται µε τη διαχείριση των ΑΣΑ και στην έλλειψη πρωτοβουλιών συνάντησης µε τα άλλα στρώµατα της κοινωνίας, ειδικά για το ζήτηµα αυτό.
  • Η υποβάθµιση, µέχρι πολύ πρόσφατα, του ζητήµατος στο πολιτικό επίπεδο, από τις δυνάµεις της αριστεράς, της οικολογίας και των κινηµάτων, που αντανακλά µια λαθεµένη εκτίµηση για την κρισιµότητά του, όχι µόνο στο περιβαλλοντικό επίπεδο, αλλά και στο ευρύτερο κοινωνικό – οικονοµικό.
  • Η µεγαλύτερη µαζικότητα και αποτελεσµατικότητα που έχουν οι κινητοποιήσεις όταν οργανώνονται από επιτροπές αγώνα των ίδιων των πολιτών, σε σχέση µε αυτές όπου πρωτεύονται ρόλο έχουν τοπικοί θεσµικοί (δήµοι, δηµοτικά σχήµατα κλπ.).

Νέα κατάσταση νέα καθήκοντα

Τα όσα προωθούνται σήµερα στον τοµέα της διαχείρισης των απορριµµάτων, από το κράτος και τους εργολάβους, συνιστούν µια νέα βίαιη προσπάθεια µετάβασης από µια «τριτοκοσµική» κατάσταση σε µια, υποτίθεται, σύγχρονη, κρατώντας ανέγγιχτο τον πυρήνα της, δηλαδή τη συγκεντρωτική διαχείριση των ΑΣΑ σε σύµµεικτη µορφή, µε βασικό προσανατολισµό την ενεργειακή αξιοποίηση και την καύση. Στα παλιά προβλήµατα έρχονται να προστεθούν νέα, µε σηµαντικότερα την πλήρη ιδιωτικοποίηση και την εκτόξευση του κόστους διαχείρισης. Το αντίβαρο σε αυτήν την εξέλιξη είναι η ωρίµανση και η διάδοση µιας συγκροτηµένης αντίληψης εναλλακτικής διαχείρισης, που έχει «πολιτογραφηθεί» µε τον όρο «αποκεντρωµένη διαχείριση, µε έµφαση στη διαλογή στην πηγή και κοινωνική συµµετοχή».

Από τα πράγµατα, λοιπόν, οι απαιτήσεις των σύγχρονων αγώνων µε αντικείµενο τη διαχείριση των ΑΣΑ, γίνονται πολύ µεγαλύτερες και αρκετά πιο σύνθετες. Αφού στην αντιµετώπιση των ανεπαρκειών που προαναφέρθηκαν και εξακολουθούν να υφίστανται σε µεγάλο βαθµό, πρέπει να προστεθούν και νέες προκλήσεις. Αυτές που συνδέονται µε την αντιµετώπιση προβληµάτων, όπως:

  • Η φοβική στάση µεγάλου µέρους της αριστεράς, της πολιτικής οικολογίας και των στελεχών τους στην αυτοδιοίκηση, απέναντι στο µοντέλο της αποκεντρωµένης διαχείρισης, σε αντίθεση, σε ορισµένες περιπτώσεις, µε τις κεντρικές εκφωνήσεις.
  • Η ολιγωρία, συνδεδεµένη µε την παραπάνω στάση, στην εκπόνηση και προώθηση τοπικών σχεδίων διαχείρισης, αλλά και η δυσκολία απεµπλοκής από τις µεγάλες εγκαταστάσεις επεξεργασίας, σε περιφερειακό επίπεδο, παρόλο που και ο χαρακτήρας τους είναι διαφορετικός και η δυναµικότητά τους µειωµένη, σε σχέση µε τις σηµερινές επιλογές. Συνακόλουθη αυτής της επιλογής, εκτός των άλλων, είναι η διαιώνιση και η επέκταση των σταθµών µεταφόρτωσης (ΣΜΑ).
  • Οι λαθεµένες αντιλήψεις ότι οι δράσεις αποκεντρωµένης διαχείρισης είναι ασύµβατες µε την ύπαρξη ενός εθνικού ή περιφερειακών σχεδιασµών ή ότι ο σχεδιασµός είναι ταυτόσηµος µε τον κεντρικό έλεγχο. Στο πλαίσιο αυτής της οπτικής αγνοείται ότι ο αποτελεσµατικός σχεδιασµός προϋποθέτει την ύπαρξη και επαρκών σχεδίων τοπικής διαχείρισης και των αναγκαίων διαχειριστικών εργαλείων για την υλοποίησή τους.
  • Ο ελλιπής προβληµατισµός και διάλογος για την αναζήτηση µορφών ουσιαστικής κοινωνικής συµµετοχής στα εναλλακτικά µοντέλα διαχείρισης. Με εµφανή τον κίνδυνο φιλόδοξες και ειλικρινείς προσπάθειες να καταλήξουν να αναπαράγουν παραλλαγές του υφιστάµενου µοντέλου διαχείρισης.
  • Η απραξία στην κατεύθυνση της διεκδίκησης των αναγκαίων δηµόσιων πόρων, οι οποίοι κατευθύνονται ολοκληρωτικά στην υποστήριξη των συγκεντρωτικών εγκαταστάσεων.

ΤΑΣΟΣ ΚΕΦΑΛΑΣ
μέλος της Πρωτοβουλίας συνεννόησης για τη διαχείριση των απορριμμάτων (ΠΡΩΣΥΝΑΤ), http://prosynat.blogspot.gr

 

Απόπειρες εφαρµογής τοπικών σχεδίων διαχείρισης και αναζήτησης κοινωνικής συµµετοχής

photo-37Χανιά: Η διαχείριση στο ν. Χανίων θα µπορούσε να χαρακτηριστεί σαν µια πρώτη απόπειρα αποκεντρωµένης ολοκληρωµένης διαχείρισης, παρόλο που δροµολογήθηκε αναγκαστικά και βιαστικά, κάτω από την πίεση του κλεισίµατος της χωµατερής του Κουρουπητού. Το σύστηµα λειτουργεί µε την ευθύνη νοµαρχιακού φορέα διαχείρισης και έχει ένα βαθµό αυτονοµίας, σε σχέση µε τον ΠΕΣΔΑ Κρήτης. Λειτουργεί, κυρίως, µε κάποιες αποκεντρωµένες δράσεις ανακύκλωσης συσκευασιών (µπλε κάδοι) και γυαλιού και µια κεντρική εγκατάσταση, που περιλαµβάνει ΚΔΑΥ και µονάδα επεξεργασίας σύµµεικτων (ΕΜΑΚ) µε ανάκτηση και κοµποστοποίηση οργανικών και ΧΥΤΑ. Δυστυχώς, το σύστηµα ερωτοτροπεί µε το συγκεντρωτικό µοντέλο και την παραγωγή RDF, συνεπώς και µε την καύση. Κρατά χαµηλά την προδιαλογή, θέλει να εισάγει νέους ΣΜΑ, οδηγεί το µεγαλύτερο µέρος των σύµµεικτων στο ΧΥΤΑ, ελέγχεται η απόδοση της ΕΜΑΚ ως προς το ποσοστό ανακύκλωσης και την ποιότητα του παραγόµενου κοµπόστ.

Ακολουθούν ορισµένες πιο πρόσφατες πρωτοβουλίες, που έχουν από την αρχή ξεκαθαρισµένο το στόχο µιας ήπιας διαχείρισης µικρής κλίµακας, φιλοπεριβαλλοντικής και οικονοµικής, µε συµµέτοχους τους πολίτες, σε διάφορες παραλλαγές. Τα παραδείγµατα σηµατοδοτούν διαφορετικούς τρόπους προσέγγισης και είναι καλή αφορµή για ένα δηµόσιο διάλογο, που επιβάλλεται να ανοίξει.

Δήµος Ευρώτα: Ο δήµος Ευρώτα Λακωνίας επιχειρεί να µεταφέρει το παράδειγµα της διαχείρισης ΑΣΑ του δήµου Capannori της Ιταλίας. Εκεί το σύστηµα το διαχειρίζεται δηµοτική επιχείρηση. Η έµφαση δίνεται στη διαλογή στην πηγή, µε σύστηµα τεσσάρων κάδων (οργανικά, χαρτί, συσκευασίες, σύµµεικτα), σηµεία συγκέντρωσης άλλων ανακτήσιµων υλικών, οικιακή κοµποστοποίηση και µε οικονοµικά κίνητρα προς τους πολίτες. Σε δεύτερο επίπεδο προβλέπεται ΚΔΑΥ, µονάδα διαχωρισµού οργανικών και µετάλλων από τα σύµµεικτα, κοµποστοποίηση των οργανικών, δεµατοποίηση και αποθήκευση του υπολειµµατικού υλικού και διάθεσή του στους περιφερειακούς χώρους ταφής, όταν αυτοί δηµιουργηθούν. Ο εξοπλισµός αυτού του επιπέδου θα είναι κινητός, ενοικιαζόµενος από προµηθευτές και αµφίβολης αποτελεσµατικότητας, κατά τη γνώµη µας. Κοµβικό σηµείο αποτελεί η επιλογή το µεγαλύτερο µέρος της διαχείρισης του συστήµατος να ανατεθεί σε εργολάβο(ους). Το επιχείρηµα αυτής της επιλογής είναι η οικονοµική και διαχειριστική αδυναµία του δήµου να αναλάβει µε ίδια µέσα και ιδιόκτητες εγκαταστάσεις το συγκεκριµένο εγχείρηµα.

Λακωνία – εταιρεία λαϊκής βάσης (Λακωνική Βιοενεργειακή ΑΕ): Πρόκειται για εταιρεία λαϊκής βάσης (πολυµετοχική), µε τη µορφή ΑΕ και µε πρόβλεψη δυνατότητας συµµετοχής από όσους-ες το επιθυµούν µε απόκτηση µιας µετοχής της εταιρείας. Έχει συσταθεί από, περίπου, 30 Λάκωνες πολίτες και, κατά δήλωσή της, έχει εξασφαλίσει δηλωµένη πρόθεση συµµετοχής από άλλους 4.500. Έχει ξεκινήσει τη λειτουργία της µε συγκέντρωση ανακυκλώσιµων υλικών, έναντι αµοιβής, που παραδίδονται σε εγκατάσταση της εταιρείας. Υπάρχει πρόθεση ανάπτυξης ολοκληρωµένου συστήµατος διαχείρισης µικρής κλίµακας, µε έµφαση στη διαλογή στην πηγή, στην αξιοποίηση των ανακυκλώσιµων υλικών, στην αναερόβια κοµποστοποίηση και στην ενεργειακή αξιοποίηση του παραγόµενου βιοαερίου. Στα άµεσα µέσα υλοποίησης της συγκεκριµένης πρωτοβουλίας περιλαµβάνονται: η ανάπτυξη συνδροµητικού συστήµατος παροχής υπηρεσιών διαχείρισης, µε τη µορφή εναλλακτικού παρόχου και διεκδίκηση απαλλαγής από τα αντίστοιχα δηµοτικά τέλη, και η παροχή υπηρεσιών διαχείρισης, µέσω προγραµµατικών συµβάσεων µε δήµους της περιοχής.

Πρωτοβουλία διερεύνησης τριών δήµων της Αττικής: Σε συνέχεια µιας πρώτης φάσης συζητήσεων στο δήµο Αργυρούπολης – Ελληνικού, έχει δροµολογηθεί µια διαδικασία εκπόνησης µελέτης σκοπιµότητας για τη διαχείριση των απορριµµάτων τριών όµορων δήµων (Αλίµου, Αργυρούπολης – Ελληνικού και Γλυφάδας). Ή σχετική µελέτη έχει ανατεθεί σε επιστηµονική οµάδα του ΤΕΙ Πειραιά. Αν αυτή η πρώτη διερεύνηση πείσει για τη συνέχεια του εγχειρήµατος, θα προχωρήσει η εκπόνηση πλήρους µελέτης και η αναζήτηση των χρηµατοδοτικών εργαλείων. Είναι πρόωρο και γι αυτό παρακινδυνευµένο να ειπωθεί, αυτήν τη στιγµή, οτιδήποτε για την εξέλιξη και την πιθανή µορφή αυτής της πρωτοβουλίας. Μπορούµε, µόνο, να µιλήσουµε για τις δηλωµένες προθέσεις, τόσο του δήµου Αργυρούπολης – Ελληνικού, όσο και εκπροσώπων της επιστηµονικής οµάδας, για µια ήπια διαχείριση, µε τις αρχές της εγγύτητας και της µικρής κλίµακας, στη λογική της µέγιστης ανάκτησης, µε χαµηλό κόστος διαχείρισης και µε δηµόσιο χαρακτήρα. Αν γίνει κατορθωτό οι προθέσεις αυτές να µετουσιωθούν σε ένα αξιόπιστο τοπικό σχέδιο διαχείρισης (το πιστεύουµε ακράδαντα) και αν βρεθεί τρόπος ενσωµάτωσης της εθελοντικής προσφοράς και αξιοποίησης µορφών κοινωνικής συµµετοχής, ίσως να έχουµε να κάνουµε µε το πιο πειστικό παράδειγµα για τη δυνατότητα υλοποίησης ενός εναλλακτικού µοντέλου διαχείρισης.

http://prosynat.blogspot.gr

Advertisements